Οι Ισπανοί Τζον Γαράνιο και Χοσέ Μαρί Γενάγα υπογράφουν την καλύτερη ταινία της εβδομάδας, που κομψά και τρυφερά μιλά για τη γυναικεία ψυχοσύνθεση και τις απλές ανθρώπινες κινήσεις που κάνουν τη διαφορά
Λουλούδια ★★★½✰✰
(Loreak, Ισπανία, 2014, 99’)
- σκηνοθεσία: Τζον Γαράνιο, Χοσέ Μαρί Γενάγα
- ηθοποιοί: Ναγκόρε Αρανμπούρου, Ιτσιάρ Ιτούνιο, Ιτσιάρ Αϊζπούρου, Χοσεάν Μπενγκοετσέα, Εγκοΐτς Λάσα
Η Ανε νιώθει ότι περνά απαρατήρητη στον γάμο της, ότι ο χρόνος κυλά από πάνω της σαν νερό. Η Λούρδες ασφυκτιά στον δικό της, κυρίως εξαιτίας της καταπιεστικής πεθεράς της, της Τέρε που, με τη σειρά της, αισθάνεται ότι η ύπαρξή της δεν έχει πια καμιά χρησιμότητα. Οι τρεις αυτές γυναίκες θα δουν τις ζωές τους ν’ αλλάζουν κατά λίγες αλλά καθοριστικές μοίρες, χάρη σ’ ένα μπουκέτο λουλούδια που έρχεται και ξανάρχεται, με μια ρυθμικότητα που τις αναστατώνει.
Η ιδέα θα μπορούσε να οδηγήσει σ’ ένα επιδερμικό μελόδραμα, αλλά στα χέρια των Γαράνιο και Γενάγα μεταφράζεται σε μια λεπτή, τόσο διακριτική, μελέτη της γυναικείας ψυχοσύνθεσης. Η φωτογραφία κρατά τόσο πεσμένους τόνους, ώστε τα λουλούδια να αντανακλούν με τα χρώματά τους και στην εικόνα την ένταση που φέρνουν στις ηρωίδες. Τα καδραρίσματα, σταθερά, αυστηρά δομημένα, στήνουν στο κέντρο του κάθε πλάνου τη μοναξιά, την κορνιζάρουν και, λίγο λίγο, την ανατρέπουν. Μετρημένη, κομψή και σιωπηλά τρυφερή, η ταινία μιλά για το πόσο λίγο χρειάζεται για να ξεφύγεις από τη μονοτονία, ή το αδιέξοδο μιας μέτριας ζωής, με τη βοήθεια μιας ανθρώπινης κίνησης. Ή ενός μπουκέτου λουλούδια ή μιας μικρής, ευαίσθητης ταινίας
Καύση ★★✰✰✰
(Ελλάδα, 2016, 70’)
- σκηνοθεσία: Στράτος Τζίτζης
- ηθοποιοί: Νίκος Γεωργάκης, Γωγώ Μπρέμπου, Γιώργος Χρανιώτης, Ιωάννα Μαυρέα, Βασιλική Τρουφάκου
Στο κέντρο της Αθήνας, μέσα σ’ ένα σπίτι, ενώ έξω η πόλη βράζει και καίγεται από τις ταραχές, ένας άντρας είναι νεκρός κι οι πέντε πιο κοντινοί του άνθρωποι έχουν μαζευτεί για ν’ αποφασίσουν: Ταφή ή καύση; Συμβιβασμός ή ανατροπή; Μετά τα «45 τετραγωνικά», ο Στράτος Τζίτζης σκιαγραφεί και πάλι τη σημερινή Αθήνα, αυτή τη φορά με μεγαλύτερη διάθεση ενδοσκόπησης και εντονότερη κοινωνική κριτική.
Τα σχεδόν ακίνητα πλάνα παρατηρούν, η ήρεμη, μονόχρωμη, διάφανη φωτογραφία παλεύει να σκεπάσει, σαν σεντόνι, το δράμα. Ο Νίκος Γεωργάκης ξεχωρίζει από ένα καστ όπου ο κάθε ηθοποιός παίζει στο ύφος του, οι στιγμές χιούμορ λάμπουν μέσα στην επίπεδη σοβαρότητα κι η ταινία καταγράφει την αντίδραση στα πράγματα, θεωρώντας όμως ήδη δεδομένη τη δράση, που δεν τη βλέπουμε, αλλά και δεν τη νιώθουμε.
Το 5ο κύμα ★★½✰✰✰
(The 5th wave, ΗΠΑ, 2016, 112’)
- σκηνοθεσία: Τζέι Μπλέικσον
- ηθοποιοί: Κλόι Γκρέις Μόρετς, Λίεβ Σράιμπερ, Μάικ Μονρό, Νικ Ρόμπινσον, Μάγκι Σιφ, Μαρία Μπέλο, Ρον Λίβινγκστον
Ξέρεις ότι βρίσκεσαι σ’ ένα εφηβικό θρίλερ επιβίωσης, όταν η ηρωίδα δεν χάνει το lip balm της απ’ όσα κύματα κι αν περάσει.
