Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Ημουν ο τελευταίος μαθητής αυτών των δεινοσαύρων που θαύμαζα, του Μπέργκμαν, του Φελίνι, του Κουροσάβα, του Γουέλς, του Στροχάιμ, του Πέκινπα. Το σινεμά που ήθελα να κάνω δεν υπάρχει πια, η φωνή του έσβησε. Η εξυπνάδα εγκατέλειψε το σενάριο ή τη σκηνοθεσία για να καταφύγει στην τεχνολογία. Για μένα τελείωσε, δεν είναι τραγικό».

Ετσι έγραφε ο Αντρέι Ζουλάφσκι το 2004 στο μυθιστόρημά του «Aπιστία», που το χαρακτήριζε «αυτο-μυθιστόρημα». Και συνέχιζε: «Κατάλαβα ότι αυτό που με ενδιέφερε πάνω απ’ όλα ήταν να μείνω ένας ελεύθερος άνθρωπος. Συγκρούστηκα βίαια με τις πολιτικές αρχές της πατρίδας μου, με τους παραγωγούς μου και τους κριτικούς, αλλά δεν υποτάχθηκα ποτέ σε τίποτα. Ούτε στον κομμουνισμό ούτε στον καπιταλισμό».

Ο θάνατος του σημαντικού Πολωνού σκηνοθέτη χθες, ξημερώματα Τετάρτης, στην Πολωνία, σε ηλικία 75 χρόνων, ξάφνιασε τους σινεφίλ και τον κόσμο του σινεμά, παρ’ όλο που ένας από τους τρεις γιους του, ο Ξαβέρι, είχε ανεβάσει πριν από ελάχιστες μέρες στο facebook την είδηση ότι ο Ζουλάφσκι, στο τελευταίο στάδιο του καρκίνου, νοσηλευόταν χωρίς ελπίδα.

Ο τολμηρός και εκρηκτικός δημιουργός είχε επιστρέψει στην πατρίδα του στις αρχές του 2000, μετά το τραυματικό διαζύγιο από τη σύζυγό του (1984-2001) Γαλλίδα ηθοποιό Σοφί Μαρσό, 26 χρόνια μικρότερή του. Και είχε αφοσιωθεί στο γράψιμο, απέχοντας δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια από το σινεμά.

Μέχρι που, ξαφνικά, εμφανίστηκε πέρυσι τον Αύγουστο με ταινία στο Λοκάρνο, το «Cosmos», μεταφορά μυθιστορήματος του Γκομπρόβιτς, ενώ είχε κι άλλα σχέδια πάνω στους «Εργάτες της θάλασσας» του Ουγκό και σε μια νουβέλα του Ντοστογιέφσκι. Δεν πρόλαβε.

Ο Ζουλάφσκι πέρασε σαν θύελλα από το σινεμά. Παθιασμένος, ερωτικός, βίαιος, διεστραμμένος, ακραίος. Σήμερα οι ταινίες του έχουν γίνει καλτ. Τις νοσταλγούμε, τις συγκρίνουμε με άλλες. Για τον ίδιο δεν ήταν πάντα εύκολο. Ούτε στην αρχή ούτε στο τέλος.

Στα παιδικά του χρόνια είδε τη μικρότερη αδελφή του να πεθαίνει από πείνα. Γεννημένος το 1940 στο Λβοβ της Πολωνίας, μεγάλωσε σε μια χώρα διαλυμένη από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Είχε όμως την τύχη, λόγω του διπλωμάτη πατέρα του, μόνιμου εκπροσώπου της Πολωνίας στην UNESCO, να μοιράζει τον χρόνο του ανάμεσα σε Πολωνία και Γαλλία.

Τελείωσε, μάλιστα, το Γυμνάσιο στο Παρίσι και σπούδασε σινεμά στη θρυλική Idhec, αλλά και φιλοσοφία στη Σορβόνη. Οταν επέστρεψε στην Πολωνία, δούλεψε ως βοηθός του μεγάλου Βάιντα, έγραφε κριτική σινεμά και λογοτεχνία – αυτή τον έφερε για πρώτη φορά αντιμέτωπο με τη λογοκρισία, που ενοχλήθηκε από το μυθιστόρημά του «Kino» (Κινηματογράφος).

