Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η ταινία του «Ενας άλλος κόσμος» έχει τη γνωστή ροπή του στα στερεότυπα και την απλοϊκότητα. Αλλά το κοινό, που σίγουρα θα συρρεύσει να τη δει, θα έχει τουλάχιστον κέρδος πνευματικό, αν όχι κινηματογραφικό.

Ενας άλλος κόσμος   ★★ ½ ✰✰✰

(Ελλάδα, 2015, 116’)

  • σκηνοθεσία: Χριστόφορος Παπακαλιάτης
  • ηθοποιοί: Τζέι Κέι Σίμονς, Χριστόφορος Παπακαλιάτης, Αντρεα Οσβαρτ, Μηνάς Χατζησάββας, Μαρία Καβογιάννη, Νίκη Βακάλη, Τοφίκ Μπαρχόμ

Οποιος κοροϊδεύει τον Χριστόφορο Παπακαλιάτη κοροϊδεύει τον εαυτό του. Γιατί οι δουλειές του, για πάνω από δύο δεκαετίες στην τηλεόραση και για δεύτερη φορά τώρα, μετά το «Αν…», στο σινεμά, είναι απόλυτα ταυτισμένες με το μεγάλο πλήθος των Ελλήνων θεατών, της ελληνικής ποπ συνείδησης. Και τίποτα δεν αλλάζει τώρα που ο Παπακαλιάτης επιλέγει, αντί ρομαντικού, να κάνει πολιτικό σινεμά.

«Ενας άλλος κόσμος» είναι η σημερινή Αθήνα, της οικονομικής και της κοινωνικής κρίσης και σ’ αυτήν τοποθετεί η ταινία τρεις αυτόνομες (αλλά συνδεόμενες στο φινάλε) ερωτικές ιστορίες, με διεθνικά ζευγάρια. Η έφηβη Δάφνη γνωρίζει τον Σύρο πρόσφυγα Φάρις και μέσα από τον ορμητικό τους έρωτα, γεύεται τη ζωή στην «άλλη πλευρά», των κυνηγημένων ξένων.

Ο 40άρης Γιώργος κάνει ένα one night stand με μια όμορφη Σουηδέζα κι ελπίζει σε περισσότερα, πριν συνειδητοποιήσει ότι εκείνη βρίσκεται στην Αθήνα για να «εκκαθαρίσει» την εταιρεία όπου εκείνος δουλεύει.

Κι η Μαρία, μαμά και γιαγιά που κοντεύει τα 60, γνωρίζει στο σουπερμάρκετ έναν Γερμανό τουρίστα και, παρά τη γλωσσική δυσκολία στην επικοινωνία και το εθνικό στερεότυπο αντιπάθειας, νιώθει ότι για πρώτη φορά στη ζωή της, μαζί του μπορεί ν’ ακουστεί και να νιώσει. Τρεις γενιές σε αναζήτηση αγάπης κι ανάμεσά τους, σκοτεινός συνδετικός κρίκος ο Μηνάς Χατζησάββας ως Αντώνης, στον τελευταίο ρόλο του στο σινεμά.

Ο Παπακαλιάτης αγαπά τον κινηματογράφο κι αυτό είναι προφανές στο σινεμά του: κάνει τις ταινίες που απολαμβάνει να βλέπει, με γενναιόδωρη, πληθωρική σκηνοθεσία, στιλιστική κι αισθητική επιμέλεια, αυστηρή δομή, φυσικές ερμηνείες. Ταυτόχρονα αγαπά την επιφάνεια, με μια ροπή προς την απλοϊκότητα, τα βαρύγδουπα συμβάντα, τις μεγαλόστομες ατάκες.

Οταν αυτό σεναριακά εφαρμόζεται σε ερωτικές ιστορίες, λειτουργεί ενδεχομένως απολαυστικά. Οταν το ζητούμενο είναι η πολιτική κριτική, το αποτέλεσμα είναι ένα σινεμά λαϊκίστικο, επιπόλαιο στα στερεότυπά του, όπως σ’ αυτήν εδώ την ταινία.

Από την άλλη πλευρά, αν το κοινό που σίγουρα θα συρρεύσει μαζικά να δει το «Ενας άλλος κόσμος», αντί για ένα ακόμα παθιασμένο ρομάντζο, δει μια ταινία που κατακρίνει δυνατά τον φασισμό και τον ρατσισμό, αυτό είναι μόνο κέρδος, αν όχι κινηματογραφικό, τουλάχιστον πνευματικό.

