Οι δυo κυρίες που μοιράζονται τη θέση της προέδρου της Κριτικής Επιτροπής του 17ου Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου, η Ντελφίν και η Μιριέλ, είναι αδελφές, η πρώτη συγγραφέας, σκηνοθέτις και σεναριογράφος, η δεύτερη διευθύντρια κινηματογραφίας. Συνυπογράφουν πάντα τις ταινίες τους.
Την πρώτη τους μεγάλου μήκους «17 filles», που ξεκίνησε την καριέρα της από τις Κάνες (2011), την έφεραν και στο Γαλλόφωνο Φεστιβάλ. Για τη δεύτερη, το «Voir du pays», που μόλις ολοκληρώθηκε και βρίσκεται στη φάση του post production, έκαναν κάτι πολύ καλύτερο. Τη γύρισαν εξ ολοκλήρου στην Ελλάδα, στη Ρόδο, με πρωταγωνίστρια την Αριάν Λαμπέντ.
Το «Voir du pays» («Θα γνωρίσετε τον κόσμο», σε ελεύθερη μετάφραση) είναι, λοιπόν, μια γαλλοελληνική παραγωγή με τα όλα της, με την πολύ δραστήρια Φένια Κοσοβίτσα στον ρόλο της Ελληνίδας εταίρου. Η ταινία, όμως, έχει με έναν περίεργο τρόπο και άλλες συνδέσεις με την Ελλάδα (τις ανακαλύψαμε μιλώντας με την Ντελφίν Κουλέν) κι ένα πολύ ενδιαφέρον φεμινιστικό-πολιτικό θέμα.
Βασίζεται στο ομότιτλο, πέμπτο μυθιστόρημα της Ντελφίν Κουλέν («Αποκάλυψη της χρονιάς» για το 2013, διάκριση από το περιοδικό «Lire»). Οι ηρωίδες του, οι 25χρονες Ορόρ και Μαρίν, είναι δυο Γαλλίδες στρατιωτίνες που υπηρετούν στο Αφγανιστάν και περνούν τρεις μέρες «αποσυμπίεσης» (πρακτική όλων των στρατών που έχουν αποστολές εκεί) σε ξενοδοχείο πέντε αστέρων στην Κύπρο. Ανάμεσα σε ανέμελους τουρίστες, στον ήλιο και τη θάλασσα.
• Τι σας τράβηξε σε ένα θέμα με γυναίκες στρατιωτικούς, που ελάχιστα το έχει αγγίξει η γαλλική και γενικότερα η ευρωπαϊκή λογοτεχνία;
Κάθε φορά που έβλεπα γυναίκες στρατιωτικούς, τόσο στην πατρίδα μου, τη Βρετάνη, που βγάζει πολλούς, όσο και στο Παρίσι, όπου ιδίως μετά τον πόλεμο στο Ιράκ όλο και περισσότερους συναντάς παντού, πάντα αναρωτιόμουνα: «Ποιοι λόγοι άραγε τις οδήγησαν σ’ αυτό το επάγγελμα;». Συγχρόνως, όμως, επειδή είμαι ένθερμη υπέρμαχος των γυναικείων δικαιωμάτων, μου έμπαιναν και προβλήματα. «Οι άνδρες δεν έχουν το μονοπώλιο της βίας», προσπαθούσα να με πείσω. «Γιατί να μην πηγαίνουν και οι γυναίκες στον πόλεμο, γιατί ο στρατός να μην είναι γυναικείο επάγγελμα;».
• Είναι, δηλαδή, η ταινία σας φεμινιστική, αλλά κι ένα σχόλιο πάνω στον πόλεμο;
Και τα δύο. Είναι μια ταινία πάνω στο τι μπορεί να οδηγήσει δυο νέες γυναίκες στον στρατό, αλλά και μια σκέψη πάνω σε όλους αυτούς τους πολέμους στους οποίους ενεπλάκησαν οι δυτικές χώρες. Νομίζω ότι τώρα πια είμαστε σε θέση να σκεφτούμε πιο σοβαρά. Οι κάτοικοί τους, από το Αφγανιστάν και το Ιράκ μέχρι τη Συρία και την Αφρική, πλημμύρισαν ως πρόσφυγες την Ευρώπη. Βλέπουμε με τα ίδια μας τα μάτια το αδιέξοδο. Ούτε λύση δόθηκε ούτε καταφέραμε να τους προστατεύσουμε, όπως είχαμε την πρόθεση.
• Τι κίνητρα έχουν οι ηρωίδες σας για να καταταγούν;
Μεγαλώνουν σε μια περιοχή της Γαλλίας όπου δεν υπάρχουν δουλειές. Γύρω τους, όλο και περισσότερα αγόρια γίνονται στρατιωτικοί, για σίγουρη δουλειά και λεφτά στην τσέπη, αλλά και για να γνωρίσουν τον κόσμο, όπως τους υπόσχονται οι διαφημιστικές εκστρατείες του στρατού. «Αντί να γίνουμε σύζυγοι στρατιωτικών, θα γίνουμε οι ίδιες στρατιωτικοί», σκέφτονται η Ορόρ και η Μαρίν.