Τα ίδια προβλήματα είχε και με τις δύο πρώτες ταινίες του. Ετσι, όπως και οι μεγαλύτεροί του Πολάνσκι και Σκολιμόφσκι, εγκαταλείπει την καταπιεστική Πολωνία και καταφεύγει στο Παρίσι.

Σνάιντερ, Αντζανί, Μαρσό

Η επιτυχία δεν θα αργήσει. Εφτασε και περίσσεψε η ταινία του «Σημασία έχει ν’ αγαπάς» (1975), με τη Ρόμι Σνάιντερ σε έναν από τους καλύτερους ρόλους της καριέρας της, να ερμηνεύει μια ηθοποιό σοφτ πορνό ταινιών, μπλεγμένη σε μια καταραμένη διπλή σχέση με τον εξαρτημένο, αδύναμο σύζυγό της (Ζακ Ντιτρόν) και τον φωτογράφο εραστή της (Φάμπιο Τέστι).

Η Πολωνία τον ξαναδέχτηκε πίσω διάσημο και άρχισε να γυρίζει μια φιλόδοξη ταινία επιστημονικής φαντασίας («Le Globe d’ argent»), της οποίας όμως τα γυρίσματα διακόπηκαν μία εβδομάδα πριν ολοκληρωθούν από τον υπουργό Πολιτισμού. Παίχτηκε λογοκριμένη το 1988.

Ο Ζουλάφσκι έστρεψε πάλι την πλάτη του στην Πολωνία, έζησε λίγο στη Νέα Υόρκη και γύρισε στο Βερολίνο τη δεύτερη μεγάλη επιτυχία του, την ταινία ίσως που περισσότερο από κάθε άλλη συμπύκνωνε τις εμμονές και ιδιαιτερότητές του. Ενώ ακόμα μια κυρία του σινεμά βρέθηκε να του χρωστά έναν ρόλο, όχι σπουδαίο -δύσκολα θα τον λέγαμε έτσι- αλλά ακραίο, ανεξέλεγκτο, μαύρο και βουτηγμένο στο παράλογο και τη μεταφυσική.

Διότι στο δραματικό θρίλερ «Μια γυναίκα δαιμονισμένη», η Ιζαμπέλ Αντζανί (Σεζάρ και βραβείο ερμηνείας στις Κάνες, το 1981) παίζει την Ανα, που σταδιακά βυθίζεται στη βία, την παράνοια και την αυτοκαταστροφή, ενώ έχει και ερωτικές σχέσεις με ένα περίεργο υπερφυσικό «πλάσμα».

Από εκείνες τις Κάνες, όμως, ξεκινά και η «περίοδος Σοφί Μαρσό» για τη ζωή και την τέχνη του Ζουλάφσκι. Ερωτεύονται, παντρεύονται, γυρίζουν μαζί ταινίες που δεν καταφέρνουν να σταθούν στο «ύψος» των έστω και αμφιλεγόμενων προηγούμενων. Η Μαρσό πρωταγωνιστεί στις «Η δημόσια γυναίκα» (1984), «Ερωτική τρέλα» (1985), «Οι νύχτες μου είναι πιο όμορφες από τις μέρες σας» και «Πίστη» (2000).

Αποκτά μαζί του το 1995 έναν γιο, τον Βενσάν, και μοιράζεται όλες τις οικονομικές δυσκολίες παραγωγής, που αυξάνουν. Το κοινό σιγά σιγά απομακρύνεται, ο Ζουλάφσκι κάνει στροφή σε αποτυχημένες ιστορικές ταινίες, έρχεται το διαζύγιο και η απομάκρυνσή του από το σινεμά.

Τον Ζουλάφσκι αποχαιρέτησε η Ενωση Πολωνών Σκηνοθετών. Ηταν, είπαν, «ένας καλλιτέχνης πρωτότυπος και αυθεντικός, κάποιες φορές αμφιλεγόμενος, αλλά πάντα πιστός στον εαυτό του».