Ο διαιτητής   ★★ ½ ✰✰✰

(L’ arbitro, Ιταλία, Αργεντινή, 2013, 96’)

  • σκηνοθεσία: Πάολο Ζούκα
  • ηθοποιοί: Στέφανο Ακόρζι, Τζέπι Κουτσιάρι, Τζακόπο Κούλιν, Φραντσέσκο Πανοφίνο, Αλέσιο ντι Κλεμέντε

Η Γη είναι στρογγυλή γιατί έχει το σχήμα της μπάλας ποδοσφαίρου. Στο μικρό ιταλικό χωριό το ποδόσφαιρο είναι μάνα, Θεός και Παναγιά, ερωμένη, τα πάντα, παρότι η τοπική ομάδα είναι από τις χειρότερες του κόσμου, με παίκτες από ανήλικα παιδιά μέχρι κουτσούς και προπονητή τυφλό.

Η επιστροφή, ωστόσο, στο χωριό του Ματσούτσι έπειτα από κάποια χρόνια διαμονής στην Αργεντινή, δίνει νέο αέρα στους παίκτες. Μόνο που στο σημαντικό επικείμενο παιχνίδι, θα διαιτητεύσει ο Κρουσιάνι, ο οποίος μόλις είδε τη διεθνή καριέρα του να καταστρέφεται λόγω δολιοφθοράς.

Ο Πάολο Ζούκα είναι ένα από τα σύγχρονα αστέρια όχι της μπάλας, αλλά της διαφήμισης κι αυτό είναι εμφανές στη σκηνοθεσία του: ασπρόμαυρη φωτογραφία, υπερβατική δομή στα κάδρα, εικαστική τελειότητα και υπονομευτικό χιούμορ που τα βάζει με όλα τα ιταλικά στερεότυπα, την οικογένεια, τον έρωτα, τη θρησκεία, τη διαφθορά, μαζί με στοιχεία από μιούζικαλ ώς γουέστερν.

Τα έξυπνα κωμικά στοιχεία και η ομορφιά της εικόνας διασκεδάζουν τα μάτια, ορισμένες σκηνές γράφονται για πάντα στη μνήμη, μόνο που το ίδιο το σενάριο, η ιστορία κι οι ήρωες αποδεικνύονται πολύ αδύναμοι για να στηρίξουν τόσο στολισμό.

Ο ηλίθιος   ★★ ½ ✰✰✰

(Durak, Ρωσία, 2014, 116’)

  • σκηνοθεσία: Γιούρι Μπίκοφ
  • ηθοποιοί: Αρτέμ Μπιστρόφ, Νίνα Αντιούχοβα, Σεργκέι Αρτσιμπάσεβ, Πιοτρ Μπαραντσέεφ, Νικολάι Μπεντέρα

Μαζί με τον «Λεβιάθαν», ο «Ηλίθιος» του Γιούρι Μπίκοφ, πολυβραβευμένη ταινία στο Φεστιβάλ του Λοκάρνο, ήταν ο λόγος που ο Ρώσος υπουργός Πολιτισμού αποφάσισε να σταματήσει να χρηματοδοτεί ταινίες που δεν παρουσιάζουν τη χώρα με θετικό πρόσωπο. Κι αυτό γιατί ο «Ηλίθιος» είναι μια ακόμα αιχμηρή, βροντερή κριτική στη ρωσική διαφθορά, από έναν δυνατό νέο σκηνοθέτη με όραμα.

Ο Ντίμα είναι ένας φτωχός υδραυλικός, που ζει με τη γυναίκα, το παιδί του, αλλά και τη μητέρα και τον πατέρα του σ’ ένα στοιχειώδες διαμέρισμα – παρ’όλα αυτά, μελετά για να γίνει μηχανικός και να εξασφαλίσει στους δικούς του μια καλύτερη ζωή.

Οταν διαπιστώσει ότι η μία από τις εργατικές πολυκατοικίες της περιοχής είναι έτοιμη να πέσει, σκοτώνοντας όλους τους ενοίκους, λόγω κακής συντήρησης, προσπαθεί μέσα σ’ ένα βράδυ να ενημερώσει τις δημοτικές αρχές για να σωθεί ο κόσμος. Το μόνο που βρίσκει απέναντί του είναι διαφθορά κι εγκληματική αδιαφορία. Ταυτόχρονα, η οικογένεια του Ντίμα δεν τον θεωρεί παρά ηλίθιο, που βάζει την ηθική του πάνω από τη συνήθη πρακτική των αρχών.

Η ετοιμόρροπη πολυκατοικία υψώνεται σαν ογκόλιθος στο τοπίο του Μπίκοφ, σαν ένας αρχέγονος βράχος που εσωκλείει όλο το ανθρώπινο σκοτάδι. Αντί, ωστόσο, ν’ αξιοποιήσει αυτό το υπέροχο δικό του εύρημα, ο σκηνοθέτης επιλέγει να ξετυλίξει την ιστορία του συχνά σε στοχευμένους διαλόγους, γραμμένους περισσότερο για να διαβάζονται, παρά για να βλέπονται στην οθόνη, πράγμα που δίνει στις σκηνές του και μια άγονη θεατρικότητα.

