Το «Ξύπνημα της άνοιξης», η έκτη ταινία του προικισμένου σκηνοθέτη Κωνσταντίνου Γιάνναρη, κινηματογραφεί την Ελλάδα της κρίσης με επίκεντρο μια παρέα παραβατικών νέων. Ισως μιλάμε για την πιο μηδενιστική και ταυτόχρονα την πιο πειστική δουλειά του. Βγαίνει στις αίθουσες, όπως και η βραβευμένη κροατική «Καυτός ήλιος», επίσημη συμμετοχή της χώρας για το Οσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας.
Το ξύπνημα της άνοιξης ★★★✰✰✰
(Ελλάδα, 2015, 98’)
- Σκηνοθεσία: Κωνσταντίνος Γιάνναρης
- Ηθοποιοί: Δάφνη Ιωακειμίδου Πατακιά, Κωνσταντίνος Ελματζίογλου, Κώστας Νικούλι, Aγγελος Τζάγια, Κωνσταντίνα Τάκαλου
Η έκτη ταινία του Κωνσταντίνου Γιάνναρη είναι η πιο νέα στην καρδιά (όχι κινηματογραφικά, σε σχέση με την «Ακρη της πόλης», αλλά εγκεφαλικά), στην αδρεναλίνη της που χτυπάει κόκκινο, στην τρέλα που γεννιέται από το «γιατί έτσι».
Τίτλος δανεικός από το θεατρικό του Βέντεκιντ, αλλά ψυχοσύνθεση ριζωμένη στην μπερδεμένη σημερινή Ελλάδα που, απασχολημένη με το πώς ακριβώς θα επιβιώσει, αμελεί να προσέξει τι κάνουν τα παιδιά της. Κι εκείνα, παρασυρμένα από τις εφηβικές ορμόνες και την ανάγκη για σεξ, δράση, σασπένς, ένταση, βρίσκουν την παραβατικότητα τρομερά αισθησιακή. Γιατί έτσι. Μικροί επαναστάτες χωρίς αιτία.
Οι ήρωες της ταινίας είναι πέντε έφηβοι, μια ομάδα ανομοιογενής, παιδιά μεταναστών που κανείς παρά οι συνομήλικοί τους δεν τους δέχεται ως Ελληνες, ή παιδιά απελπισμένων μεσοαστών ή βιοπαλαιστών – μια συνηθισμένη παρέα τού τώρα.
Η ταινία ξεκινά με τη σύλληψή τους και τις ανακρίσεις της αστυνομίας, άρα ξέρουμε ότι έχουν κάνει κάποιο έγκλημα, αλλά όχι ποιο. Κι ο χρόνος γυρίζει πίσω, στο πώς, από τον πόθο και την αναστάτωση, την ανία και την καθαρή σαχλαμάρα, κατέληξαν να φτιάξουν μια ένοπλη συμμορία. Δηλαδή ακριβώς όπως το «Bling Ring» της Σοφία Κόπολα, μόνο ωραιότερο.
Οι σκηνές εναλλάσσονται ανάμεσα στην ανάκριση, θεατρική, αφαιρετική, σε μαύρο φόντο, με μπλε φωτισμό και την «έξω» ζωή των παιδιών, με την εκκωφαντική ενέργεια και το χρώμα της πόλης όπως τόσο καλά ο Γιάνναρης ξέρει να παγιδεύει, εδώ με τη βοήθεια της πανέμορφης φωτογραφίας του Γιώργου Αργυροηλιόπουλου, το έξυπνο μοντάζ του Λάμπη Χαραλαμπίδη και το τόσο σέξι σάουντρακ των Drog_A_Tech.
Στο κέντρο η Δάφνη Πατακιά, νέα ηθοποιός που τραβά τα μάτια στην οθόνη με την αναγεννησιακή ομορφιά της κι ένα μάτσο αγόρια, ανάμεσά τους ο Κώστας Νικούλι του «Xenia», ο Κωνσταντίνος Ελματζίογλου, ο Αγγελος Τζάγια, όλοι μαζί απίθανα φωτογενείς, πρόσωπα και κορμιά που ηλεκτρίζουν την ταινία, παρότι, όπως πάντα, ο Γιάνναρης δεν μοιάζει να έχει ασχοληθεί πάρα πολύ μαζί τους ερμηνευτικά.