Σ’ αυτό εδώ, βασισμένο στο young adult best seller του Ρικ Γιάνσι, η ανθρωπότητα πλήττεται από θανατηφόρα κύματα εξωγήινης ενέργειας και, λίγο πριν από το μοιραίο 5ο, η 16χρονη ορφανή Κάσι αγωνίζεται να διασχίσει το μετα-αποκαλυπτικό Οχάιο για να βρει τον μικρό αδελφό της –όπου είναι βέβαιο ότι θα φτάσει, μια και μαζί του βρίσκεται το αγόρι που της άρεσε στο σχολείο όταν τα πράγματα ήταν «κανονικά».
Διάφορα χαριτωμένα κλισέ στολίζουν την ταινία, το παιδικό αρκουδάκι που επιβιώνει του απόλυτου ολοκαυτώματος, η καστανόξανθη ηρωίδα κι η αντίθεσή της με το «σκληρό» κορίτσι που είναι goth και της έκαναν και μπούλινγκ στο σχολείο, ο υπερ-γκόμενος που είναι υβριδικό δείγμα, η Κάσι που, αν και βρίσκεται διαρκώς μισό βήμα πριν του διαστημικού Χάρου τα δόντια, βιώνει ένα χάρμα ρομάντζο.
Ωστόσο, κάτι στον γοργό ρυθμό, κάτι στην εφηβική αφέλεια, η περιπέτεια αυτή αποδεικνύεται γοητευτική –όπως και σεναριακά πανέτοιμη για το σίκουέλ της.
Ζωούπολη ★★½✰✰✰
(Zootopia, ΗΠΑ, 2016, 108’)
- σκηνοθεσία: Μπάιρον Χάουαρντ, Ριτς Μουρ, Τζάρεντ Μπους
- με τις φωνές των: Τζίνιφερ Γκούντγουιν, Ιντρις Ελμπα, Τζέι Κέι Σίμονς, Οκτάβια Σπένσερ / στα ελληνικά: Ιωάννα Μιχαλά, Φοίβος Ριμένας, Γιάννης Στεφόπουλος, Μαρία Αδάμου, Δημήτρης Σάρλος
Οταν η Τζούντι Χοπς καταφθάνει στη Ζωούπολη, διαπιστώνει πόσο δύσκολο είναι να είσαι η πρώτη μικροσκοπική λαγουδίνα αστυνομικός ανάμεσα σε κάθε λογής ζώα που συμβιώνουν σε μια κοινωνία γεμάτη διαφορές, προκαταλήψεις και στερεότυπα.
Αποφασισμένη να λύσει μια υπόθεση εξαφάνισης, η Τζούντι θα αναγκαστεί να συνεργαστεί με τον Νικ Γουάιλντ, μια παμπόνηρη, μικροαπατεώνα αλεπού.
Μετά το «Frozen» και τους «Υπερέξι», η ίδια ομάδα της Disney παρουσιάζει μια τετράποδη κωμωδία (με τραγούδι από τη Σακίρα), διασκεδαστική, λιγότερο παραμυθένια, αλλά και πιο τολμηρή από τις προηγούμενες, καθώς οι ήρωες που κατοικούν στην ταινία και τα θέματα που τους απασχολούν αντικατοπτρίζουν με ακρίβεια την οποιαδήποτε… ανθρώπινη μητρόπολη.
Victoria ★★½✰✰✰
(Γερμανία, 2015, 138’)
- σκηνοθεσία: Σεμπάστιαν Σίπερ
- ηθοποιοί: Λάια Κόστα, Φρέντερικ Λάου, Μπουράκ Γιγκίτ, Φραντς Ρογκόφκσι, Μπουράκ Γιγκίτ, Μαξ Μάουφ, Αντρέ Χένικε
Ο Γερμανός σκηνοθέτης και ηθοποιός Σεμπάστιαν Σίπερ αποφασίζει να «διαπράξει» μια ληστεία σε πραγματικό χρόνο. Η ταινία παρακολουθεί τη συνάντηση μιας Ισπανίδας μετανάστριας στο Βερολίνο, ένα βράδυ μετά το κλαμπ, με μια παρέα τεσσάρων μικροαπατεώνων, που θα οδηγήσει σ’ ένα απρόσμενο και μοιραίο heist.
Για να αποτυπώσει την ένταση και την αδρεναλίνη μιας νεανικής τρέλας (φυσικά το φιλμ περιλαμβάνει και το σχετικό α λα Μπόνι και Κλάιντ ρομάντζο), ο Σίπερ αποφάσισε να γυρίσει την ταινία του σ’ ένα μονοπλάνο 138 λεπτών. Και μόνο το γεγονός αυτό, από τη στιγμή που, ως θεατής, συνειδητοποιήσεις ότι δεν έχεις δει ούτε ένα cut κι αρχίσεις ν’ αναρωτιέσαι πόση ώρα μπορεί αυτό να κρατήσει, ανεβάζει ήδη το σασπένς.
