Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ακόμα μία αξιόλογη παράσταση της Πειραματικής του Εθνικού, που κι αν δεν έχει πείσει ακόμη τους πάντες πως είναι «πειραματική» (λες και υπάρχει κάποιος δείκτης «πειραματικότητας» ειδικός για τα υπόγεια των θεάτρων), έχει ελπίζω πείσει πια αρκετούς πως έχει γίνει τουλάχιστον «νεανική».

Το κρίσιμο για μια τέτοια απόπειρα δεν βρίσκεται μόνο στο τι ανεβάζει, αλλά στο κοινό που συγκεντρώνει κι εκπροσωπεί. Και μου φαίνεται πως στην περίπτωση της Πειραματικής το κοινό αυτό είναι από τα πιο ζηλευτά της Αθήνας∙ η παρουσία του δημιουργεί εκείνη την αίσθηση οικειότητας και καλής διάθεσης που χαρακτηρίζουν την ιδιοσυγκρασιακή σκηνή της Πανεπιστημίου.

Το «Γελοίο σκότος» του Βόλφραμ Λοτς είναι το πιο πρόσφατο απόκτημα του γερμανικού θεάτρου (2015), ήδη διακεκριμένο από τους εκεί κριτικούς και την απαιτητική κοινότητα. Πολύ γρήγορα, μόλις δύο χρόνια μετά το πρώτο ανέβασμα στη Γερμανία, το «Σκότος» ελαύνει τώρα και στο δικό μας Εθνικό, χάρη στη θεατρικότατη μετάφραση του Γρηγόρη Λιακόπουλου και τη φρέσκια σκηνοθετική ματιά της Κατερίνας Γιαννοπούλου.

Η υπόθεση του «Σκότους» δεν θυμίζει μόνο την «Αποκάλυψη τώρα» του Κόπολα. Είναι κατά κάποιον τρόπο η παρωδιακή μεταφορά της στο σήμερα, στα «ανατολικά δάση» του… Αφγανιστάν και στην αποστολή Ευρωπαίων -αντί Αμερικανών- στρατιωτών. Η ταινία του Κόπολα ήταν στα τέλη του 1970 μια κατάδυση στην ταυτότητα του Νέου (και του Δυτικού) Κόσμου – ταυτότητα που διαλύεται καθώς μια ομάδα Αμερικανών στρατιωτών ανεβαίνει τον ποταμό Νουνγκ και καταπίνεται αργά από τη ζούγκλα του.

Ετσι κι εδώ· μόνο που τώρα στο στόχαστρο του Λοτς βρίσκεται η ευρωπαϊκή κουλτούρα κι ό,τι συγκροτεί τη σύγχρονη συνείδηση του Παλιού Κόσμου. Αυτή τη φορά το ταξίδι με το κανό μέσα στη ζούγκλα, για να βρεθεί ο παρανοϊκός Ολλανδός αντισυνταγματάρχης, είναι στην πραγματικότητα μια μεταμοντέρνα Οδύσσεια που περιλαμβάνει απίθανους τύπους: έναν Σομαλό απόφοιτο της ανώτατης Σχολής Πειρατείας, κάποιον διαταραγμένο Ιταλό κυανόκρανο, έναν Σέρβο μικροπωλητή, έναν παπαγάλο εκφωνητή ειδήσεων… Μια παρέλαση τρελών, που στο σύνολό τους συνθέτει μια κωμικοτραγική κουστωδία.

Μη μας αποπροσανατολίζει η επίδειξη εκ μέρους του Λοτς μιας πιντσονικής βιρτουοζιτέ στη χρήση της ειρωνείας και των υπόγειων αναφορών της. Το έργο είναι βαθιά και βαριά πολιτικό – στο πρόσφατο κύμα μπρεχτισμού στον 21ο αιώνα.

Υπάρχει κι εδώ αλληγορία, αφηγηματικότητα· υπάρχει πάνω απ’ όλα η αποστασιοποιημένη (έως παρεξηγήσεως μάλιστα) στάση απέναντι στο δράμα της ιστορίας. Ενα σύντομο όσο και εντυπωσιακό παράδειγμα: στη μέση του ποταμίσιου ταξιδιού τους οι στρατιώτες συναντούν κάποιον πλανόδιο Σέρβο και την περίεργα τραγική ιστορία του.

