Το τελευταίο πράγμα που μπορεί να πει κανείς για τον Φρανσουά Οζόν, τον Γάλλο σκηνοθέτη που κάποτε ήταν το «τρομερό παιδί» και τώρα κουβαλά δύο δεκαετίες δημιουργίας στην πλάτη του, είναι πως η δουλειά του έχει μονοτονία.
Θέλοντας, λες επίτηδες, να πειραματίζεται με την κινηματογραφική φόρμα, έχει περάσει με ευκολία από το μιούζικαλ («8 Γυναίκες») στη σάτιρα («Η καινούργια φιλενάδα»), από το απολαυστικό ψυχογράφημα («5 φορές το 2») στο αισθησιακό μυστήριο («Η πισίνα»). Κι η νέα του ταινία είναι ίσως η πιο ρετρό αισθητικά και, ταυτόχρονα, επίκαιρη στο περιεχόμενό της.
Το «Frantz», που έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα του στο φετινό Φεστιβάλ Βενετίας, είναι ένα ασπρόμαυρο, ως επί το πλείστον (γιατί η συναισθηματική φόρτιση κι ο ρομαντισμός φέρνει, κατά στιγμές, το χρώμα στην οθόνη!), κοινωνικό δράμα εποχής. Τοποθετείται σε μια μικρή γερμανική πόλη το 1919, όταν η Γερμανία, αποδεκατισμένη από νέους άντρες, προσπαθεί να γιατρέψει τις πληγές της.
Η όμορφη 20χρονη Αννα πενθεί για τον θάνατο του αρραβωνιαστικού της, του Φραντς, στο μέτωπο. Για να νιώθει κοντά του, ζει με τους γονείς του. Οταν, όμως, μια μέρα, δει έναν νεαρό Γάλλο, ανεπιθύμητο επισκέπτη, ν’ αφήνει λουλούδια στον τάφο του, η μεγάλη διαδρομή της συγχώρεσης και της αυτογνωσίας θα ξεκινήσει.
Ενα από τα μεγαλύτερα πλεονεκτήματα της ταινίας είναι οι πρωταγωνιστές της: ο Πιερ Νινέ (πρόσφατα τον είδαμε στον «Συγγραφέα»), από τους πιο γοργά ανερχόμενους Γάλλους ηθοποιούς, Σεζάρ για τον ρόλο του YSL στο «Yves Saint Laurent», και η λίγο γνωστή, ώς τώρα, 22χρονη Γερμανίδα Πόλα Μπιρ, Βραβείο Μαρτσέλο Μαστρογιάνι στο Φεστιβάλ Βενετίας. Μας μίλησαν για την εμπειρία της ταινίας, μ’ ένα μείγμα ελαφρότητας για τη ζωή και δέους για τον σκηνοθέτη τους.
«Αγαπώ το γεγονός ότι είναι ένας αληθινός αφηγητής, παραμυθάς», λέει ο Πιερ Νινέ για τον Φρανσουά Οζόν. «Τολμά κάθε φορά ένα διαφορετικό ύφος, διάθεση, στιλ. Ενίοτε ακόμα και μέσα στην ίδια την ταινία. Το “Frantz” μπορείς να πεις ότι είναι μελόδραμα ή η ψυχογραφία μιας γυναίκας ή ένα ρομάντζο: δανείζεται στοιχεία και τα συνθέτει, και μ’ αρέσει πολύ αυτό το μείγμα στο σινεμά».
Για να προσθέσει η Πόλα Μπιρ: «Ο Φρανσουά έχει πάντα σύνθετα θέματα, από τις ταινίες του ξεπηδούν τόσα πολλά ερωτήματα. Κι οι ρόλοι του ερμηνεύονται πάντα με πολλούς τρόπους, πράγμα συναρπαστικό».
Η Πόλα Μπιρ, μάλιστα, αναγκάζεται να παίξει ένα μεγάλο μέρος του ρόλου της στα γαλλικά: «Είχα περάσει ένα χρόνο στο Παρίσι, ήξερα γαλλικά από το σχολείο, αλλά, όπως φαντάζεστε, δεν είναι τα καλύτερα», εξηγεί. «Φοβόμουν να κάνω λάθη, προετοιμάστηκα πολύ ώστε να μπορώ να νιώθω απελευθερωμένη όταν παίζω στα γαλλικά. Να κλάψω μιλώντας μια άλλη γλώσσα.