Μέσα σ’ αυτόν τον πλούτο, η επιλογή του Γιάνναρη να παγώνει τη ροή της ταινίας με φωτογραφίες των ηρώων (για να «κρατήσει» τις στιγμές της προσωπικής τους δόξας ή του σκοτεινού τους ναρκισσισμού) μοιάζει περιττή κι επιτηδευμένη.
Το «Ξύπνημα της άνοιξης» είναι μια ταινία έντονα νιχιλιστική, αλλά, καλώς ή κακώς, εξαιρετικά πειστική ταυτόχρονα. Η κεντρική ηρωίδα, η Ιωάννα, περιγράφει την πορεία της σαν να είχε μια δύναμη που την έσπρωχνε από μέσα, την ανάγκαζε να τρέχει με μεγάλη ταχύτητα και να μην μπορεί να σταματήσει μέχρι να πέσει. Με την ίδια ξέφρενη, ζαλιστική, ερωτική και μαύρη φυγόκεντρο δύναμη κινείται κι αυτό το «Ξύπνημα» στο εφηβικό σκοτάδι.
Καυτός ήλιος ★★½✰✰✰
(Zvizdan, Κροατία, Σερβία, Σλοβενία, 2015, 123’)
- Σκηνοθεσία: Ντάλιμπορ Μάτανιτς
- Ηθοποιοί: Τιχάνα Λάζοβιτς, Γκόραν Μάρκοβιτς, Νίβες Ιβάνκοβιτς, Ντάντο Τσόσιτς
Μην κάνετε πόλεμο, κάντε έρωτα. Κι όταν αυτά τα δύο είναι άρρηκτα δεμένα; Ο Κροάτης σκηνοθέτης σχολιάζει τη δεκαετία του πολέμου της Γιουγκοσλαβίας, από το 1991 ώς το 2001, μέσα από τρεις διαδοχικές ερωτικές ιστορίες σε δύο διπλανά χωριά, η καθεμιά τροφοδοτούμενη και σημαδεμένη από τον πόλεμο, στην αρχή του, στην ισοπεδωτική μέση του και στο επισφαλές τέλος του.
Φωτογενείς και με ερμηνείες ευαίσθητες, οι Γκόραν Μάρκοβιτς και Τιχάνα Λάζοβιτς υποδύονται και τα τρία, διαφορετικά ζευγάρια, τονίζοντας την ιδιαιτερότητα της κάθε ιστορίας, αλλά και το κοινό βίωμα ενός λαού δύο εθνών και μιας ζοφερής πρόσφατης ιστορίας. Το πρώτο ζευγάρι, το 1991, πέφτει θύμα της καχυποψίας και του εθνικισμού, μια ανάσα πριν από το ξέσπασμα του πολέμου.
Το δεύτερο, το 2001, στον νωπό απόηχό του, βασανίζεται από την απόγνωση και το μίσος που παγιώθηκαν με τη βία. Και το τρίτο, το 2011, κρύβει κάτω από μια όψη χαράς κι ελαφρότητας της πολιτικής «σταθεροποίησης» πληγές προδοσίας κι έλλειψης εμπιστοσύνης που δεν έχουν γιατρευτεί.
Ο «Καυτός ήλιος», βραβευμένος στο τμήμα «Ενα κάποιο βλέμμα» του Φεστιβάλ Κανών, επίσημη συμμετοχή της Κροατίας για το Οσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας, μπορεί να μην ξεφεύγει αρκετά από την τυπολογία των βαλκανικών κινηματογραφικών κλισέ, όμως με ένα πρωτότυπο σενάριο, δύο θαυμάσιους ηθοποιούς και την καθαρτική αξιοποίηση των φυσικών τοπίων, μεταδίδει λυρικά και συναισθηματικά φορτισμένα τη μεγαλύτερη αλήθεια: ο πραγματικός αιχμάλωτος πολέμου είναι η ζωή που δεν μπορεί να περιμένει.