Δεν κινούνται από φεμινιστική διάθεση, ίσως και να θεωρούν δεδομένη την ισότητα των φύλων. Μόνο αργότερα, όταν αποκτήσουν την εμπειρία του πολέμου, θα καταλάβουν ότι δεν φτάνει να θεωρείς εσύ τον εαυτό σου ισότιμο, πρέπει να το επιτρέπουν και οι συνθήκες.
«Δουλεύετε με επαγγελματισμό»
Το μυθιστόρημα εκτυλίσσεται σε τρεις εποχές. Ξεκινάει όταν οι κοπέλες συναντιούνται στην εφηβεία τους και γίνονται οι καλύτερες φίλες του κόσμου. Συνεχίζεται στο Αφγανιστάν και τελειώνει στο ξενοδοχείο της Κύπρου.
«Το φιλμ, αντίθετα, αρχίζει και τελειώνει στην Κύπρο, κράτησα την ενότητα τόπου και χρόνου της τραγωδίας», εξηγεί η Ντελφίν Κουλέν. «Οι δυο γυναίκες έχουν αφήσει πίσω τους έξι μήνες φρίκης, βίας και φόβου.
Η μία από αυτές, που την παίζει η Αριάν Λαμπέντ, έχει τραυματιστεί σοβαρά. Η άλλη καταλαβαίνει ότι έχει μέσα της ένα βαθύ ψυχικό τραύμα. Τις παρακολουθούμε να προσπαθούν να αποτινάξουν από πάνω τους τον πόλεμο μέσα σε τρεις μέρες. Η μία θα τα καταφέρει, για την άλλη τα πράγματα θα επιδεινωθούν.
• Γιατί κάνατε τα γυρίσματα στη Ρόδο και όχι στην Κύπρο;
Δοκιμάσαμε και στην Κύπρο, αλλά δεν έχουν το δικό σας υψηλό επαγγελματικό επίπεδο. Η Ελλάδα έχει κινηματογραφική παράδοση. Το συνεργείο, οι βοηθοί, όλοι τους ήταν Ελληνες και άψογοι. Λύθηκαν αμέσως τα προβλήματα χάρη στη Φένια Κοσοβίτσα. Και εκτός από τη Λαμπέντ, έπαιξαν και δυο εξαιρετικοί Ελληνες ηθοποιοί, ο Μάκης Παπαδημητρίου και ο Αντρέας Κωνσταντίνου.
• Πώς επιλέξατε την Αριάν Λαμπέντ για μια στρατιωτίνα;
Από την πρώτη στιγμή που την είδα στο «Αttenberg» της Τσαγγάρη είχα πει «α, αυτό το κορίτσι είναι καταπληκτικό». Μετά έμαθα ότι είναι και Γαλλίδα, τη θεωρούσα Ελληνίδα. Κάποτε, που είχε περάσει από το Παρίσι, ζητήσαμε από τον ατζέντη της να τη συναντήσουμε.
Θέλαμε να δουλέψουμε μαζί της. Σε οποιαδήποτε ταινία. Κι όταν αποφασίσαμε να γυρίσουμε το μυθιστόρημά μου, το μυαλό μας πήγε αμέσως σ’ αυτήν, παρόλο που παραγωγοί και διανομείς μάς πίεζαν να πάρουμε μια πιο γνωστή. «Ή αυτή ή καμία», είπαμε. Λατρεύω τον τρόπο ερμηνείας της, το στιλ, τη δυνατή φυσική παρουσία της, την εξυπνάδα της.
• Τελικά ποια είναι η σχέση σας με την Ελλάδα;
Τεράστια. Οι καλύτεροι φίλοι των γονιών μας είναι Ελληνες, ζουν στον Πειραιά. Τους συνάντησαν όταν η μαμά ήταν έγκυος σε μένα κι έτσι, κάθε δυο χρόνια, από παιδάκια, ερχόμασταν στην Ελλάδα – ξέρω τον Πειραιά απέξω κι ανακατωτά. Οταν μεγαλώσαμε, οι επισκέψεις πλήθυναν.
Σε νησιά, στην ηπειρωτική Ελλάδα. Οταν πρωτοέρχεσαι παιδάκι στην Ελλάδα, νομίζεις ότι είσαι στον παράδεισο – ο ήλιος, η θάλασσα, τα δέντρα στα οποία σκαρφάλωνα. Χιλιάδες αισθήσεις είναι γραμμένες μέσα μου. Η μαστίχα είναι η δική μου «μαντλέν» του Προυστ. Λατρεύω το φαγητό, τη μουσική σας, μέχρι και λίγα ελληνικά καταλαβαίνω. Και το «Voir du pays» στη Ρόδο άρχισα να το γράφω…
Ιnfo:
Το Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου συνεχίζεται μέχρι τις 13 Απριλίου σε Εμπασσυ, Δαναό και Αμφιθέατρο Γαλλικού Ινστιτούτου.
