Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Η δασκάλα» του Γιαν Χρεμπέκ έχει στο χέρι τους γονείς των μαθητών της, σε μια απίστευτη ιστορία από το κομμουνιστικό παρελθόν. Πρωταγωνίστρια η Ζουζάνα Μορέρι, βραβευμένη στο Φεστιβάλ του Κάρλοβι Βάρι. Στις αίθουσες και η Νικόλ Κίντμαν με τον εξαιρετικό Ντεβ Πατέλ στο «Lion», ένα δράμα αναζήτησης στη μακρινή Ινδία.

Η δασκάλα   ★★★☆☆

(Ucitelca, Σλοβακία, Τσεχία, 2016, 102΄)

  • σκηνοθεσία: Γιαν Χρεμπέκ
  • ηθοποιοί: Ζουζάνα Μορέρι, Σονγκόρ Κασάι, Πέτερ Μπέμπτζακ, Ζουζάνα Κονέκνα, Ταμάρα Φίσερ, Μάρτιν Χαβέλκα

Στην Μπρατισλάβα, μέσα στη δεκαετία του 1980, η δασκάλα της τάξης είναι σε απευθείας σύνδεση με Μόσχα: μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος, με αδελφή δικτυωμένη στη Σοβιετική Ενωση, λύνει και δένει στο σχολείο.

Μπορεί να είναι κομψή και κοκέτα, να φροντίζει τα καλοχτενισμένα μαλλιά της και τα τακουνάκια της που χτυπούν χαριτωμένα στον διάδρομο, αλλά έχει στο χέρι όχι μόνο τη διευθύντρια και τους υπόλοιπους δασκάλους, αλλά κυρίως τους γονείς των μαθητών, που δέχονται να της κάνουν όποια εξυπηρέτηση και ρουσφέτι, προκειμένου τα παιδιά τους να πάρουν τους βαθμούς που χρειάζονται για να προβιβαστούν.

Ο Γιαν Χρεμπέκ, υποψήφιος για Οσκαρ το 2000 με το ντοκιμαντέρ «Divided We Fall» για τη ναζιστική κατοχή στην Τσεχοσλοβακία, παρουσιάζει ένα κομψοτέχνημα πολιτικής και ηθικής ειρωνείας. Με την καθηλωτική Ζουζάνα Μορέρι στον πρωταγωνιστικό ρόλο (βραβείο στο Φεστιβάλ του Κάρλοβι Βάρι), μ’ ένα επιμελημένο στιλιζάρισμα τόσο στα κάδρα του όσο και στην ανάπλαση της εποχής, στήνει μια μαύρη κωμωδία με τραγικές προεκτάσεις.

Στο δικό του σύμπαν – όπως και στο δικό μας τώρα – η διαφθορά δεν έχει όρια και η νέα γενιά μοιάζει καταδικασμένη σε μια σκοτεινή λούπα συμφερόντων, είτε αυτά είναι οι σπουδές, είτε… ένα καλοφτιαγμένο σπιτικό γλυκό. Παρότι το φιλμ στο κεντρικό κομμάτι του εκτυλίσσεται επαναλαμβανόμενα κι επεισοδιακά, ολοκληρώνεται σαν ένα πολιτικό σχόλιο ακριβείας για το χτες και το σήμερα, με αιχμηρό χιούμορ και μ’ ευαισθησία που ποτέ δεν κάμπτεται από συναισθηματικές υπερβολές.

ΙΝΤΕΑΛ, ΝΙΡΒΑΝΑ, ΚΗΦΙΣΙΑ CINEMAX, ΑΤΤΑΛΟΣ

Lion   ★★★☆☆

(Αυστραλία, 2016, 120’)

  • σκηνοθεσία: Γκαρθ Ντέιβις
  • ηθοποιοί: Ντεβ Πατέλ, Νικόλ Κίντμαν, Ρούνι Μάρα, Ντέιβιντ Γουέναμ

Με αφετηρία μια πραγματική ιστορία, ένα ανθρώπινο δράμα που ξεχειλίζει στοργή, ανθρωπισμό και συγκίνηση και οδηγείται απευθείας στα επόμενα Οσκαρ.

Ο αναγνωρισμένος σκηνοθέτης διαφημιστικών Γκαρθ Ντέιβις μεταφέρει στην οθόνη το αυτοβιογραφικό βιβλίο του Σαρού Μπρίερλι, με στιλ, κοσμοπολίτικες διαδρομές, πανοραμικά πλάνα του ινδικού και του αυστραλέζικου τοπίου, γενναιόδωρο συναίσθημα και, κυρίως, μια εξαιρετική ερμηνεία από τον Ντεβ Πατέλ (και το μικροσκοπικό alter ego του, Σάνι Παγουάρ).

