Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μπορεί το γέλιο να ρέει άφθονο στο «Chevalier» της Αθηνάς Τσαγγάρη, αλλά το ύφος της ταινίας είναι εκλεκτικό και απευθύνεται κυρίως σ’ όσους αγαπούν το παράδοξο. Στις αίθουσες και η «Γέφυρα των κατασκόπων» του Σπίλμπεργκ με ένα αριστουργηματικό πρώτο μέρος

Chevalier   ★★★✰✰

(Chevalier, Ελλάδα, 2015)

  • σκηνοθεσία: Αθηνά Τσαγγάρη
  • ηθοποιοί: Γιώργος Κέντρος, Πάνος Κορώνης, Βαγγέλης Μουρίκης, Μάκης Παπαδημητρίου, Γιώργος Πυρπασόπουλος, Σάκης Ρουβάς, Γιάννης ∆ρακόπουλος, Νίκος Ορφανός, Κώστας Φιλίππογλου

Πόση τεστοστερόνη χωρά σε μια βάρκα και πόσο χιούμορ σε μια ταινία της Αθηνάς Τσαγγάρη; Πολλή και πολύ, όπως φαίνεται σ’ αυτήν την ελαφριά σκωπτική ματιά στο ανδρικό στερεότυπο του σύγχρονου «winner». Εξι άντρες μοιράζονται λίγες μέρες σ’ ένα κότερο, μαζί με το επίσης ανδρικό πλήρωμα κι αποφασίζουν να περάσουν τον χρόνο τους ανταγωνιστικά.

Να παίξουν ένα παιχνίδι διαρκείας, αξιολογώντας ο ένας τον άλλον στα πάντα, από το ροχαλητό μέχρι τη στύση κι από τη φασίνα μέχρι τη χοληστερίνη: τελικό έπαθλο ένα δαχτυλίδι chevalier και η γνώση ότι είσαι ο καλύτερος, γενικότερα. Σε σενάριο του Ευθύμη Φιλίππου και της σκηνοθέτριας, η ταινία έχει το πλεονέκτημα να μην είναι ούτε ανδρική ούτε γυναικεία, καθώς περιπαίζει την ιδέα της ικανότητας και της επιτυχίας, όπως έχει διαμορφωθεί εδώ και χρόνια κι από τα δύο φύλα, γενικότερα επίσης.

Το «Chevalier» δεν είναι μια mainstream κωμωδία, μπορεί το γέλιο να ρέει άφθονο στην κάθε αφηγηματική παράγραφο του φιλμ, όμως το ύφος είναι εκλεκτικό και απευθύνεται κυρίως σ’ όσους αγαπούν το παράδοξο. Τόσο η Τσαγγάρη σκηνοθετικά όσο και ο Χρήστος Καραμάνης στη φωτογραφία έχουν κατορθώσει να εγκλωβίσουν τους ήρωες στο λευκό σκαρί του πλοίου, μετατρέποντάς το σε μια φουτουριστική, σχεδόν, carte blanche, όπου οι άντρες αναδεικνύονται σ’ όλο τους το «κοκορίστικο» μεγαλείο.

Οι ιδέες των ασκήσεων στις οποίες θα συναγωνιστούν οι ήρωες ξεκινούν εξαιρετικά πρωτότυπα, η μια πιο διασκεδαστική από την άλλη. Ωστόσο, προφανώς συνειδητά, η Τσαγγάρη αποφασίζει να κρατήσει την ενέργειά της σταθερή: όπως ξεκινά η ταινία, στον ίδιο τόνο ολοκληρώνεται, χωρίς κορύφωση κάποιου είδους, χωρίς να γίνεται πιο αστεία, πιο σκοτεινή, πιο επικίνδυνη, πιο καθαρτική, παρά μόνο επίπεδη. Κι έτσι το εύρημα του φιλμ αρχίζει σταδιακά να μοιάζει επαναλαμβανόμενο και να χάνει από το ενδιαφέρον και την έντασή του.

