Ακόμη μία λαμπρή -στη συνέχεια αρκετών άλλων…- παράσταση του Θωμά Μοσχόπουλου στην «Πόρτα» (σε συμπαραγωγή με το ΔΗΠΕΘΕ Κοζάνης), δείγμα της ώριμης ευφυΐας του και της ικανότητάς του να μεταποιεί, να εντάσσει και να ζωντανεύει σπουδαία λογοτεχνικά κείμενα στον κόσμο του θεάτρου. Τίποτα το νέο, επομένως, από τη μεριά της κριτικής αποτίμησης της παραγωγής, από τη μεριά μιας, σχεδόν αναμενόμενης πια, καλλιτεχνικής «επιτυχίας»…
Το νέο και το θαυμαστό έρχεται αυτή τη φορά από την ίδια την επιλογή της «Πόρτας». Πρόκειται για ένα δυσεύρετο κείμενο -τουλάχιστον στην πληθώρα των διασκευών του θεάτρου μας- γραμμένο από τον βασικό μάρτυρα της νεωτερικής ταυτότητας.
Το «Καντίντ» του Βολτέρου είναι από κάθε άποψη και πριν από όλα ο «Βολτέρος» του Καντίντ: διάλογος γύρω από το κεντρικό πρόσωπο του Διαφωτισμού, και παραπέρα, γύρω από ό,τι σήμερα θεωρούμε πρόοδο ή οπισθοχώρηση μπροστά σε μια ιδέα που ονομάζουμε «νεότερο δυτικό πολιτισμό» και σε ένα πρότυπο στο οποίο αναγνωρίζουμε τον αγωνιστή «διανοούμενο».
Τίποτα δεν μπορεί να εκφράσει με τέτοιο εναργή τρόπο το πείσμα και το πνευματικό αδιέξοδο του Βολτέρου, τη μαχητικότητα μαζί με την απαισιοδοξία του, όσο το αριστούργημα τσέπης που ο ίδιος εξέδωσε τριάντα χρόνια πριν από τη Γαλλική Επανάσταση, κάτω από τον τίτλο του «αγαθούλη» και αντι-ήρωα Καντίντ.
Ο «Διαφωτισμός», ως γνωστόν, δεν είναι θέση, αλλά δράση. Δεν θα πει να «ξέρεις» αλλά να αναζητάς ελεύθερος ή, καλύτερα, ελευθερωμένος. Σημαίνει πρώτα από όλα να τολμάς, και γι’ αυτό ο αληθινός διαφωτιστής είναι ένας ακτιβιστής του πνεύματος, καυστικός αρνητής των βεβαιοτήτων και τελεστής του ανικανοποίητου. Σε αντίθεση με τον κακομοίρη τον Καντίντ του μυθιστορήματος.
Αυτός νομίζει ότι ξέρει, όταν στην πραγματικότητα στέκει δέσμιος του καθησυχασμού που στην εποχή του θέλει να βάλει τον πανάγαθο Θεό σε νέα ελκυστική συσκευασία. Μπροστά του ο Βολτέρος βλέπει τον Λάιμπνιτς, και όπως κάθε σατιρικός πριν από αυτόν (και μετά), απ’ αυτόν αρχίζει να δαγκώνει: τον υπεραπλουστεύει βέβαια και τον αδικεί – ωστόσο κι αν αδικεί τη θεωρία του, κατανοεί πλήρως τις συνέπειές της.
Η θέση του Λάιμπνιτς για τον «καλύτερο από όλους τους δυνατούς κόσμους» (που είναι ο δικός μας!) ασφαλώς και δεν εμπεριέχεται στον Καντίντ -όπως δεν περιέχεται ο Σωκράτης στις «Νεφέλες»- παρά μόνο σαν κάτι που μοιάζει με θεωρητική γυψοσανίδα. Αυτό που κατά βάθος βάλλεται στον «Καντίντ» είναι η πεποίθηση εφησυχασμού που καλλιεργείται συλλήβδην από τους ταγούς του κόσμου και κυρίως από τον κυριότερο κατά τον Βολτέρο ανάμεσά τους: από τον χριστιανισμό. Οπως συμβαίνει από κτήσεως κόσμου, ο Βολτέρος τα λέει στη νύφη για να τα ακούσει η πεθερά.
Οχι πως θα δίσταζε να τα πει κατάμουτρα και στην ίδια… Αλλά αρκετά. Κάπου εδώ τελειώνει ο σκοπός του σημειώματος για το ίδιον τον «Καντίντ», με τη θερμή παρότρυνση να δείτε την παράσταση στην «Πόρτα», αν όχι για τίποτε άλλο, έστω και μόνο για χάρη του ίδιου του Βολτέρου. Δεν αφήνει τίποτα όρθιο, Εκκλησία, παπάδες, κράτος, πόλεμο, στρατούς, εθνικότητα, Αριστοτέλη και Πλάτωνα και Ρουσό, ό,τι βρει μπροστά της η πένα του, ό,τι αντιδρά ακόμη κάτω από το βαρύ πέλμα της απαισιοδοξίας του (όχι για τις δυνατότητες της ανθρωπότητας, αλλά για την αληθινή της κατάσταση).
Αφήνω λοιπόν αυτή την πλευρά, για να επανέλθω στην παράσταση του Μοσχόπουλου στην «Πόρτα». Τονίζω εξ αρχής πως δεν πρόκειται απλώς για «μεταφορά» του αφηγήματος στη σκηνή. Οπως συνηθίζει ο σκηνοθέτης, η παράστασή του αποτελεί κανονική δραματοποίηση του «Καντίντ», που θα διεκδικούσε μάλιστα από μόνη της καλλιτεχνικές δάφνες.
