Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Οταν αγαπάς έναν σκηνοθέτη (ή περισσότερους, δύο αδέλφια, ας πούμε), όταν τον θεωρείς σπουδαίο, όταν υποψιάζεσαι ότι η νέα του ταινία μπορεί να σε συναρπάσει, να σου μιλήσει, να σηματοδοτήσει ένα φεστιβάλ ή τις μέρες ή τη χρονιά σου, αν αυτή η νέα ταινία αποδειχτεί κατώτερη των προσδοκιών σου, ναι, τότε τη θεωρείς απογοητευτική. Δεν φταίει μόνο η ταινία, φταίνε κι οι προσδοκίες σου.

Αυτή ήταν η περίπτωση στο φετινό Φεστιβάλ Κανών με τη «Julieta» του Πέδρο Αλμοδόβαρ και το «Αγνωστο κορίτσι» των αδελφών Νταρντέν.

■ Η «Julieta» του Αλμοδόβαρ (βασισμένη σε τρία διηγήματα της νομπελίστας Αλις Μονρό) είναι μια γυναίκα μ’ ένα μυστικό. Είναι όμορφη, ερωτική, παθιασμένη, ντύνεται εκκεντρικά όταν είναι νέα, κομψά όταν είναι μεγαλύτερη. Είναι μητέρα κι ερωμένη, βιώνει την απώλεια, αναζητά μια εξομολόγηση για να λυτρωθεί.

Είναι, με άλλα λόγια, μια αρχετυπική ηρωίδα του Αλμοδόβαρ. Η ταινία συναντά τη Χουλιέτα, 45άρα, στη Μαδρίτη και, ξανά, είκοσι χρόνια νωρίτερα, σ’ ένα ατμοσφαιρικό ψαροχώρι. Εκεί είχε ερωτευτεί και είχε γεννήσει την κόρη της – εδώ είναι μόνη κι αναζητά αυτό που έσπρωξε μακριά την αγάπη.

Η ταινία είναι ένα πανέμορφο, κατά στιγμές αντανακλαστικό, γυναικείο μελόδραμα, μόνο που ο ίδιος ο Αλμοδόβαρ έχει αναγάγει άλλες φορές αυτό ακριβώς το είδος στα ουράνια. Η «Julieta» είναι «μια ταινία του Αλμοδόβαρ», σαν να την έχει κάνει ένας πιστός μαθητής του, με στιλ και αφάνταστη εικαστική έμπνευση, αλλά χωρίς δυνατή, ξεχωριστή ψυχή.

Από την άλλη πλευρά, ίσως ο Αλμοδόβαρ να θέλησε με τη «Julieta» του να κάνει μια ανακεφαλαίωση στην ώς τώρα καριέρα του – για να συνεχίσει, ίσως, με κάτι καινούργιο και διαφορετικό; «Ταυτίζομαι με όλους τους χαρακτήρες μου», εξήγησε ο ίδιος. «Οι 20 ταινίες μου είναι 20 σκαλιά που με αντιπροσωπεύουν απόλυτα.

Δεν έγραψα ποτέ καμία αυτοβιογραφία και έχω απαγορέψει -και σας ζητάω το ίδιο και από εδώ τώρα να μου το υποσχεθείτε- οποιαδήποτε βιογραφία, επίσημη ή όχι. Η ζωή μου βρίσκεται μέσα σε αυτές τις 20 ταινίες. Σε στιγμές αυτών των ταινιών. Η καρδιά μου βρίσκεται στην πιο ώριμη ηλικία της, όπως ακριβώς η δεύτερη φάση της Χουλιέτα.

Δεν νιώθω ότι έχω γεράσει, αλλά οδεύω προς τα κει. Μου αρέσει να επαναλαμβάνω αυτό που λέει ο Φίλιπ Ροθ, πως “τα γηρατειά δεν είναι αρρώστια, είναι σφαγή”. Ετσι νιώθω το πέρασμα του χρόνου. Ωστόσο δεν θα μπορούσα να κάνω αυτή την ταινία παρά μόνο τώρα που είμαι 60 κάτι ετών. Δεν νοσταλγώ το παρελθόν. Αλλά μου λείπει η νεότητά μου».

Φυσικά ο Αλμοδόβαρ ρωτήθηκε και για την εμπλοκή του στα Panama Papers και η απάντησή του ήταν… κινηματογραφική: «Το όνομά μου και το όνομα του αδερφού μου ήταν από τα λιγότερο σημαντικά που εμφανίστηκαν στις λίστες των Panama Papers.

Ο Τύπος στην Ισπανία μάς παρουσίασε σαν να ήμασταν τα πιο βαρυσήμαντα πρόσωπα μέσα στις λίστες και αυτό είναι άδικο. Αν ήταν credits ταινιών, δεν θα ήμασταν ούτε κομπάρσοι. Δεν ξέρουμε τι είναι ακόμη όλο αυτό. Δεν έχει γίνει σωστή έρευνα. Ωστόσο, όπως αυτό δεν σταμάτησε και εσάς να δείτε την ταινία και να σας αρέσει, εύχομαι το ίδιο να γίνει και με όλους τους θεατές».