Παράλληλα, τη συναισθηματική εμπλοκή εμποδίζει και μια διάχυτη ελαφριά υπεροψία απέναντι στους ήρωες, από τους οποίους κανείς δεν είναι συμπαθής κι όλοι πέφτουν στην ειρωνεία του σεναρίου.

Το κέφι ανεβάζει η ομάδα των ηθοποιών –οι «μη επαγγελματίες» ανάμεσά τους, τόσο ο Πάνος Κορώνης όσο και ο Σάκης Ρουβάς αντεπεξέρχονται στην πρόκληση εξαιρετικά– επιλεγμένοι με ευστοχία και θάρρος, ώστε να συμπληρώνουν τους χαρακτήρες των ηρώων τους με το προσωπικό του ύφος ο καθένας και να προσφέρουν στιγμές απολαυστικές.

Ασφαλτος   ★★★★ ½ ✰

(Asphalte, Γαλλία, 2015)

  • σκηνοθεσία: Σαμιουέλ Μπενσετρίτ
  • ηθοποιοί: Ιζαμπέλ Ιπέρ, Γκιστάβ Κερβέρν, Βαλέρια Μπρούνι-Τεντέσκι, Τασαντίτ Μαντί, Ζιλ Μπενσετρίτ, Μάικλ Πιτ

Σε μια εργατική πολυκατοικία στα παρισινά προάστια, ο Μπενσετρίτ στήνει ανάμεσα σε τρία απρόσμενα ζευγάρια ανθρώπων μια ιστορία ρομαντισμού και μαγείας, που απογειώνει το τσιμέντο, τη μοναξιά, τη μελαγχολία και την αποτυχία σ’ ένα παστέλ σύννεφο σουρεαλιστικής αισιοδοξίας.

Ενας στρυφνός και τσιγκούνης ένοικος πρέπει να τιμωρηθεί από τη μοίρα για να νιώσει τον έρωτα για τη λιγομίλητη νοσοκόμα που καπνίζει στον ακάλυπτο. Ενας έφηβος, που μοιάζει εγκαταλελειμμένος, βρίσκει την «ώριμη», παρηκμασμένη ηθοποιό γειτόνισσά του συναρπαστική. Και μια Αράβισσα μαμά, με τον γιο της στη φυλακή, διοχετεύει όλη της τη στοργή και τη μαγειρική δεξιότητα στον αστροναύτη της NASA που προσγειώνεται στο σαλόνι της.

Ο Μπενσετρίτ αντλεί την ιστορία του από την πιο σκοτεινή πλευρά της σημερινής κοινωνικής πραγματικότητας, οι ήρωές του ζουν φτωχικά μέσα στους τέσσερις τοίχους της απογοήτευσης, όμως ντύνει την ταινία του με εικαστικό λυρισμό, μεγάλη τρυφερότητα, χιούμορ του παραλόγου και μια συγκινητική συστολή. Μπορεί το φιλμ να ξεδίνει κάθε τόσο στη χαρακτηριστική της γαλλικής κουλτούρας επιτήδευση, αλλά η καρδιά του είναι στη θέση της, εκεί όπου βρίσκονται η αγάπη, η κατανόηση και το συναισθηματικό θάρρος. Τα κάδρα του μοιάζουν με παιχνιδιάρικες ποπ τοιχογραφίες, οι διάλογοί του περιορίζονται στα ουσιώδη και ο τρόπος που στήνει και παρατηρεί τους ήρωές του με την κάμερα συμπληρώνει αφηγηματικά όσα δεν χρειάζεται να ειπωθούν.

Το καστ τού ανταποδίδει τη φιλοφρόνηση, με μια αφοπλιστική ερμηνεία από την Τασαντίτ Μαντί με το ζεστό, έτοιμο να βουρκώσει βλέμμα και μια εκπληκτική σκηνή της Ιζαμπέλ Ιπέρ, που υποδύεται μπροστά σε μια ερασιτεχνική, μέσα στην ταινία, κάμερα την πιο εξομολογητική, αυτοαναφορική Αγριππίνα της Ιστορίας.