Η ιστορία ακολουθεί τον 5χρονο Σαρού που από μια σειρά παράδοξων συγκυριών βρίσκεται χαμένος στην πολυσύχναστη Καλκούτα, χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι του. Η σκληρή προσπάθειά του για επιβίωση θα τον φέρει στην Αυστραλία, υιοθετημένο γιο ενός τρυφερού ζευγαριού. Ομως η ενηλικίωση του Σαρού θα τον ωθήσει να επιστρέψει στην Ινδία και ν’ αναζητήσει την οικογένεια που πίστεψε ότι έχασε για πάντα.

Αν ο Ντέιβις δεν φοβάται να ξεδιπλώνει το μελόδραμα με κάθε ευκαιρία, είναι πραγματικά δύσκολο να μη δακρύσεις επανειλημμένα παρακολουθώντας μια αισιόδοξη ματιά σε μια ζοφερή ζωή. Κι αν κάθε τόσο η ταινία εκβιάζει το συναίσθημα, ταυτόχρονα θυμίζει την απόλαυση του να παρακολουθείς ένα συγκινητικό δράμα, κομψά σκηνοθετημένο, στη μεγάλη οθόνη, περιτριγυρισμένος από ανθρώπινη ασφάλεια.

ODEΟN ΟΠΕΡΑ, ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΠΑΤΗΣΙΩΝ, ΓΑΛΑΞΙΑΣ, ΑΒΑΝΑ, 3 ΑΣΤΕΡΙΑ Ν. ΗΡΑΚΛΕΙΟ, CINERAMA, ΡΕΝΑ ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟΥ ΑΙΓΑΛΕΩ, ΑΤΛΑΝΤΙΣ ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΖΙΩΤΖΙΟΣ, ΦΟΙΒΟΣ, ΖΕΑ, NOVACINEMA ΟDEON ΓΛΥΦΑΔΑ, ODEON STARCITY, STER ESCAPE ΙΛΙΟΝ, VILLAGE MALL, VILLAGE PARK ΡΕΝΤΗ, VILLAGE ΦΑΛΗΡΟ, VILLAGE ΠΑΓΚΡΑΤΙ

Underworld: Η αιματοχυσία    ★★½☆☆☆

(Underworld: Blood Wars, ΗΠΑ, 2016, 91΄)

  • σκηνοθεσία: Ανα Φέρστερ
  • ηθοποιοί: Κέιτ Μπέικινσεϊλ, Θίο Τζέιμς, Λάρα Πάλβερ, Τσαρλς Ντανς, Τομπάιας Μένζις, Μπράντλεϊ Τζέιμς

Στην πέμπτη ταινία του franchise του «Underworld», που φέρνει αντιμέτωπους τους λυκάνθρωπους με τα βαμπίρ σε διάφορες, όχι τρομερά ενδιαφέρουσες, ιστορίες δολοπλοκίας και συνεχιζόμενες μάχες, η μοναδική, αγνότερη απ’ τους αγνούς, Σελέν επιστρέφει κάνοντας την ανατροπή, για ν’ αντιμετωπίσει όχι μόνο τους λυκανθρώπους, αλλά και τη φατρία των βαμπίρ που την πρόδωσε.

Μ’ ένα ελαφρύ χιούμορ, συμβατικές σκηνές δράσης και μια πλοκή που απλώς περιπλέκει όσα έχουν συμβεί ώς τώρα στη σειρά, η ταινία λειτουργεί καλύτερα σαν εκτεταμένο σποτ με προτάσεις για goth μόδα. Ωστόσο, κάθε «Underworld» αξίζει για να βλέπουμε την Κέιτ Μπέκινσεϊλ ως απειλητική εκδικήτρια, με την αιχμηρή βρετανική προφορά της και την ολόστενη φόρμα από κατάμαυρο PVC.

Εγκλωβισμένη   ★½☆☆☆☆

(Shut In, Καναδάς, Γαλλία, 2016, 91΄)

  • σκηνοθεσία: Φάρεν Μπλάκμπερν
  • ηθοποιοί: Ναόμι Γουότς, Ολιβερ Πλατ, Τσάρλι Χίτον, Τζέικομπ Τρεμπλέ, Ντέιβιντ Κούμπιτ

Εγκλωβισμένη τωόντι σ’ ένα σπίτι στην εξοχή είναι η παιδοψυχολόγος και πρόσφατα χήρα Μέρι, από μια δυνατή καταιγίδα. Ολομόναχη κι ενάντια σε όλων των ειδών τις αντιξοότητες, αγωνίζεται να διασώσει ένα μικρό αγόρι (ο Τζέικομπ Τρέμπλεϊ του «Δωματίου»), προτού αυτό εξαφανιστεί για πάντα. Εξίσου αγωνίζεται κι η Ναόμι Γουότς να δώσει νόημα κι ένταση σε αυτό το προβλέψιμο θρίλερ, αλλά ενάντιά της στέκεται μια καταιγίδα από κλισέ κι ένα σενάριο γραμμένο με το βοήθημα στο χέρι.

