Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Σε αυτές τις περιπτώσεις αναρωτιέται κανείς από πού να ξεκινήσει∙ ας ξεκινήσει λοιπόν από την αρχική ιδέα…

Γιατί η συνεργασία του Εθνικού με το Θέατρο Τέχνης πρέπει να σημειωθεί σαν μια καθ’ όλα ιστορική τομή στο θέατρό μας.

Δεν είναι μόνο το γνωστό σχήμα περί ανάγκης και φιλότιμου. Για το νεότερο ελληνικό θέατρο το σχέδιο ανεβάσματος της τριλογίας του Τσίρκα σε τρεις σκηνοθετικές οπτικές και χρόνους (ένα βιβλίο περίπου ανά έτος), σημαίνει κάτι περίπου σαν το τέλος της Ιστορίας, όπως αυτή διαμορφώθηκε μετά το ’42, με τους δύο πόλους, τους δύο ερμηνευτικούς άξονες, τις δύο «σχολές» και -κάποτε- τα δύο στρατόπεδα.

Επειτα έρχεται η επιλογή του Τσίρκα. Που δεν είναι από μόνη της λιγότερο ιστορική.

Οι «Ακυβέρνητες πολιτείες», εκτός από πανόραμα, εγκόλπιο και εργαλείο αυτοκάθαρσης της Αριστεράς, υπήρξαν ένα από τα λίγα, τα δακτυλομετρούμενα γνήσια μυθιστορήματα του ιθαγενούς λόγου, μυθιστόρημα αληθινό και με τα όλα του: άφθονη περιπέτεια (εξωτερική και εσωτερική), σύνθετες κλιμακώσεις, ελικοειδής εξέλιξη, στροβιλισμός του περίγυρου και κυρίως ένας ήρωας (ήρωες) στο ταξίδι αναζήτησης του χαμένου χρόνου, στην αγωνιώδη απόπειρα αναστοχασμού μέσα στη δίνη των καιρών και με την αγχόνη του χρόνου να επικρέμαται.

Θέλω απλώς να θυμίσω ότι οι «Ακυβέρνητες πολιτείες» –όπως ας πούμε τα καταγωγικά ρωσικά μυθιστορήματα- είναι οργανικά και ειδολογικά κάτι το μεγαλειώδες σε πρόθεση, έκταση και φόρμα.

Και πώς να μεταφερθεί τώρα στο θέατρο; Εδώ ανοίγονται μια σειρά από δοκιμασμένες αποτυχίες.

Η μία θέλει να διασκευάσει εικονογραφικά το έργο, βάζοντας τους ήρωές του να λένε τα λόγια τους επί σκηνής, την ίδια στιγμή που τα σκηνικά αγκομαχούν να προλάβουν τις αλλαγές.

Μία άλλη θέλει να ακολουθήσει τη μέθοδο της «σαλαμοποίησης»: διαλέγεις σκηνές –όσες μυρίζουν περισσότερο θέατρο- κι αναπτύσσεις μόνο αυτές, κι όπως όπως.

Εδώ, όμως, στο «Υπόγειο», από την αρχή κιόλας συμβαίνει κάτι διαφορετικό.

Αν και η επιλογή της Εφης Θεοδώρου και της Παναγιώτας Κωνσταντινάκου είναι να ακολουθήσουν την υπόθεση της «Λέσχης», αυτή τη φορά δεν είναι το πρωτότυπο που οδηγεί τη διασκευή αλλά αντιστρόφως, η διασκευή που επιστρέφει πίσω στο πρωτότυπο.

Πρόκειται για μια «δευτερανάγνωση», για την επιστροφή του θεατή στη θέση του αναγνώστη, στο κείμενο του Τσίρκα και στην επανεκτίμηση της αξίας του, συλλογικά, χορικά, προοδευτικά.

Κατά τη γνώμη μου ορθά: το μόνο που μπορεί να προσφέρει το θέατρο σε ένα τόσο καθαρόαιμο μυθιστόρημα δεν έχει να κάνει με την αφομοίωση του περιεχομένου ή την επανάληψη της αναγνωστικής εντύπωσής του.

Βρίσκεται στο ότι καθώς το θέατρο από τη φύση του είναι κεντρομόλο, μετακινεί το νόημα από την ιστορία πίσω στον άνθρωπο.

Οσες φορές κι αν έχουμε διαβάσει τον Τσίρκα, πόσες πιθανότητες έχουμε να δούμε με τόση διαύγεια ότι μαίνονται σε αυτόν όχι ένας αλλά δύο πόλεμοι;

Ο ένας, ο μεγάλος πόλεμος της Ιστορίας συγχρονίζεται με τον άλλον, τον μέσα πόλεμο του ανθρώπου για εξιλέωση, και το πολιτικό «μπακλαβαδωτό» των Γεροσολύμων βρίσκει το αντίκρισμά του στο υπαρξιακό σχίσμα του ήρωα.

Κι αυτά τόσο αλληλένδετα, ώστε τελικά να μην ξέρεις αν το ένα τοπίο είναι συνέπεια ή αποτέλεσμα του άλλου, αν οι «Ακυβέρνητες πολιτείες» του Τσίρκα και της Ανατολής έχουν κατοίκους τους τους άγιους αμαρτωλούς του Ντοστογιέφσκι κι αν τελικά αυτά τα βασίλεια της Ιστορίας που δένονται αλυσιδωτά είναι «εκ του κόσμου τούτου»…

Αυτή είναι η ποιότητα υπέρβασης του ιστορικού, που κι αν δεν διεκδικεί ασφαλώς κατ’ αποκλειστικότητα το θέατρο, εντούτοις επαίρεται ότι στη σκηνή του μεγεθύνεται και αισθητικοποιείται όσο σε καμιά άλλη ζωντανή ανθρώπινη επινόηση.

