Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Κάποια παλιά και ξεχασμένα μονόπρακτα του Παύλου Μάτεσι, της δεκαετίας του ’80, το «Φτερό» και η «Αντώνα», ευτύχησαν να φτάσουν σήμερα στα χέρια του Γιάννη Σκουρλέτη και της Γλυκερίας Μπασδέκη. Και μέσω αυτών να δικαιωθούν πλήρως. Τα «Αμάραντα» στο Faust υπήρξαν πιθανόν η πιο γοητευτική απόδοση του είδους του ελληνικού μαγικού ρεαλισμού που ο συγγραφέας καλλιεργούσε σταθερά, αν και είχε δει δικαιωμένο μόνο στα μυθιστορήματά του -στη σκηνή το ιδιάζον σαρκαστικό και λυρικό ύφος του δεν διακρίθηκε ποτέ από το σύμφυτο θέατρο του παραλόγου ή από το περιβάλλον μιας εξεζητημένης ηθογραφίας.

Δικαιώνονται τώρα γιατί μιλούν πάλι σε ζωντανούς. Το ότι δεν ξεχωρίζουμε πού τελειώνει ο δικός τους λόγος και πού ξεκινά ο λόγος της Μπασδέκη δείχνει, αν μη τι άλλο, πως μεταξύ πρώτου και δεύτερου συγγραφέα υπάρχει ρεύμα που αρδεύει τόπους ζώσας ιθαγένειας. Και το ότι το τελικό κείμενο βρήκε τέτοια εικόνα, μορφή και ατμόσφαιρα, τόσο σώμα και παρουσία, φανερώνει ότι η πορεία του Γιάννη Σκουρλέτη και των συνεργατών του συνεχίζει τον παλιό δρόμο του Μάτεσι με νέα περπατησιά.

Δεν πρωτοτυπώ, το ξέρω. Ως γνωστόν η παράσταση άρεσε πολύ και εκτιμήθηκε από το κοινό που διέκρινε σε αυτήν κάτι περισσότερο από μια λοξή ματιά σε εθνικά θέματα. Είδε μαζί και κάτι άλλο: πως δίπλα στα ρείκια των μεγάλων δημόσιων δρόμων της εθνικής αφήγησης, φυτρώνουν ταπεινά λουλούδια που λέγονται «αμάραντα». Είναι λουλούδια που διακοσμούν τα βάζα μας, συνήθως αποξηραμένα –δηλαδή, ούτε ζωντανά ούτε ακριβώς μαραμένα, με μια δική τους ταπεινή και σιωπηρή ομορφιά, μια γοητεία που πηγάζει όχι τόσο από αυτό που είναι, όσο από αυτό που ανακαλούν και διασώζουν.

Ετσι και τώρα στη μικρή σκηνή του Faust. Σε ένα κοντινό μας παρόν, ο Μέμος, πρωταγωνιστής του μηδενός, ο οποιοσδήποτε αποτυχημένος ηθοποιός που κατέληξε μπουλουκτσής στα μεταπολεμικά χρόνια, θρηνεί τον πεθαμένο συνεργάτη, φίλο κι εραστή του Στάμο. Και μαζί με εκείνον θρηνεί μια ακόμη ακυρωμένη ευκαιρία επιτυχίας. Μετά από χρόνια και άπειρες περιπλανήσεις σαν ντουέτο στην επαρχία, οι δυο τους είχαν τώρα τη δυνατότητα να παίξουν σε ένα μεγάλο τσίρκο στη Νέα Φιλαδέλφεια, μπροστά σε μεγάλο κοινό, και μάλιστα σε ιδιαίτερη συγκυρία: η ίδια η ώρα μοιάζει να περιέχει μια αναμονή, σαν να προετοιμάζεται στον τόπο κάποια μεγάλη, λαϊκή «επανάσταση».

Ο Μάτεσις φαίνεται πως ανακαλεί μια συγκεκριμένη εποχή, της «Αλλαγής», την τότε τάση να προσκαλούνται στη σκηνή παραγκωνισμένοι μέχρι πρότινος πανηγυριώτες μουσικοί και μπουλουκτσήδες, εν είδει διακόσμησης περισσότερο παρά ως ειλικρινή αναγνώριση της προσφοράς τους και πάντα στο περιβάλλον του αστικού πατερναλισμού. Αν κάτι λέει το «Φτερό», είναι η βαθιά ανικανότητα εκείνης της εποχής (και της τωρινής) να αντιληφθεί τη ζωή αυτών των καλλιτεχνών έξω από σχήματα της αφήγησης περί ενός καθαρού και αμόλυντου, λαϊκού, ελληνισμού.

