Εδώ και χρόνια, η Μάρεν Αντε στήνει αργά, σταθερά και διακριτικά, τη βάση των φανατικών θαυμαστών της: με τις δυο ταινίες που σκηνοθέτησε, το «The Forest for the Trees» (2003) και το «Everyone Else» (2009), ή με την ευθύνη του παραγωγού στο 6ωρο έπος του Πορτογάλου Μιγκέλ Γκόμες, «Νύχτες της Αραβίας». Φέτος, όμως, είναι η χρονιά της.
Με αφετηρία το Φεστιβάλ Κανών, όπου η νέα της ταινία, το «Toni Erdmann», απογειώθηκε από το κοινό και την κριτική και προκάλεσε άνευ προηγουμένου οργή που έφυγε από το φεστιβάλ χωρίς βραβείο, η Μάρεν Αντε εξελίσσεται σ’ έναν από τους δημιουργούς που μοιάζουν ότι θα σημαδέψουν το σινεμά (γυναικείο ή μη, για να ξεμπερδεύουμε και μ’ αυτόν τον χαρακτηρισμό) της δεκαετίας.
Το «Toni Erdmann» είναι η ιστορία της Ινες (την υποδύεται η ισοπεδωτική Σάντρα Χίλερ) και του Γουίνφριντ (στον ρόλο ο εξαιρετικός Αυστριακός ηθοποιός Πέτερ Σιμόνιτσεκ), μιας κόρης κι ενός πατέρα που προσπαθούν να βρουν πώς θ’ αγαπηθούν.
Για να προσεγγίσει την κόρη του, ο Γουίνφριντ φέρνει στην εξίσωση τον «Τόνι Ερντμαν», μια τραγελαφική περσόνα που, παραδόξως, καταφέρνει ν’ αγκαλιάσει την Ινες με τη ζεστασιά που χρειάζεται.
Αφορμές για τη δημιουργία του Γουίνφριντ/Τόνι η Μάρεν Αντε δανείστηκε κι απ’ τον δικό της μπαμπά:
«Κι ο δικός μου πατέρας είναι λίγο τρελός καμιά φορά. Φυσικά μ’ ενέπνευσε, έχει πολύ καλό χιούμορ, πολύ ενδιαφέρον… ρεπερτόριο. Το χιούμορ του έκανε “παρέα” και σε μένα και σε όλη μου την οικογένεια καθώς μεγαλώναμε. Οταν ήμουν στην εφηβεία, έκανε αυτό το αστείο: Σταματούσε ανθρώπους με το αυτοκίνητο στον δρόμο για οδηγίες.
»Είχε ένα πατρόν για φορέματα και τους έδειχνε το πατρόν και τους έλεγε, είμαστε εδώ, χρειαζόμαστε να πάμε εδώ, ξέρετε τον δρόμο; Τότε χιλιοντρεπόμουν, αλλά τώρα που έχω μεγαλώσει διασκεδάζω που το θυμάμαι. Αυτά τα μικροπράγματα όντως τα δανείστηκα από εκείνον για την ταινία, αλλά δεν ήταν ποτέ ο Τόνι, ούτε κι εγώ η Ινες».
Μπορεί ο χαρακτηρισμός «γερμανική κωμωδία» ν’ ακούγεται, πολιτιστικά, σχήμα οξύμωρο, η Μάρεν Αντε, ωστόσο, έχει τους δικούς της λόγους να τον αμφισβητεί:
«Το χιούμορ συχνά για μένα προκύπτει από απόγνωση, από πόνο. Η σχέση της Ινες και του Γουίνφριντ στην αρχή βρίσκεται σε αδιέξοδο και για εκείνον είναι το μόνο του όπλο, η μόνη πιθανότητα που έχει να επαναπροσδιορίσει τη σχέση του με την κόρη του. Μου φάνηκε ενδιαφέρον να κάνω μια κωμωδία, αλλά γράφοντάς την ανακάλυψα ότι χρειάζεται πολύ περισσότερη προσοχή στα σοβαρά θέματα που βρίσκονται από κάτω.
»Στη διάρκεια των γυρισμάτων είπα στην παραγωγό μου, νομίζω θα είναι μια πολύ, πολύ λυπημένη ταινία, συγγνώμη, την πουλήσαμε σαν κωμωδία αλλά νομίζω πως όλοι θα κλαίνε!».
Αν και η Μάρεν Αντε επέλεξε να κάνει μια ταινία για μια γυναίκα ηρωίδα που αναζητά τη θέση της στο πεδίο του επαγγελματικού ανταγωνισμού, μοιάζει ν’ απορρίπτει μεμιάς τους χαρακτηρισμούς:
«Φεμινιστικό φιλμ; Η απελευθέρωση της καριερίστα; Αν ρωτούσες την Ινες αν είναι φεμινίστρια δεν θα σου έλεγε ναι, αρχικά, γιατί λειτουργεί σ’ ένα κατ’ εξοχήν ανδροκρατούμενο περιβάλλον. Αυτό είναι και το θέμα, σκέφτεται ότι είναι, ούτως ή άλλως, πιο έξυπνη από τους άντρες συναδέλφους της και, σιγά σιγά, παύει ν’ αντιδρά στα χαζά σεξιστικά αστεία τους.
»Το αστείο είναι ότι ο πατέρας της, που δεν ξέρει στ’ αλήθεια αν είναι ευχαριστημένη στη δουλειά και τη ζωή της, τη βοηθά μέσω της περσόνας του Τόνι να γίνει πιο δυνατή. Βέβαια, αν εκείνη ήταν γιος, πιθανόν ο πατέρας δεν θα την ένιωθε τόσο ευαίσθητη, δεν θα είχε καν χρειαστεί να της κάνει αυτές τις ερωτήσεις».
Η ιστορία είναι τοποθετημένη στη Ρουμανία, με την Ινες να εργάζεται για μια μεγάλη γερμανική εταιρεία στο Βουκουρέστι:
«Κάνοντας την έρευνα για την ταινία, ένιωσα ότι είναι πιο φυσικό για την Ινες να έχει αυτή τη συμπεριφορά ως Γερμανίδα στα Βαλκάνια, η ιεραρχία μεταξύ των χωρών, ένας υπόγειος σνομπισμός, υπάρχει ακόμα μέσα στις εταιρείες, ενώ θα έπρεπε να υπάρχει πια η ισότητα.
»Για παράδειγμα, βρήκα πολύ ενδιαφέρον ότι στις ρουμανικές επιχειρήσεις εργάζονται πολύ περισσότερες γυναίκες απ’ ό,τι στις γερμανικές, είναι πολύ δυναμικές και, ταυτόχρονα, δεν έχουν πρόβλημα να φορούν ψηλά τακούνια και θηλυκά ρούχα.
»Εχουν μια πολύ πιο ισορροπημένη ιδέα τού να είσαι γυναίκα και, ταυτόχρονα, σκληρή στη δουλειά σου. Κι αυτό μου φάνηκε πολύ ενδιαφέρον».
► Info: Η ταινία προβάλλεται στους κινηματογράφους από τη Seven Films.
