Αφού έκανε τέλος πάντων το γινάτι του την περασμένη χρονιά, ο Σίμος Κακάλας επιστρέφει τώρα στην επίδειξη της δημιουργικής του δύναμης, από εκείνες που τον έκαναν να συγκαταλέγεται στους διακριτούς διαμορφωτές της σύγχρονης όψης του θεάτρου μας. Και με τι έργο επιστρέφει! Πριν ακόμα μαζευτούν τα σκηνικά από τη μεταφορά του μονάκριβου αριστουργήματος της Εμιλι Μπροντέ από τον Γιάννη Καλαβριανό στην κεντρική σκηνή της Θεσσαλονίκης, τα «Ανεμοδαρμένα ύψη» στήνονται εκ νέου στον νέο χώρο του Κεραμεικού.
Για αυτή τη διατριβή του θεάτρου μας στο μυθιστόρημα έχουμε κατά κόρον μιλήσει -κι από την άποψη αυτού του εσμού, η σύμπτωση δεν μπορεί να είναι τυχαία. Οταν κανείς περιδιαβαίνει τόσο συχνά στους πρόποδες του βουνού, ορέγεται κάποια στιγμή να κατακτήσει την κορυφή του. Και σε αυτό ακριβώς το είδος που ονομάζεται «μυθιστορηματικό», το έργο της Μπροντέ αποτελεί ένα από τα πιο κλασικά, απόμακρα και πάντα δελεαστικά «ύψη». Αν αυτά είναι μαζί και ανεμοδαρμένα, ακόμα καλύτερα.
Από την άλλη ας είμαστε ειλικρινείς: λίγοι θα βρουν χρόνο και διάθεση για να χωθούν σε ένα τέτοιο κείμενο (μια εφηβεία δεν φτάνει για όλα). Τη θέση της χρονοβόρας ανάγνωσης παίρνουν πλέον οι μεσολαβητές, που καλούνται να μεταφέρουν την ουσία μαζί με ένα περίγραμμα τέλος πάντων του πρωτότυπου: ο κινηματογράφος από τη μια (άφταστος σε ό,τι αφορά το στοιχείο της περιπέτειας) και το θέατρο από την άλλη (ακόμα μοναδικό σε ό,τι αγγίζει τον πυρήνα της δραματικότητας). Περιττό να θυμίσω ότι ένα κλασικό λογοτεχνικό έργο φέρει κανονικά κι άλλα, -όπως ότι κουβαλά το ίχνος γραφής του συγγραφέα, αυτό που σπάνια διασώζεται και ακόμα σπανιότερα εκτιμάται σε μια μεταφορά…
Κι όμως είναι αυτό που εκτίμησα πριν από όλα στη συγκεκριμένη μεταφορά της Μπροντέ και της μετάφρασης του Αρη Μπερλή από την Ελενα Μαυρίδου πρώτα, και τον Σίμο Κακάλα μετά. Μια μεικτή τεχνική και ένας αριθμός μέσων στην ουσία κλείστηκαν σε μια σύντομη όσο και πλούσια απόφαση: πως εν αρχή ην ο λόγος. Σοφά η παράσταση αρχίζει με την απλή ανάγνωση των πρώτων σελίδων του μυθιστορήματος της Μπροντέ, πριν αρχίσει να αιωρείται και να σηκώνεται από τη σελίδα, λες κι από εσωτερική ανάγκη, σαν την αναπαράσταση ενός μυστηρίου.
Κι αυτό αληθινά συμβαίνει. Τα «Ανεμοδαρμένα ύψη» προσεγγίζονται όχι σαν έργο μυστηρίου αλλά ως έργο-μυστήριο. Το είπα και στην αρχή, τα «Ανεμοδαρμένα ύψη» είναι ένα από τα κεντρικά μυθιστορήματα ενός ούτως ή άλλως μυθιστορηματικού αιώνα (τα άλλα ασφαλώς ανήκουν στη Ρωσία). Πριν καταλήξεις ωστόσο στη μυστηριακή φύση του, χρειάζεται πρώτα να αφήσεις αρκετές από τις αποσκευές και τις προκαταλήψεις σου.
Υπάρχει ας πούμε ολόκληρη λίστα από εκείνους με τους οποίους συνδέθηκε η σκοτεινή, αταύτιστη γραφή της Εμιλι Μπροντέ: από τον Σέξπιρ μέχρι τον Μαρξ. Τους αφήνουμε όμως προς το παρόν, γιατί πριν αρχίσουμε να ανηφορίζουμε για τον Πύργο της Εμιλυ, πρέπει πρώτα να φροντίσουμε να μη χαθούμε στην κοντινή διασταύρωση: μην πάρουμε τον λάθος δρόμο προς την εξίσου σημαντική «Τζέιν Εϊρ» της αδελφής της.
Κατά τη γνώμη μου όλοι κάνουμε το ίδιο λάθος. Διαβάζουμε τα δύο έργα σαν να είναι δεμένα με δεσμούς αίματος, ενώ είναι ετεροθαλή. Κυρίως αναζητούμε πάντα -έτσι δεν έκανε κατά κόρον η κινηματογραφική μεταφορά του «Πύργου»;- την Τζέιν και τον Ρότσεστερ στους Κάθριν και Χίθκλιφ. Ζητούμε λύση και ευτυχία.
