Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το Σάββατο, 18/2/2017, η Εθνική Λυρική Σκηνή ξεκίνησε τον τελευταίο κύκλο προγραμματισμένων πλήρως σκηνικών παραστάσεων όπερας στο θέατρο «Ολύμπια».

Επειτα από 73 χρόνια παρουσίας στο αθηναϊκό κέντρο (για την ακρίβεια 69 αν αφαιρέσουμε την τετραετία οικοδόμησης του σημερινού θεάτρου «Ολύμπια» μεταξύ 1954 και 1957) ο μοναδικός κρατικός θεσμός όπερας εγκαταλείπει το ενοικιαζόμενο θέατρο επί της οδού Ακαδημίας για να μετακομίσει στη νέα του στέγη, στο υπερσύγχρονο αρχιτεκτονικό συγκρότημα του ΚΠΙΣΝ.

Μια τελεία μπαίνει σε ένα τεράστιο κεφάλαιο πολιτιστικής μνήμης, ένα νέο κεφάλαιο ξεκινά. Τελευταία σκηνική παραγωγή ήταν η αναβίωση του ροσίνειου «Κουρέα», συμπαραγωγή με το Δημοτικό Θέατρο της Μπολόνιας, σε σκηνοθεσία του Φραντσέσκο Μικέλι.

Το ευπρόσδεκτα (μετα)μοντέρνο στίγμα της παραγωγής είχαμε σχολιάσει και πέρυσι, όταν παρακολουθήσαμε την πρεμιέρα.

Τότε υπογραμμίσαμε με έμφαση ως πιο δυνατά της στοιχεία της τις ενσαρκώσεις των περισσότερων βασικών ρόλων από ακμαίους τραγουδιστές της ΕΛΣ και, κυρίως, την καλοδουλεμένη σκηνοθεσία του Φραντσέσκο Μικέλι, που εκτόξευσε ευθύβολα τον Ροσίνι στα άγρια συμφραζόμενα του 21ου αιώνα.

Εύστοχα, με άνεση και ανάλαφρη παιχνιδιάρικη διάθεση, ο 45χρονος Ιταλός σκηνοθέτης ενέγραψε τους απερίφραστου κυνισμού χαρακτήρες της όπερας των Ροσίνι/Στερμπίνι/Μπομαρσέ στο περιβάλλον της μουσικής showbiz των μεταπολεμικών χρόνων της πατρίδας του.

Δίχως να χάνει από το οπτικό του πεδίο το κυρίαρχο ιδεολογικό στίγμα του «Κουρέα» –αντίθετα επαναδιατυπώνοντάς το με περισσό σαρκασμό στο σήμερα– η πρότασή του απευθύνθηκε ταυτόχρονα στο νεανικό κοινό και στους πιο ώριμους, ψαγμένους φίλους της όπερας. Δύσκολα θα ζητούσε κανείς περισσότερα.

Μουσικά, ωστόσο, η αναβίωση μάλλον δεν ευτύχησε, κυρίως λόγω της άτονης, ανέμπνευστης, βαριάς μουσικής διεύθυνσης.

Ο αρχιμουσικός Αναστάσιος Συμεωνίδης έμοιαζε αδιάφορος προς τις βασικές ποιότητες της μουσικής του Ροσίνι –ελαφράδα, ρυθμική ζωντάνια, σβελτάδα και πλαστικότητα στη φραστική– και, συχνά, η υποστήριξη που πρόσφερε στους τραγουδιστές ήταν ατελής. Τελικά, σε μουσικοθεατρικό επίπεδο, η σωτηρία της παράστασης βρέθηκε στα –ευτυχώς άξια– χέρια των τραγουδιστών.

Ο βαρύτονος Διονύσης Σούρμπης ενσάρκωσε και πάλι έναν ερεθιστικά παιχνιδιάρικο Φίγκαρο με νεανική, ρωμαλέα φωνή και αίσθηση του ροσίνειου ύφους, απολαυστικά σβέλτη, άμεση, ζωντανή σκηνική παρουσία.

Αν και ελαφριά για τον ρόλο, στα πρότυπα των αηδονιών του 19ου αιώνα, η υψίφωνος Βασιλική Καραγιάννη ενσάρκωσε πειστικά την πανούργα Ροζίνα. Απολαυστικός φωνητικά και σκηνικά υπήρξε ο βαθύφωνος Τάσος Αποστόλου στον καρατερίστικο ρόλο του Ντον Μπαζίλιο, εδώ μεταπλασμένο ως απειλητική φιγούρα βγαλμένη από τον θεατρινίστικο κόσμο του gothic rock.

Αξιοπρεπείς υπήρξαν οι λοιποί συμπρωταγωνιστές και δευτεραγωνιστές στους ρόλους τους: ο Αντώνης Κορωναίος (Κόμης Αλμαβίβα), ο Δημήτρης Κασιούμης (Ντον Μπάρτολο), η Αλεξάνδρα Ματθαιουδάκη (Μπέρτα) και άλλοι.