Σκεφτόμουνα ότι αν υπήρχε ανάλογη δημοτική παραλία στην Αθήνα, σαν κι αυτή της Τεργέστης, που να χωρίζεται στη μέση με ψηλό τοίχο, από δω οι άντρες, από κει οι γυναίκες, να πληρώνεις εισιτήριο για να μπεις και στις 7.30 το απόγευμα να σε βγάζουν έξω, θα είχαν μπουκάρει να την επαναφέρουν στην τάξη από φεμινίστριες και «Δεν Πληρώνω» μέχρι νυχτερινοί κολυμβητές.
Ο Θάνος Αναστόπουλος γελάει στην άλλη άκρη της γραμμής. «Η Τεργέστη είναι Κεντρική Ευρώπη, όλα εδώ λειτουργούν διαφορετικά. Οσο για τις φεμινίστριες, μα αυτές θεωρούν ότι η “χωριστή” πλαζ είναι ο κατ’ εξοχήν δικός τους, γυναικείος χώρος».
Κάτι παραπάνω ξέρει ο σκηνοθέτης (μαζί με τον Ντάβιντε ντελ Ντέγκαν) του εξαιρετικού, πρωτότυπου και συγκινητικού ντοκιμαντέρ «Η τελευταία παραλία» (L’ ultima spiaggia),που αναπάντεχα, από μια πρώτη κόπια 2,5 ωρών (!) σταλμένη χωρίς πολλές προσδοκίες, εντάχθηκε τον περασμένο Μάιο στο πρόγραμμα των Κανών.
Βγαίνει την Πέμπτη στις αθηναϊκές αίθουσες. Χθες έκανε την πρεμιέρα του στην Τεργέστη, στις 13 Οκτωβρίου βγαίνει σε όλη την Ιταλία (με υπότιτλους, τη διάλεκτο της πόλης, τα τριεστίνικα δεν τα καταλαβαίνουν οι υπόλοιποι Ιταλοί), στις 23 Νοεμβρίου θα την υποδεχτούν με χαρά οι Γάλλοι (η «Μοντ» έστειλε ήδη στην Τεργέστη δημοσιογράφο για ένα μεγάλο θέμα) και ακολουθεί η Αυστρία.
Το πώς βρέθηκε ο Ελληνας σκηνοθέτης, μόνιμος κάτοικος της Τεργέστης, της πανέμορφης, ιστορικής και φορτωμένης καλλιτεχνική αύρα πόλης της Αδριατικής, έχει να κάνει με τον έρωτα (για μια Τριεστίνα, που δουλεύει κι αυτή στο σινεμά), την οικογένεια (τον γιο τους Πέτρο) και την κρίση.
«Το 2013, αφού γύρισα την “Κόρη”, ήταν φανερό πως οι κινηματογραφικές προοπτικές ήταν ελάχιστες, ενώ η Νικολέτα δύσκολα θα ‘βρισκε δουλειά στην Ελλάδα», λέει. Εγκαταστάθηκαν στην Τεργέστη, όπου χάρη και στην ακμαία ελληνική κοινότητα ο Πέτρος μπορεί να παίρνει μαθήματα ελληνικών. Κι εκεί ο Θάνος, ένας κινηματογραφιστής χωρίς θέμα στο κεφάλι του, αλλά και «ξένος» σε μια νέα πόλη, ανακάλυψε τη δημοτική πλαζ Pedocin.
«Στη γυναικεία της πλευρά πηγαίνουν με μαμάδες και γιαγιάδες τα παιδάκια, γιατί είναι ρηχή. Πήγαινε και ο γιος μου. Οταν την πρωτοείδα, με έπιασε το συναισθηματικό μου. Είναι πλαζ λαϊκή, οι μεσαίες και ανώτερες τάξεις προτιμούν πιο μοντέρνες και απομακρυσμένες από το κέντρο της Τεργέστης.
Οι ηλικιωμένοι θαμώνες της μου θύμισαν τα παιδικά μου χρόνια, τότε που με τον χειμερινό κολυμβητή πατέρα μου πήγαινα κάθε Σαββατοκύριακο Αλιμο και Καλαμάκι, βρίσκαμε τους φίλους του, μια τόσο ιδιαίτερη κοινότητα. Σκέφτηκα πως η δική μου παιδική ηλικία συναντάει εκείνη του γιου μου.
Οτι η θάλασσα είναι ένα είδος ταυτότητας, ιδίως στις μεσογειακές χώρες, από τον Βορρά ώς τον Νότο».