Εδώ όμως βρίσκονται τα πάντα, κι όλα μαζί τα αντίθετα: θέατρο και πραγματικότητα, ποίηση και κυνισμός, η δύναμη της ζωής και το βύθισμα του θανάτου βρίσκονται σε αυτά τα παρασκήνια, στο λίγο πριν και λίγο μετά της παράστασης. Κοντά στον Μέμο και η εξίσου αμφιλεγόμενη γυναίκα του Στάμου, η Μερόπη, που περιμένει το μερτικό του μακαρίτη από τη σημερινή «μέντια». Και αν αυτοί ήταν ήδη αρκετοί για ένα τόσο στενό χώρο, στο δωματιάκι χωράνε κι άλλοι νεκροί: ο ίδιος ο Στάμος που στη μνήμη συνεχίζει να υπάρχει σαν εικόνα. Λάμπει κατάφωτος στην παραδοσιακή στολή της Νάουσας, απαλλαγμένος από τη φθορά και την τριβή των ζώντων. Και πιο κει, η Αντώνα, μια εφτάψυχη καλλιτέχνις αόρατη από τους άλλους, αφηγείται τους πολλαπλούς θανάτους της με την ψυχρότητα ενός τετελεσμένου και τη δωρικότητα του αναπόδραστου.

Να σταθούμε για λίγο σε αυτό το σημείο. Για να θυμίσουμε πως το σημαντικό στον Μάτεσι, την Μπασδέκη και τον Σκουρλέτη δεν είναι να δούμε όλα αυτά σαν κάποια περίεργα, εξωπραγματικά ή εξεζητημένα φαντασιοκοπήματα. Αυτά τα ίδια αποτελούν στο θέατρό τους απτά σημεία μιας λησμονημένης πραγματικότητας που περιλαμβάνει εγκαταλελειμμένα στρώματα συλλογικής ευαισθησίας, δυσφημισμένα ιθαγενή βιώματα και μαζί ένα μαγικό βλέμμα στα μικρά, άτακτα και ασυνάρτητα τρίμματα της υπόγειας μνήμης.

Και αυτά τα ταπεινά κτερίσματα δεν θα τα βρούμε κάπου συγκεντρωμένα αλλά διάσπαρτα στις ζωές των καταφρονεμένων, των περιττών και των αδικημένων. Η δική τους Ελλάδα είναι ένας θίασος που περιφέρεται ανυπόληπτος και αδικημένος ανάμεσα στην αντίφαση και το παράλογο και που διασώζεται στην κωμωδία και την τραγωδία, για όσο φυλάει στο κέντρο της έναν μαγικό χώρο στον οποίο όλα ενώνονται και ενωμένα, αναγεννιούνται.

Είναι περιττό να πω ότι με αυτήν την παράσταση προχωρούμε ακόμη ένα βήμα στην οδό των Φιλελλήνων, χωρίς καμιά ενοχή για τα ετερόκλητα στοιχεία, τους ρύπους και τα αδιέξοδα των αντιφάσεων. Το σκηνικό του Κωνσταντίνου Σκουρλέτη αποτελεί μια μεταμοντέρνα συσσώρευση ετερόκλητων στοιχείων προς μια εννοιολογική μετα-σύνθεσή τους: χάρτες και ψιμύθια, χώροι μεγαλείου και συντριβής, χώροι για ζωντανούς και για νεκρούς. Σε αυτό το «θέατρο» ακουμπά όλη η Ελλάδα, εδώ βρίσκεται το καταφύγιο και η σωτηρία της. Το θέατρο αυτό της χάρισε την ικανότητα να μεταβάλλει (στο τότε και το τώρα) σε οίστρο της ζωής τον φόβο του θανάτου.

Κι αυτό το θέατρο είναι τελικά οι ηθοποιοί του. Ο Αλέκος Συσσοβίτης πρώτα, σε μια σπουδαία ερμηνεία που ο ίδιος φαίνεται ότι περίμενε καιρό. Στο πρόσωπο του Μέμου βάζει πολλές μορφές, από τη βαριά μακεδονίτικη προφορά μέχρι την ελαφράδα της θεατρικότητας. Η Μαρία Σκουλά δίνει μια τρανς μορφή, φτιαγμένη μισή από λούμπεν νατουραλισμό και μισή με τη μαγική σκόνη της θεατρικής φιγούρας. Η Μπέττυ Βακαλίδου αποδίδει το πνεύμα της χαμένης ζωής, που δεν μπόρεσε να τραβήξει μπρος και να δικαιωθεί: στο τέλος η μορφή της ξαποσταίνει για λίγο πάνω στα αμάραντα, πριν ξαναγεννηθεί, για να πεθάνει πάλι. Τέλος, κάπου εκεί ζει κι ο Στάμος του Αλέξανδρου Παπαϊωάννου, με τη λάμψη της εθνικής ιδέας και το σώμα του προσωπικού, απόκρυφου έρωτα.

Μιλούν από κοινού για όσα δικά μας δεν μαραίνονται ποτέ αληθινά -αλλά και δεν ζουν όπως τα άλλα…