Αυτή τη στασιμότητα απογειώνει το τελευταίο μέρος του φιλμ, όταν ο Ντίμα περνά στη δράση και προσπαθεί μόνος του να σώσει ανθρώπους που δεν θέλουν να σωθούν και στο πικρό, κατάμαυρο φινάλε του.

Με το κεφάλι ψηλά   ★★ ½ ✰✰✰

(La tête haute, Γαλλία, 2015, 120’)

  • σκηνοθεσία: Εμανουέλ Μπερκό
  • ηθοποιοί: Ροντ Παραντό, Κατρίν Ντενέβ, Μπενουά Μαζιμέλ, Σάρα Φορεστιέ

Η πίστη της Γαλλίας στη δημόσια διοίκησή της είναι ταυτόχρονα η αρετή κι η παγίδα αυτού του καλοπαιγμένου, αλλά κοινότοπου κοινωνικού δράματος.

Ο Μαλονί είναι ένα εξάχρονο αγόρι το οποίο η μητέρα του εγκαταλείπει (για να μπαινοβγαίνει πού και πού στη ζωή του) σε μια δικαστή. Ο Μαλονί θα περάσει τα επόμενα χρόνια, ώς την προχωρημένη εφηβεία του, σε κοινωφελή ιδρύματα, μοιράζοντας τον χρόνο ανάμεσα στη χαρά και τον πρώτο έρωτα, στη βία, στα μικροεγκλήματα και στις μεγαλύτερες τραγωδίες.

Η μόνη σταθερά στη ζωή του είναι η δικαστής Φλοράνς, που θέλοντας και μη αναλαμβάνει τη συντήρηση και τη διαπαιδαγώγησή του, με τον τρόπο που, σε μια ιδανική πολιτεία, το κράτος οφείλει να κάνει.

Ο πρωταγωνιστής Ροντ Παραντό είναι μια φυσιογνωμία μαγνητική, η Κατρίν Ντενέβ ως Φλοράνς δίνει την απαραίτητη μαγεία και το κύρος στο φιλμ, που άνοιξε το φετινό Φεστιβάλ Κανών, σκηνοθετημένο από την κυρίως ηθοποιό Μπερκό.

Το σύνολο, συγκινητικό κι αφελές μαζί, μοιάζει σαν οι αδελφοί Νταρντέν ν’ αποφάσισαν να μετοικήσουν στο mainstream: στρογγυλεμένος ρεαλισμός, αισιοδοξία που προέρχεται από το πουθενά, αλλά ζεστή καρδιά.

Ο καλόσαυρος   ★★★✰✰✰

(The good dinosaur, ΗΠΑ, 2015, 100’)

  • σκηνοθεσία: Πίτερ Σον
  • ηθοποιοί: Ρέιμοντ Οχόα, Τζέφρι Ράιτ, Στιβ Ζαν, Ανα Πάκουιν, Σαμ Ελιοτ, Φράνσις ΜακΝτόρμαντ / Γιάννης Στεφόπουλος, Μαρία Πλακίδη, Βαΐτσα Πιερράκου, Νίκος Κατσάτσος, Σωτήρης Πιερράκος, Ντένης Μακρής, Σωτήρης Πιερράκος, Γιάννης Τσιμιτσέλης

Ο μικρός απατόσαυρος Αρλο νιώθει αταίριαστος στην οικογένειά του: είναι μικροκαμωμένος, όχι τόσο δυνατός, όχι τόσο γενναίος.

Από ένα κακό γύρισμα της τύχης, θα βρεθεί μόνος στην απεραντοσύνη του προϊστορικού κόσμου, ν’ αναζητά μαθήματα θάρρους. Μόνος; Οχι. Στην περιπέτειά του θα έχει απροσδόκητο σύντροφο ένα μικροσκοπικό αγοράκι των σπηλαίων που βρυχάται τρομερά, αλλά έχει καρδιά μάλαμα.

Η δεύτερη φετινή ταινία της Pixar μετά το «Inside Out» (εδώ μαζί με την Disney) είναι μια ταινία διαμετρικά αντίθετη, λιγότερο πρωτότυπη, ευρηματική και ώριμη, αλλά πολύ γοητευτική, ακόμα και για το ενήλικο κοινό. Η αισθητική του animation είναι πρωτοφανώς μινιμαλιστική, νατουραλιστική, αλλά ο Σον έχει στολίσει την εικόνα και την ιστορία του με «επισκέπτες» ήρωες και σημεία της πλοκής που ξεφεύγουν σε κωμικές παραισθήσεις.

Οι χρωματικοί συνδυασμοί και τα παράξενα πλάσματα φέρνουν στο μυαλό κάτι από το βάρος της «Φαντασίας». Κι η ιστορία, είναι μεν απόλυτα απλή και προβλέψιμη, αλλά πάντα συγκινητική, με μια ευαίσθητη εσωστρέφεια.