Και «για να μη χάνει τη φόρμα του» αποφάσισε να γυρίσει «κάτι μικρό» γύρω από την περίεργη αυτή πλαζ, που εξελίχθηκε, βέβαια, σε κάτι μεγάλο, ένα ακόμα σημαντικό βήμα στην καριέρα του.
«Η παραλία Pedocin εγκαινιάστηκε το 1903, με τον τοίχο να υψώνεται στη μέση της, πριν χάσει η Αυστρία τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο», μας εξηγεί. «Και έμεινε ανέπαφη, ενώ η Ιστορία γύρω της παρέσερνε την Τεργέστη, από λιμάνι της Βιέννης και διαμάντι της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας, σε μια πόλη χωρίς χώρα, μέχρι να δοθεί το 1954 στην Ιταλία».
Ολες αυτές οι περιπέτειες, τα σύνορα, που έπεφταν και σηκώνονταν, έχουν αφήσει έντονα σημάδια στους ήρωες της ταινίας, αυτούς τους τρισχαριτωμένους, εκκεντρικούς, ζωηρούς ή μελαγχολικούς, ηλικιωμένους θαμώνες της πλαζ.
«Οι Τριεστίνοι ήταν και είναι ένας ανακατεμένος πληθυσμός», λέει ο σκηνοθέτης. «Ελληνες, Σέρβοι, Ιταλοί, Εβραίοι, Αυστριακοί, Σλοβένοι, Κροάτες. Η ιδέα του “ξένου” δεν υπάρχει εδώ».
Γι’ αυτό και όταν αποφάσισαν, παρέα με τον νεαρό ντόπιο κινηματογραφιστή Ντάβιντε ντελ Ντέγκαν, να κινηματογραφήσουν από πολύ κοντά, για έναν ολόκληρο χρόνο, την πλαζ και τη ζωή της, ήξεραν ποια θέματα έψαχναν.
«Σύνορα, διαχωρισμοί, ταυτότητα, το σώμα, άντρας-γυναίκα, θάλασσα και Ιστορία», απαριθμεί ο Θάνος. Ορκίζεται πως τίποτα στην ταινία δεν είναι στημένο, σκηνοθετημένο, τραβηγμένο δεύτερη φορά. Ακολουθούσαν από κοντά τους θαμώνες με δύο κάμερες, τραβούσαν κυρίως αυτά που ταίριαζαν στο θέμα τους, πέρασαν κι έναν ακόμα επίπονο χρόνο στο μοντάζ.
Ολα αυτά τα μεγάλα, τα θεωρητικά όντως διαπερνούν την ταινία. Τι ωραία η σκηνή που δυο φίλοι γκαρδιακοί προσπαθούν να μην τσακωθούν για το τι είναι «εθνικισμός».
Ομως, η αίσθηση που εγώ πήρα ήταν μια βαθιά, καθαρτήρια βουτιά στην ανθρώπινη συνθήκη: στη χαρά και στον πόνο της ζωής, στη δύναμη και στους φόβους των ανθρώπων. Οι θαμώνες της «Τελευταίας παραλίας» είναι συναρπαστικοί, ολοκληρωμένοι ήρωες, σαν να τους σχεδίασε ο καλύτερος θεατρικός συγγραφέας.
Συμφωνεί ο Θάνος Αναστόπουλος. «Ναι, η ταινία είναι σαν μια σειρά από βινιέτες, αυτή ήταν και η πρόθεσή μας, να κάνουμε ένα μωσαϊκό, την τοιχογραφία μιας παραλίας, μιας κοινωνίας, μιας πόλης», λέει.
«Αν δεν ακουγόταν υπερφίαλο, θα ‘λεγα ότι η “Τελευταία παραλία” μιλά για τη ζωή και τον θάνατο. Μας λέει πως ό,τι κι αν έχει συμβεί -πόλεμοι, καταστροφές ανθρώπινες ή συλλογικές, σύνορα δεξιά, αριστερά, πιο κει και παραπέρα- η ανθρώπινη ύπαρξη είναι πάνω απ’ όλα.
»Για μένα αυτοί οι άνθρωποι με τα μαγιό τους, αυτές οι γυμνόστηθες ηλικιωμένες γυναίκες είναι πανέμορφες. Κουβαλούν περήφανοι τις ουλές της ζωής τους, βιώνουν το πέρασμα του χρόνου…».
στις αίθουσες
από την «One from the Heart».