Αυτό κρύβεται κατά την άποψή μου πίσω από την απόπειρα της Εφης Θεοδώρου.

Οι ακυβέρνητες πολιτείες του Τσίρκα στο θέατρό της γίνονται ο ακυβέρνητος άνθρωπος -ο ίδιος ο συγγραφέας πρώτα πρώτα-, καθώς αναζητεί τον χαμένο χρόνο και την ολότητα σε θραύσματα.

Δείτε τι συμβαίνει στο «Υπόγειο»:

Σ’ ένα περιβάλλον βιβλίων -το σκηνικό της Ασης Δημητρολοπούλου συνθέτει ένα φανταστικό δαιδαλώδες αρχείο της ανθρωπότητας- ξεπροβάλλει κάποιος θίασος αφήγησης και σωματοποίησης των λέξεων: πρόκειται για ένα χορικό με «πρόσωπα που ζητούν συγγραφέα», που ζητούν πίσω την εικόνα της μνήμης (ο χάρτης της Ιερουσαλήμ σκιτσάρεται κάθε βράδυ από τον Θανάση Δήμου στο λευκό χαρτί), που ζητούν σώμα μαζί με απόφαση για να υπάρξουν.

Η παράσταση διαρκεί τρεις ώρες, δεν με κούρασε ωστόσο διόλου, όπως και διόλου δεν με μπέρδεψε (αν και πρέπει να ομολογήσω πως για επαγγελματικούς λόγους είχα φροντίσει να φρεσκάρω τη μνήμη μου πριν τη δω).

Παρατήρησα, ωστόσο, ότι ξεκινά νωθρά, κάποτε όμως (τουλάχιστον μετά την πρώτη ώρα) παίρνει μπρος και θερμαίνεται.

Υπάρχουν ορισμένα προβλήματα που θα μπορούσαν να έχουν αποφευχθεί: για παράδειγμα, η πολύ συμβατική όψη του Δημήτρη Πασσά στον ρόλο του Συμεωνίδη: αδύνατον να τον φανταστούμε για πολεμιστή (αν και το έργο στηρίζεται στη σχάση του μεταξύ δράσης και γραφής).

Από την άλλη, το «Ανθρωπάκι» που τόσο μισεί αποδίδεται από τον Μανώλη Μαυροματάκη σαν μια μάλλον συμπαθητική φιγούρα: δεν ξέρω αν αυτό προσθέτει μια νότα περαιτέρω μοντερνισμού στο ήδη μοντέρνο αφήγημα (κάτι σαν κριτική του υποκειμενισμού του αφηγητή), φαίνεται ωστόσο να παρεκκλίνει αισθητά από τις προθέσεις του συγγραφέα.

Αδύναμες ερμηνείες

Οι ερμηνείες είναι πράγματι αρκετά αδύναμες -κι όχι απόλυτα με ευθύνη των ηθοποιών.

Οι ηθοποιοί δυσκολεύονται να βρουν πάντα σταθερά πατήματα στον διαρκή στροβιλισμό και την ερμηνευτική ετεροπροσωπία της παράστασης.

Πάντως οι γυναίκες αποδεικνύονται αρκετά καλύτερες σ’ αυτό (Ανθή Ευστρατιάδου, Γιώτα Μηλίτση, Ηλέκτρα Νικολούζου) από τους άνδρες (Θανάσης Βλαβιανός, Γιώργος Κριθάρας, Μάνος Στεφανάκης).

Θυμίζω ότι το θέατρο έχει κατακτήσει το πρώτο και τρίτο πρόσωπο στην πρόσφατη ιστορία του –υπάρχει όμως στη «Λέσχη» ακόμη και αφήγηση σε «δεύτερο πρόσωπο», που δοκιμάζει τις αντοχές του (και το βάρος αναλαμβάνει ικανοποιητικά η Κατερίνα Λυπηρίδου).

Τέλος, μου έλειψε από το σκηνικό η «μεσογειακή κάψα» του Τσίρκα, το περιβάλλον της ιστορικής υπερθέρμανσης και του υπαρξιακού μάγματος των βιβλίων του.

Δεν είναι παρ’ όλ’ αυτά ατυχής η προσπάθεια. Κι αν κρίνεται αυστηρά είναι γιατί αντιπαραβάλλεται με τις μεγάλες προσδοκίες μας, κι ίσως με την κλίμακα του όλου «μεγκα-σχεδίου».

Είπαμε όμως πως ο στόχος ήταν εξαρχής ταπεινότερος: αντί να αντικαταστήσει το μυθιστόρημα στη σκηνή, ζήτησε να συνομιλήσει μαζί του, να το εξανθρωπίσει και να του δώσει «φωνή».

Ελπίζω να δώσει και τη βάση για συνέχεια της προσπάθειας.

Ο φόβος μου είναι μήπως η επόμενη παραγωγή προσελκύσει λιγότερους θεατές από την πρώτη (και η τρίτη λιγότερους από τη δεύτερη). Το αδύναμο σημείο τέτοιων μακρόπνοων σχεδίων είναι πάντα πως λειτουργούν πυραμιδικά στο ζήτημα των εισιτηρίων: κανείς δεν ξεκινά να βλέπει μια τριλογία από τη μέση…

Αλλά σε αυτό βρίσκεται ακριβώς και η πρόκληση. Μαζί να ανεβούμε την πυραμίδα, για να δούμε τη θέα από ψηλά…