Επίσημη Ιστορία    ★★★½☆☆

(La Historia Oficial, Αργεντινή, 1985, 112΄)

  • σκηνοθεσία: Λουίς Πουένσο
  • ηθοποιοί: Νόρμα Αλεάντρο, Χέκτορ Αλτέριο, Ανάλια Κάστρο

Με τη δύναμη του κατεπείγοντος, ο Λουίς Πουένσο έγραψε και σκηνοθέτησε το 1985 μια ταινία για τα εγκλήματα του καθεστώτος της Αργεντινής τη δεκαετία του 1970. Η ταινία τιμήθηκε με το Ξενόγλωσσο Οσκαρ, άφησε τη σφραγίδα της στην πολιτιστική ιστορία της Λατινικής Αμερικής και του κόσμου κι επανέρχεται τώρα στις οθόνες σε αποκατεστημένη κόπια 4Κ.

Το φιλμ παρακολουθεί την Αλίσια, δασκάλα Ιστορίας στο Μπουένος Αϊρες του 1983, θετή μητέρα μιας κόρης. Πιστή στην «Επίσημη Ιστορία», όπως αυτή διατυπώνεται από τις εκάστοτε Αρχές και κυβερνήσεις, νιώθει μετέωρη όταν υποψιάζεται ότι η κόρη που υιοθέτησε, ίσως είναι παιδί ενός από τα θύματα που βασανίστηκαν και δολοφονήθηκαν από το κράτος, μια δεκαετία νωρίτερα.

Παρότι οι αισθητικές επιλογές του φιλμ μοιάζουν σήμερα σκονισμένες, η ταινία διατηρεί όλη της την εσωτερική ένταση, μια σκληρή κι αποστομωτική φωνή δημοκρατίας και ένα επίκαιρο σχόλιο για τις διαδρομές που εκτυλίσσονται δίπλα σ’ αυτές της «Επίσημης Ιστορίας», τις πραγματικές και συνήθως αποτρόπαιες.

Citizenfour   ★★★☆☆

(Γερμανία, ΗΠΑ, Μεγ. Βρετανία, 2014, 114΄)

  • σκηνοθεσία: Λόρα Πόιτρας

Αργησε, αλλά ήρθε και στις ελληνικές αίθουσες το συναρπαστικό ντοκιμαντέρ της Λόρα Πόιτρας, βραβευμένο με Οσκαρ.

Η Πόιτρας ταξίδεψε στο Χονγκ Κονγκ για μια σειρά από συναντήσεις με τον ακόμα άγνωστο Εντουαρντ Σνόουντεν – αυτές τις συναντήσεις κατέγραψε στο ντοκιμαντέρ της, συνδυασμένες με υλικό που ζωντανεύει το πολιτικό και οικονομικό πλαίσιο των ταραγμένων χρόνων που διανύουμε. Οσο κι αν τα γεγονότα είναι, πια, λίγο-πολύ γνωστά, δεν παύουν να καθηλώνουν, ειδικά με την αίσθηση της αυθεντικότητας που μεταφέρει η ταινία.

The Bachelor

(Ελλάδα, 2016, 110΄)

  • σκηνοθεσία: Αντώνης Σωτηρόπουλος
  • ηθοποιοί: Γιάννης Τσιμιτσέλης, Γιάννης Ζουγανέλης, Ευτυχία Φαναριώτη, Νίκος Βουρλιώτης, Κατερίνα Γερονικολού, Θανάσης Βισκαδουράκης, Λευτέρης Ελευθερίου, Κατερίνα Τσάβαλου

Λίγο πριν από τον γάμο που κανείς δεν θέλει εκτός από το ζευγάρι, η νύφη, κόρη αναγνωρισμένου καρδιοχειρουργού, κάνει έκπληξη στον γαμπρό, επιτυχημένο νεκροθάφτη, καλώντας τους τρεις παλιούς κολλητούς του.

Το «bachelor» θα καταλήξει σ’ ένα ταξίδι με τη νεκροφόρα στην ερωτική Θεσσαλονίκη, όπου το ένα ατυχές συμβάν μετά το άλλο θα εγκλωβίσουν τον γαμπρό στην πόλη και θ’ απειλήσουν αυτός ο γάμος να μη γίνει ποτέ. Ενα καστ από τηλεοπτικούς ηθοποιούς και celebrities συνθέτει το ελληνικό «Hangover» το οποίο, εκτός από αχρείαστο, είναι και το απαύγασμα της κινηματογραφικής και σεναριακής μπαναλιτέ.

Χοντροκομμένο χιούμορ, ήθη που θα έμοιαζαν συντηρητικά τη δεκαετία του 1950, κακοτεχνίες που θέλουν ντουμπλαρισμένους διαλόγους, αλλά ξεχνούν όλη την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, μια κωμωδία που επικαλείται τα ταπεινότερα ένστικτα της ανάγκης του ελληνικού κοινού για εύκολη ψυχαγωγία.