Spotlight ★★½✰✰✰
(ΗΠΑ, 2015, 128’)
- Σκηνοθεσία: Τομ ΜακΚάρθι
- Ηθοποιοί: Μαρκ Ράφαλο, Μάικλ Κίτον, Ρέιτσελ ΜακΑνταμς, Λιβ Σράιμπερ, Τζον Σλέιτερι, Στάνλεϊ Τούτσι, Μπίλι Κράνταπ
Ο Τομ ΜακΚάρθι έχει μία κατεξοχήν άνιση καριέρα -σεναριογράφος του αξέχαστου «Up» της Pixar, αλλά και του ανόητου «Million Dollar Arm», σκηνοθέτης των μελαγχολικών, συγκινητικών «Station Agent» και «The Visitor», αλλά και της χείριστης κωμωδίας «The Cobbler» με τον Ανταμ Σάντλερ, μεταφέρει στο σινεμά μια πραγματική, συγκλονιστική ιστορία, σε μια ταινία που δεν την αξιοποιεί ικανά, αλλά βρίσκεται υποψήφια για 6 Οσκαρ και, τελευταία, φαβορί για τα Καλύτερης Ταινίας και Σεναρίου.
Το 2002, η Αμερική προσπαθεί να επαναπροσδιορίσει την εξωτερική κι εσωτερική πολιτική της μετά το τρομοκρατικό χτύπημα, ενώ μια δυναμική δημοσιογραφική ομάδα με το όνομα «Spotlight», στην εφημερίδα «Boston Globe», αποκαλύπτει ένα τεράστιο σκάνδαλο παιδεραστίας στην τοπική, πανίσχυρη Καθολική Εκκλησία, που εμπλέκει πάνω από 70 ιερείς.
Η ταινία εκτυλίσσεται σε κλειστά δωμάτια συσκέψεων, σε ταραγμένα γραφεία και σε αγωνιώδεις συνεντεύξεις με θύματα και θύτες, καθώς η ανατροπή μια παγιωμένης αντίληψης (ότι η εκκλησία είναι «το Καλό») επηρεάζει προσωπικά και καθέναν από τους ερευνητές δημοσιογράφους.
Ο ΜακΚάρθι στήνει την ταινία του μ’ έναν στιβαρό, στέρεο ρυθμό, αλλά χωρίς ένταση ή κορύφωση. Δίνει τους πρωταγωνιστικούς ρόλους σ’ ένα εκπληκτικά ομαδικό καστ, αφήνοντας όμως τους ηθοποιούς του μάλλον αναξιοποίητους – όλοι φέρνουν μαζί τους τη βαρύτητα της καριέρας τους, αλλά δεν έχουν μια σκηνή για να δείξουν τι μπορούν να καταφέρουν. Οι ίδιοι οι ήρωές του δεν έχουν προσωπικότητα, βάθος, παρά μόνο χαρακτηριστικά.
Εκείνο που μένει, είναι μια συμβατική ταινία που παρακολουθείται με ενδιαφέρον, της οποίας το κύριο πλεονέκτημα παραμένει η συναρπαστική, πραγματική ιστορία που αφηγείται και όχι το πώς επιλέγει να το κάνει.
Το δάσος ★½✰✰✰✰
(The Forest, ΗΠΑ, 2015, 93’)
- Σκηνοθεσία: Τζέισον Ζάντα
- Ηθοποιοί: Νάταλι Ντόρμερ, Τέιλορ Κίνι, Εοϊν Μακέν, Γιουκιγιόσι Οζάουα
Στην Ιαπωνία, στους πρόποδες του όρους Φούτζι, βρίσκεται το δάσος Αοκιγκαχάρα (εκεί όπου ο Γκας Βαν Σαντ γύρισε το «Sea of Trees» με τον Μάθιου ΜακΚόναχεϊ), μεγάλο, περίπλοκο και γεμάτο μετέωρες ψυχές, «θυμωμένα φαντάσματα» για τους Ιάπωνες, μια και σ’ αυτό το δάσος μπαίνουν και μένουν οι αυτόχειρες.