Οι εσωτερικοί χώροι όπου εκτυλίσσεται η ιστορία κατασκευάστηκαν για την ταινία ώστε να βρίσκονται κολλητά ο ένας στον άλλο και να διευκολύνουν το γύρισμα.
Κατά τα άλλα, έπειτα από πρόβες ενός μήνα, η ταινία γυρίστηκε σε τρεις λήψεις, τρεις συνεχόμενες μέρες, κρατήθηκε η τελευταία και το «Victoria» είχε ήδη ολοκληρωθεί. Το σενάριο, βέβαια, της ταινίας είναι τόσο ανόητο που εκπλήσσει, με έναυσμα το ότι η Ισπανίδα Βικτόρια βλέπει τέσσερα αγόρια βραδιάτικο να ληστεύουν ένα αυτοκίνητο και της φαίνεται καλή ιδέα να τους κάνει παρέα, κυρίως επειδή ήθελε να γίνει πιανίστρια και οι δασκάλες της δεν τη θεώρησαν αρκετά καλή, οπότε τώρα θέλει να γευτεί τη ζωή.
Αλλά ακόμα κι αν ο Σίπερ πρέπει να ξανασκεφτεί το σεναριακό του μέλλον, ως σκηνοθέτης είναι θαρραλέος και ικανός, όπως κι ο διευθυντής φωτογραφίας και ακούραστος οπερατέρ του, Στούρλα Μπραντ Γκρέβλεν, που τιμήθηκε και με την Αργυρή Αρκτο Καλλιτεχνικού Επιτεύγματος στο Φεστιβάλ Βερολίνου.
Το Λονδίνο έπεσε ½✰✰✰✰✰
(London has fallen, ΗΠΑ, Μεγ. Βρετανία, Βουλγαρία, 2016, 99’)
- σκηνοθεσία: Μπαμπάκ Νατζάφι
- ηθοποιοί: Τζέραρντ Μπάτλερ, Ααρον Εκχαρτ, Μόργκαν Φρίμαν, Αντζελα Μπάσετ
Πριν από τρία χρόνια, στο «Olympus has fallen», ο πράκτορας Μάικ Μπάνινγκ, με τα μπλε μάτια του Τζέραρντ Μπάτλερ, έσωσε τον Αμερικανό πρόεδρο από την τρομοκρατική πολιορκία του Λευκού Οίκου. Φέτος, καλείται και πάλι να τον σώσει από τη μεγαλύτερη τρομοκρατική επίθεση φονταμενταλιστών ισλαμιστών, που γίνεται στο Λονδίνο, ισοπεδώνοντας όλα τα μνημεία της πόλης και σκοτώνοντας όλους τους ηγέτες κρατών που έχουν συγκεντρωθεί εκεί, για την κηδεία του Βρετανού πρωθυπουργού.
Κι αν το σύμπαν καταρρέει και ορδές επωνύμων και μη δολοφονούνται εν ψυχρώ, το παλικάρι σώζει τον πρόεδρο και άρα τον ελεύθερο κόσμο, προκειμένου να επιστρέψει στην έγκυο γυναίκα του και το μπάρμπεκιου στον κήπο.
Μπορεί τα ειδικά εφέ της «πτώσης» του Λονδίνου να είναι εξαιρετικά θεαματικά και πειστικά και η δομή του θρίλερ να εκτυλίσσεται με αμείωτη ένταση, το σενάριο, ωστόσο, της ταινίας, όχι απλώς κατακλύζεται από κλισέ αμερικανοεθνικισμού και ανδρικού machismo, αλλά κι έρχεται σε μια χρονική στιγμή όπου όσα συμβαίνουν στην οθόνη δεν μοιάζουν πια φανταστικά, αλλά πιθανά, σπέρνοντας έτσι τον τρόμο και τροφοδοτώντας, ως εμπορική ταινία, ένα επιπόλαιο και αστοιχείωτο μίσος.
Ο μπαμπάς γύρισε ★½✰✰✰✰
(Daddy’s home, ΗΠΑ, 2015, 96’)
- σκηνοθεσία: Σον Αντερς
- ηθοποιοί: Γουίλ Φερέλ, Μαρκ Γουόλμπεργκ, Λίντα Καρντελίνι
Ο Μπραντ είναι παντρεμένος κι ευτυχισμένος με τη Σάρα, τα δύο όμως παιδιά της δεν τον έχουν αποδεχτεί. Τα πράγματα γίνονται ακόμα πιο δύσκολα, όταν κάνει την εμφάνισή του ο βιολογικός τους πατέρας, ο Ντάστι, ένας cool μηχανόβιος, έτοιμος για κάθε ζαβολιά.
Μια έξυπνη ιδέα σε μια πολύ χοντροκομμένη σεναριακή εκδοχή, που κατά στιγμές σώζεται μόνο από τη φυσικότητα του Μαρκ Γουόλμπεργκ στον ρόλο του Ντάστι και το γεγονός ότι ο Γουίλ Φερέλ είναι αστείος ακόμα κι όταν δεν κάνει απολύτως τίποτα.