Εφτασε στον Αφγανιστάν αφού έχασε τη γυναίκα και το παιδί του από τη φωτιά που ξέσπασε όταν ένας αμερικανικός πύραυλος χτύπησε το γειτονικό διυλιστήριο στην πόλη του. Και ποιος άραγε να φταίει για το κακό;

Ο ίδιος κατηγορεί μόνο τον εαυτό του. Αυτός πρέπει να φταίει, αφού κανένα άλλο σπίτι στη γειτονιά δεν πήρε φωτιά. Φταίει μονάχα αυτός, που δεν άκουσε τη γυναίκα του και έστησε την καταραμένη παλιομοδίτικη πέργκολα στον κήπο· την πέργκολα που πήρε φωτιά από το θραύσμα του πυραύλου και σκότωσε την οικογένειά του. Ιδού πώς η ενοχή για ένα έγκλημα πολέμου φτάνει να βαραίνει κάποτε το ίδιο το θύμα του.

Προσωπικά ως αυτόπτης μάρτυρας της (πολυδιαφημισμένης) γερμανικής παράστασης (στο τελευταίο Bitef) δηλώνω ευθαρσώς πως η παράσταση της Πειραματικής φάνηκε σε όλα ανώτερή της… Η γερμανική εκδοχή εγκλώβιζε το έργο, θυμάμαι, στην ατμόσφαιρα σήψης και πολιτικού σχολιασμού, όταν η ελληνική το αφήνει να αναδυθεί μέχρι τα ύψη του σουρεαλιστικού ευθυμογραφήματος, της πολιτικής φάρσας και του θεατρικού παιχνιδιού.

Στη γερμανική σκηνοθεσία (που είχε ακόμη ένα στοιχείο προβολής, ότι παιζόταν αποκλειστικά από γυναίκες) το έργο του Λοτς έμοιαζε τετριμμένο και κοινότοπο. Αντίθετα, στο υπόγειο του Εθνικού προβάλλει διαβολικά εύστροφο, ύπουλα ανατρεπτικό κι εξουθενωτικά εύστοχο.

Το κεντρικό σημείο της πολύ «μπρεχτικής» σκηνοθεσίας της Γιαννοπούλου βρίσκεται στο να δοθεί μια κατάσταση παρανοϊκής ελαφρότητας σε έναν μεταμοντέρνο κόσμο, μια πραγματικότητα (σκηνική, τηλεοπτική, εικονική) που χάνει το νόημά της σε αλλεπάλληλα στρώματα ψεύδους. Η Ευρώπη αναζητεί τον εαυτό της σε ένα δικό της ακήρυκτο «Βιετνάμ», όταν γύρω της ένας κόσμος αφασικός και ακατανόητος καταναλώνει πλαστές εικόνες και σκόρπιες ιστορίες σαν τηλεοπτικά σνακ.

Κι όλα αυτά, στο «Γελοίο Σκότος» της Πειραματικής, δίνονται με τον τρόπο του αληθινού πολιτικού θεάτρου: όσο το δυνατόν πιο διασκεδαστικά και «δισδιάστατα», χωρίς ίχνος μελοδραματισμού. Η Κατερίνα Γιαννοπούλου και οι ηθοποιοί της ζήτησαν μια παράσταση που να μην επιβάλλει αλλά να υποβάλλει την κριτική, κρατώντας στην επιφάνεια την τρέλα του Λοτς μαζί με τη νεανική διάθεσή τους για κάποιο αντιστάθμισμα της γύρω τραγωδίας.

Η Γωγώ Παπαϊωάννου αποδίδει άψογα τον Ευρωπαίο λοχαγό που παραμένει μέχρι τέλους πιστός στο πρωτόκολλο – είναι ο κύριος αφηγητής της ιστορίας κι όμως ο πιο άγνωρος ταξιδιώτης της. Ο Βασίλης Σαφός τον συνοδεύει: ο ρόλος του όμως φέρει μια πρωτεϊκή απλοϊκότητα, μια παιδικότητα που τον βοηθά να επικοινωνεί με μυστικές πλευρές της πραγματικότητας.

Ο Μάριος Παναγιώτου και ο Γιώργος Κισσανδράκης είναι αυτό που λέμε «ρόλοι-μπαλαντέρ»: αντλούν από παντού (ο Κισσανδράκης στην πιο δυνατή στιγμή του θυμίζει τον Κρίστοφερ Γουόκεν στον «Ελαφοκυνηγό»), μπαινοβγαίνουν σε χαρακτήρες, δίνουν στο παιχνίδι την ελαφράδα και αγριάδα του.

Πολυσυλλεκτική η όψη της παράστασης (κάτι από Forced Entertenment, κάτι από Rimini Protokoll) και όμως, στο τέλος, αυτόφωτη. Λειτουργικά και παιγνιώδη τα σκηνικά και κοστούμια της Νίκης Ψυχογιού, εξαιρετικοί οι φωτισμοί της Χριστίνας Θανάσουλα, δραματουργικά καίρια η μουσική επένδυση της Νεφέλης Σταματογιαννοπούλου και του Πάνου Τσεκούρα.