■ Το «Αγνωστο κορίτσι» τους παρουσίασαν στο Φεστιβάλ Κανών οι ήδη βραβευμένοι δύο φορές με τον Χρυσό Φοίνικα αδελφοί Ζαν-Πιερ και Λικ Νταρντέν. Η νέα τους ταινία έχει το χαρακτηριστικό χαμηλών τόνων, ήσυχο και ταυτόχρονα πολιτικό ύφος που έχει χαρακτηρίσει το έργο τους.

Με τη μορφή της υπέροχης Αντέλ Ενέλ, η ηρωίδα είναι η Τζένι, γιατρός, που ένα βράδυ, μετά τις ώρες δουλειάς, δεν ανοίγει την πόρτα σε μια κοπέλα που χρειάζεται βοήθεια και η οποία την άλλη μέρα βρίσκεται νεκρή. Παρακινημένη από τις ενοχές της, η Τζένι αποφασίζει πεισματικά και παρά τα εμπόδια της αστυνομίας και της κοινότητας όπου ζει, να μάθει και ν’ αποκαλύψει τι συνέβη στην κοπέλα.

Ο λόγος της ταινίας για την προσωπική ευθύνη –σ’ έναν κόσμο όπου οι αρχές δεν επαρκούν για να επιβάλουν τη δικαιοσύνη–, ωστόσο μ’ ένα σενάριο τόσο απλοϊκό, που αντί να σε προτρέπει σε δράση, σε κάνει ακόμα πιο απρόθυμο να παρακολουθήσεις την ταινία.

«Εκείνο που μας ενδιαφέρει σ’ αυτή την ταινία», είπε ο 62χρονος Λικ Νταρντέν, «είναι η ηρωίδα μας, η γιατρός Τζένι. Είναι ένας άνθρωπος που θα νιώσει την κοινωνική ευθύνη, τη στιγμή που δεν την αισθάνεται κανείς. Γι’ αυτό θ’ ακολουθήσει μια πορεία εσωτερικής αγωνίας. Εδώ και καιρό συζητούσαμε για μια ηρωίδα που προσπαθεί να επανορθώσει και νομίζω ότι έτσι προέκυψε αυτή η ταινία. Μιλούσαμε για κάποιον που δεν μπορεί να περνά τον χρόνο του προσπαθώντας ν’ αποφύγει τις δύσκολες ερωτήσεις».

■ Οι αδελφές Ντελφίν και Μιριέλ Κουλέν, σκηνοθέτιδες πριν από λίγα χρόνια τού «17 κορίτσια», παρουσίασαν στο τμήμα «Ενα Κάποιο Βλέμμα» τη νέα τους ταινία, «Γυρίζοντας τον κόσμο» («Voir du pays»), ένα φιλμ και ελληνικού ενδιαφέροντος, μια και αποτελεί ένα από τα πρώτα πρότζεκτ που υλοποιήθηκαν με την υποστήριξη του χρηματοδοτικού ταμείου του γαλλικού και του ελληνικού κέντρου κινηματογράφου και είναι γαλλοελληνική συμπαραγωγή, με την ελληνική πλευρά ν’ ανήκει στην παραγωγό Φένια Κοσοβίτσα και την Blonde – το μεγαλύτερο μέρος της, άλλωστε, γυρίστηκε στη Ρόδο.

Η ταινία, βασισμένη σε βιβλίο της Ντελφίν Κουλέν, με πρωταγωνίστριες την Αριάν Λαμπέντ και τη Σοκό και, δίπλα τους, τον Ανδρέα Κωνσταντίνου και τον Μάκη Παπαδημητρίου, ακολουθεί μια ομάδα Γάλλων στρατιωτών που, επιστρέφοντας από το Αφγανιστάν, κάνουν ένα διάλειμμα «αποσυμπίεσης» σε μεσογειακό θέρετρο.

Αυτή η συστηματική αποσυμπίεση, που περιλαμβάνει και ψυχοθεραπεία με τη βοήθεια προσομοιωτή του πεδίου μάχης (μια πρακτική που πραγματικά ακολουθείται σήμερα), φέρνει στην επιφάνεια όλη την αίσθηση αδιέξοδου και βίας που συγκέντρωσαν οι στρατιώτες στον πόλεμο.

Με την Αριάν Λαμπέντ στην ωραιότερη ερμηνεία της που έχουμε δει, οι αδελφές Κουλέν φτιάχνουν μια διακριτικά και εύστοχα αντιπολεμική, ευαίσθητη ταινία, μια μελέτη της γυναικείας ιδιοσυγκρασίας και της σύγκρουσής της με τον κόσμο της ανδρικής βίας. «Ανακάλυψα ένα σύμπαν που δεν γνώριζα καθόλου», λέει η Αριάν Λαμπέντ για την προετοιμασία της και το γύρισμα της ταινίας, «μια νοοτροπία, έναν τρόπο ζωής, κώδικες, μια ιεραρχία, τόσα πράγματα που μου έμοιαζαν εντελώς ξένα κι όμως αποτελούν την πραγματικότητα πολλών ανθρώπων σήμερα.

»Το “Γυρίζοντας τον κόσμο” κριτικάρει την Ευρώπη που συντηρεί τους πολέμους, τους οποίους υποστηρίζει ότι θέλει να σταματήσει, διαιωνίζοντας, έτσι, τον κύκλο της βίας. Αυτή την οπτική γωνία, της υποκρισίας της Ευρώπης, ακολουθεί η ταινία και συμφωνώ μαζί της».