Δείχνει ανάμεσα σε πολλά άλλα τη βαθιά γνώση του σκηνοθέτη στο μιλιέ εντός του οποίου ο «Καντίντ» λογοτεχνικά αναπνέει. Πρόκειται για το περίφημο «σαλόνι» (πριν καταλήξει στα χέρια των αστών), ως χώρο παιχνιδιού και επιτήδευσης των αριστοκρατών του 18ου αιώνα. Εκεί, σε αυτό το περιβάλλον, ο κοσμογυρισμένος Καντίντ αναλαμβάνει να αφηγηθεί την ιστορία του και με τη βοήθεια (και την υπόγεια διακωμώδηση) των συμποσιαζόμενών του να την αναπαραστήσει.
Αυτό γεννάει τη θεατρική εν θεάτρω παράσταση μπροστά μας και δίνει την αφορμή στον Μοσχόπουλο να ξεδιπλώσει για ακόμη μία φορά την ικανότητά του στο να φτιάχνει μια σκηνή ονειρική και ρευστή, σαν κάποιο υγρό που κινείται προς κάθε κατεύθυνση και παίρνει απρόσμενα σχήματα μπροστά μας. Κατά τη γνώμη μου, σε αυτή τη θεατρικαλιστική τεχνική, είναι ο μέγιστος των σκηνοθετών μας και ο βασικός εκπρόσωπος του Στρέλερ στο ελληνικό θέατρο. Εδώ προσθέτει και άφθονη δόση αυτοσαρκασμού (όπως στη θαυμάσια στιγμή αναγγελίας του διαλείμματος)!
Κάνει μαζί και κάτι άλλο, που θα ήταν καλό να μην περάσει ασχολίαστο. Με όχημα το θέατρο συμπληρώνει το κοσμοείδωλο του «Καντίντ», με τη –δική του– πρόταση. Ανάμεσα στους κόσμους που θα μπορούσαν, να υπάρξουν και στον δόλιο (διόλου καλύτερο) κόσμο όπου πραγματικά ζούμε, παρεμβάλλεται σαν παρηγορία ο κόσμος του θεάτρου. Δεν νομίζω ότι κάτι τέτοιο θα παρηγορούσε τον Καντίντ, ωστόσο θα μπορούσε πιθανόν για λίγο να ξεκουράσει το πνεύμα του στην οδυνηρή περιπλάνησή του: η σκέψη μιας τέχνης, που μπορεί όχι μόνο να παίζει με την πραγματικότητα, αλλά να αποκαλύπτει με ποίηση τις αληθινές της διαστάσεις.
Αυτό, αν ισχύει, είναι μια φιλοσοφική από μόνη της κατάθεση στον διάλογο του Καντίντ, από τη μεριά του σκηνοθέτη. Και έτσι το απόκρυφο τέλος του έργου, εκεί, στον «κήπο του δουλευτή της γης», μακριά από τις Σειρήνες της φιλοσοφίας, αποκτά το νόημα κάποιου που αφήνει κατά μέρος τις αυταπάτες της παιδικότητας και εργάζεται ταπεινά για την ίδια την (πιθανή, αλλά όχι σίγουρη) ενηλικίωσή του στο μέλλον. Το θέατρο είναι κι αυτό μέρος της διαδικασίας ωρίμανσης από την κρίση της σοφίας στη σοφία της κριτικής.
Για τα υπόλοιπα, ας μιλήσει η παράσταση. Αψογοι ρυθμοί, ιδέες (στις σκηνογραφικές μινιατούρες της Ευαγγελίας Θεριανού και τα κοστούμια της Κλαιρ Μπρέισγουελ), η αίσθηση συνόλου και η ελαφριά σκηνή μιας «Πόρτας» που ονειρεύεται – δεν είναι αρετές αυτές, είναι το ίδιο το ύφος του Μοσχόπουλου.
Για τους ηθοποιούς ισχύουν και εδώ τα γνωστά και κοινότοπα… Το ανσάμπλ σαν πολυπλόκαμος οργανισμός που απλώνεται στο τοπίο της σκηνής και το καταλαμβάνει απ’ άκρη σ’ άκρη (Ελένη Βλάχου, Ειρήνη Μπούνταλη, Ευσταθία Τσαπαρέλη, Μάνος Γαλανής, Παντελής Βασιλόπουλος, Φοίβος Συμεωνίδης, Βασίλης Κουλακιώτης και Δημήτρης Φουρλής).
Το υπομειδίαμα όμως του Μιχάλη Συριόπουλου χωριστά, σαν Καντίντ, θα μας συντροφεύει για καιρό. Ξεκινά από τον Βολτέρο και καταλήγει στον Τσέχοφ. Χαμόγελο που καταλήγει κάποτε στη συγκατάβαση. Ή μήπως στην παραίτηση;… Ισως και όχι… Πιθανόν να καταλήγει στην αυτογνωσία του Καντίντ ή την αποφασιστικότητά του. Ομοια όπως το μειδίαμα των αρχαϊκών αγαλμάτων συνόδευσε κάποτε το βήμα τους προς τα εμπρός. Προς μια πρώτη, κατακυρωμένη, αισιοδοξία της ανθρωπότητας.