Ηταν δύσκολο, χρειαζόταν πολλή συγκέντρωση, για να μη σκέφτομαι συνέχεια τι θα πω μετά. Να συνδέσω τα γερμανικά συναισθήματά μου με τη γαλλική γλώσσα. Αλλά η διαφορά είναι σαν… να παίρνεις το δείπνο σου στο Βερολίνο και μετά στην Αργεντινή. Η δουλειά είναι η ίδια, απλώς ένα πολυπολιτισμικό γύρισμα δημιουργεί πάντα μια άλλη, πιο ενδιαφέρουσα ενέργεια».
Ο Πιερ Νινέ, από την άλλη, μοιάζει να ενσαρκώνει με την ίδια άνεση ήρωες μυθοπλασίας και εμβληματικές φυσιογνωμίες της αληθινής ζωής: «Αν είναι καλή η ιστορία και καλή η οπτική γωνία, είναι ακριβώς το ίδιο. Σε κάθε περίπτωση, η υποκριτική έχει να κάνει με την αναζήτηση συναισθημάτων και ιδεών.
»Φυσικά έχεις περισσότερες αναφορές όταν υποδύεσαι ένα υπαρκτό πρόσωπο, όπως έγινε με τον Ιβ Σεν Λοράν, που ήθελα να του μοιάζω και σωματικά, να τον καταλάβω από μέσα. Αλλιώς, όμως, δημιουργείς τον ήρωά σου από την αρχή. Αλλά η δουλειά είναι ίδια, ο στόχος σου είναι να καταλάβεις τον ήρωα και την ιστορία.
»Κι αν ο Αντριάν, που παίζω στο “Frantz”, δεν είναι πραγματικός, ωστόσο χρειάστηκε να μάθω βιολί για να τον ενσαρκώσω, επειδή είναι κλασικός βιολονίστας· χρειάστηκε να μάθω γερμανικά· βρήκα τα στοιχεία για να τον προσεγγίσω».
Παρότι η ταινία εκτυλίσσεται στον μεσοπόλεμο, όσο οι απώλειες του Α’ Παγκοσμίου είναι ιδιαίτερα νωπές, καταφέρνει ν’ αγγίξει ζητήματα σημερινά, στην πολιτική και κοινωνική της σκέψη. «Η κοινωνία πάντα διαμορφώνεται από τα ίδια προβλήματα, πάντα επιστρέφουν», λέει η Μπιρ. «Η ταινία θα μπορούσε να είναι άχρονη, να εξελίσσεται σε οποιαδήποτε εποχή.
»Εχει κάτι το αφηρημένο, ειδικά σε όσα μένουν ανείπωτα. Οταν βλέπεις μια ταινία, συμπληρώνεις την ιστορία της με τα δικά σου βιώματα και σκέψεις: όπου βρίσκεις έδαφος, το φέρνεις στο τώρα. Ειδικά στα βλέμματα, στις χειρονομίες, όταν οι ηθοποιοί ακολουθούν το ρεύμα αυτού που υποδύονται. Τα ζητήματα που θίγει το “Frantz” είναι τα σύνορα, η ανοχή, θέματα πόλυτα επίκαιρα, έστω κι αν η αισθητική της είναι ρετρό».
«Καταλάβαμε όταν γυρίζαμε την ταινία ότι έχει να κάνει με τη σύγχρονη Ευρώπη», προσθέτει ο Νινέ, «με τα προβλήματά της, με την έννοια του “ξένου”. Η ίδια η ευρωπαϊκή πραγματικότητα, με το Brexit για παράδειγμα, άλλαζε από το σενάριο στο γύρισμα και στο μοντάζ η ταινία γινόταν όλο και πιο πολιτική».
Παρ’ όλα αυτά, στην καρδιά του, το «Frantz» παραμένει ένα φιλμ για τη ρομαντική ιδέα της αυτογνωσίας. «Η Αννα και ο Αντριάν προσπαθούν, επενδύοντας ο ένας στον άλλο, ν’ ανακαλύψουν ποιοι είναι», λέει η Μπιρ. «Οπως και στη ζωή. Καμιά φορά θέλεις να δεις κάτι στον άλλον. Ωθείσαι μπροστά επειδή ελπίζεις σε κάτι που δεν βρίσκεται απαραίτητα εκεί». Ο Πιερ Νινέ δηλώνει πιο αισιόδοξος για την ανθρώπινη κατάσταση: «Φυσικά πιστεύω στην αγάπη, γι’ αυτό κάνω ταινίες».
Το «Frantz» προβάλλεται
στις αίθουσες από τη Feelgood Entertainment.