Εκεί θα τολμήσει να μπει κι η Σάρα, αναζητώντας τη δίδυμη αδελφή της, Τζες, που χάθηκε πριν από λίγο καιρό: η Σάρα είναι βέβαιη ότι η αδελφή της ζει και περιμένει κάποιον να τη σώσει.
Το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Τζέισον Ζάντα (επικεντρωμένο στη σέξι μορφή της Νάταλι Ντόρμερ, της Μάρτζερι του «Game of Thrones»), συνδυάζει το σκοτάδι του δάσους, τα μεταφυσικά φαινόμενα, τις κατεστραμμένες από τη σήψη μισοζώντανες μορφές, τα πετυχημένα ξαφνιάσματα για ν’ αγγίξει στιγμές αληθινά εφιαλτικές. Αν μόνο είχε κάνει έναν παραπάνω κόπο με το σενάριό του, ώστε η πλοκή του να μην είναι τόσο κλισέ και οι ατάκες του τόσο πρόχειρες, θα λειτουργούσε και κάτι παραπάνω από την ανεξέλεγκτη αδρεναλίνη.
Πρακτοράτζα
(The Brothers Grimsby, Μεγ. Βρετανία, 2016, 82’)
- Σκηνοθεσία: Λούις Λετεριέ
- Ηθοποιοί: Σάσα Μπάρον Κόεν, Μαρκ Στρονγκ, Πενέλοπε Κρουζ, Αναμπελ Γουόλις, Αϊλα Φίσερ, Ρέμπελ Γουίλσον
Eνας Βρετανός μυστικός πράκτορας ετοιμάζεται για την επόμενη αποστολή που του έχουν αναθέσει. Για κακή του τύχη, όμως, τα σχέδιά του θα χαλάσει ο -εδώ και 28 χρόνια- χαμένος αδερφός του, Νόμπι, ο οποίος είναι φανατικός χούλιγκαν και το δείχνει σε κάθε ευκαιρία εντός και εκτός των βρετανικών γηπέδων.
Το γεγονός ότι ο αδελφός είναι ο γνώριμος, ιερόσυλος και ενίοτε απολαυστικός κάφρος Σάσα Μπάρον Κόεν, αλλά και η απόδοση του τίτλου στα ελληνικά, μάς προετοιμάζουν για το ύφος της κωμωδίας.
Θεοί της Αιγύπτου
(Gods of Egypt, ΗΠΑ, Αυστραλία, 2016, 100’)
- Σκηνοθεσία: Αλεξ Πρόγιας
- Ηθοποιοί: Τζέραρντ Μπάτλερ, Μπρέντον Θουέιτς, Νικολάι Κόστερ Βαλντάου, Κόρτνι Ιτον, Αμπι Λι, Τζέφρι Ρας, Ρούφους Σιούελ, Ελοντι Γιανγκ, Τσάντγουικ Μπόουζμαν
Ο οραματιστής Αλεξ Πρόγιας («Το Κοράκι», «Dark City», «I, Robot») φορά σανδάλια και χρυσοποίκιλτα τσιτάκια και βυθίζεται στην αρχαία αιγυπτιακή μυθολογία με τον δικό του τρόπο και μ’ ένα καστ που προσφέρεται για ελαφρώς κιτς ιστορική περιπέτεια.
Εν προκειμένω, η επιβίωση του ανθρώπινου είδους κρέμεται από μία κλωστή, καθώς ο θνητός ήρωας Μπεκ ξεκινά ένα συναρπαστικό ταξίδι για να σώσει τον κόσμο και την πραγματική του αγάπη.
Για να τα καταφέρει, θα χρειαστεί τη βοήθεια του παντοδύναμου θεού Ωρου σε μια αναπάντεχη συμμαχία ενάντια στον Σετ, τον αμείλικτο θεό του σκότους που έχει υφαρπάξει τον θρόνο της Αιγύπτου, βουτώντας την κάποτε ειρηνική και εύπορη αυτοκρατορία στο χάος και τις διαμάχες. Δυστυχώς, δεν έγινε έγκαιρη δημοσιογραφική προβολή της ταινίας, ώστε να δούμε κι εμείς πόσο ποπ κορν αξίζει.