Εδώ όμως τα πράγματα είναι διαφορετικά. Είναι αληθινά σκοτεινά, αληθινά άγρια και αληθινά δυσερμήνευτα. Αφού η κριτική πρώτα αηδίασε και ύστερα γοητεύτηκε από τη βία στο υπόστρωμα του έργου, κάποια στιγμή παραδέχτηκε την ήττα της: ώστε κανείς δεν μπορεί να καταλάβει τι αληθινά συμβαίνει στον βυθό αυτών των προσώπων…
Το πιο μυστήριο τελικά ίσως δεν είναι το πώς μεταφέρθηκε στο χαρτί μια τέτοια σύλληψη από μια απομονωμένη κοπέλα στο μόνο της μυθιστόρημα, αλλά το πώς αυτή κατόρθωσε να κουβαλήσει συγγραφικά τους ήρωές της με όλο το μέσα σκότος τους, από την πρώτη μέχρι την τελευταία σελίδα, χωρίς να εμφανίσει ούτε μια στιγμή τον πειρασμό ή την αδυναμία να τους «φωτίσει».
Η παράσταση του «Χώρου» κουβαλά λοιπόν αυτό: το μυστήριο σκότος της Εμιλι. Ας δούμε για παράδειγμα το σκηνικό της Ράνιας Εμμανουηλίδου. Αναπτύσσεται μάλλον σαν μια εγκατάσταση αφήγησης με ένα πρώτο προσκήνιο (σαν χαρακτηριστικό της εποχής) να ανοίγει σε ένα δεύτερο, κάποια στιγμή σε ένα τρίτο επίπεδο, -κάποια στιγμή μάλιστα η παράσταση ξεχύνεται στην πλατεία…
Οπως και στο πρωτότυπο η μια αφήγηση εμπεριέχει μια άλλη, η μια πραγματικότητα κλείνει την επόμενή της. Κι ωστόσο αυτό που κυριαρχεί στο τέλος δεν είναι η «φόρμα». Είναι η σκοτεινή ύλη της ιστορίας, που σπάει τη διατύπωση και φουσκώνοντας μέσα στο κλειστό δοχείο της πραγματικότητας, το υπερχειλίζει. Με μια λέξη, ρομαντισμός.
Δείτε ακόμα τις μάσκες της Μάρθας Φωκά δίπλα στην κούκλα του Στάθη Μαρκόπουλου. Αν τις δούμε προσεκτικά, δεν μεταφέρουν τίποτα άλλο από την παγωμένη εικόνα του/της ηθοποιού. Δύσκολο να καταλάβει κανείς πώς εφαρμόζονται, εκτός βέβαια από όταν δηλώνουν αλλαγή ενός ρόλου (οι έξι ηθοποιοί παίζουν όλους τους ρόλους του έργου). Υπάρχουν στιγμές που λειτουργούν ως «σιγαστήρες», σαν να εμποδίζουν τους ηθοποιούς να εκπέσουν σε μελοδραματικά σχήματα.
Η μάσκα τότε προστατεύει την αφήγηση, δρα σαν ανασταλτικό του αισθήματος προς χάριν ενός λόγου που, καθώς φαίνεται, μόνο μελοδραματικός δεν είναι. Το μυαλό μου κάποια στιγμή φεύγει στη θεωρία περί «υπερμαριονέτας» του Γκόρντον Κρέιγκ…
Το ίδιο πρέπει να δούμε και στις ερμηνείες. Καθώς οι ηθοποιοί παίζουν παραπάνω από έναν ρόλους, θα τονίσω μόνο την προσφορά καθενός στους βασικούς: η Δήμητρα Κούζα έδωσε στην Κάθριν τον μετεωρισμό και την αυτοακύρωσή της. Απέναντί της ο Μιχάλης Βαλάσογλου υψώθηκε σαν ένας άγριος, δυσθεώρητος και σκοτεινός Χίθκλιφ. Ο Κωνσταντίνος Μωραΐτης θαυμάσιος στη μετάβασή του από τον κύριο Λόκγουντ στον Εντγκαρ, όπως και ο Γιάννης Λεάκος σαν γερο-Ιωσήφ και Χίντλι.
Η Μαντώ Κεραμυδά σηκώνει το κύριο βάρος της αφήγησης σαν Νέλι Ντιν. Και η Φελίς Τόπη αποδεικνύεται ίσως η πιο κοντινή στο παίξιμο της μάσκας, ίσως γιατί η Ισαβέλλα της είναι μια συμβολική «κούκλα».
Είναι μια φτηνή παράσταση από την άποψη της παραγωγής, που καταπιάνεται με κάτι αληθινά μεγάλο. Είναι γνωστό το στοίχημα και εδώ και δεκαετίες λέγεται «φτωχό θέατρο». Είναι ο φθόνος κάθε πλούσιου καλλιτεχνικού ξάδελφου, ένα θέατρο που πετυχαίνει να δημιουργεί καίρια αίσθηση του μεγάλου και ανείπωτου με μόνο εφόδιο τη σκηνική ποίηση και μαρτυρία.
Ως είθισται, η παράσταση του «Χώρου» περιλαμβάνει το μέρος του «Πύργου» που αφορά την «πρώτη γενιά» του, με το δεύτερο μέρος να έχει κιόλας εξαγγελθεί για το επόμενο φθινόπωρο. Το τόλμημα είναι ομολογουμένως μεγάλο. Αλλά… υπάρχει κανείς που είδε αυτό το πρώτο μέρος και δεν θα κλείσει νοητά θέση για τη συνέχεια;