Η γέφυρα των κατασκόπων   ★★★✰✰

(Bridge of spies, ΗΠΑ, Ινδία, Γερμανία, 2015)

  • σκηνοθεσία: Στίβεν Σπίλμπεργκ
  • ηθοποιοί: Τομ Χανκς, Μαρκ Ράιλανς, Εϊμι Ράιαν, Αλαν Αλντα, Σεμπάστιαν Κοχ, Οστιν Στόουελ, Ιβ Χιούσον

Η νέα ταινία του Στίβεν Σπίλμπεργκ, σε σενάριο που υπογράφουν οι αδελφοί Κοέν, βασίζεται σε πραγματική ιστορία και χωρίζεται, σεναριακά, σκηνοθετικά και ιδεολογικά, σε δύο μέρη: το πρώτο αριστουργηματικό, το δεύτερο κοινότοπο.

Το 1960, ο Νεοϋορκέζος δικηγόρος Τζέιμς Ντόνοβαν αναλαμβάνει, καταχρηστικά, να υπερασπιστεί τον Ρούντολφ Αμπελ που κατηγορείται ότι είναι Ρώσος πράκτορας. Η υπόθεση θα τον οδηγήσει σε μονοπάτια που ακολουθεί απρόθυμα αλλά με ιδεαλισμό: ο Ντόνοβαν θα ταξιδέψει στο Βερολίνο τις μέρες ακριβώς που αυτό χωρίζεται στη μέση και θα διαπραγματευτεί την ανταλλαγή του πράκτορα με δύο Αμερικανούς αιχμαλώτους. Βρισκόμαστε στην καρδιά του Ψυχρού Πολέμου και τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται.

Δεν χωρά αμφιβολία ότι ο Στίβεν Σπίλμπεργκ είναι ένας αριστοτέχνης σκηνοθέτης, τόσο στον παλιότερο ρομαντισμό του όσο και στην τωρινή, ώριμη σοφία του, που έχει κατεβάσει τους ρυθμούς κι απολαμβάνει να μελετά την ανθρώπινη φύση.

Δεν τον νοιάζει πια η δράση, ακόμα και σε μια ταινία που θεωρητικά έχει τη στόφα του θρίλερ: τον ενδιαφέρει περισσότερο το πώς συμπεριφέρεται ο άνθρωπος όταν φτάνει στα άκρα, τι θεωρεί σημαντικό, πώς συζητά με τον εαυτό του, πώς αντιδρά στην περιφρόνηση ή στην αγάπη. Αλλά κι αυτό το αφηγηματικό νήμα το ακολουθεί με πλάνα που κόβουν την ανάσα στη λεπτομέρεια και στην ατμόσφαιρά τους και με τον χαρακτηριστικό του αγνό συναισθηματισμό.

Το πρώτο μέρος του φιλμ, σε αμερικανικό έδαφος, προετοιμάζει τον θεατή για ένα αριστούργημα: παίζοντας με δύο ήρωες γεμάτους αντιθέσεις, πατώντας γερά πάνω στην ιδέα του δίκαιου, του ότι ο κάθε άνθρωπος έχει δικαίωμα στην υπεράσπιση, ο Σπίλμπεργκ φτιάχνει έναν άξιο διάδοχο του «To Kill a Mockingbird», ένα φιλμ συγκρατημένο στις σιωπές του και λαμπερό στο ρομαντικό όραμά του.

Εκεί αναδεικνύονται και οι δύο κεντρικές ερμηνείες, του Τομ Χανκς και του Μαρκ Ράιλανς, που στήνουν δύο ήρωες χαμηλών τόνων, γεμάτους υπέροχες προεκτάσεις.

Στο δεύτερο μέρος του, στην Ανατολική Γερμανία, το φιλμ κατεβαίνει στο σκαλοπάτι του συνηθισμένου πολιτικού θρίλερ, χωρίς αγωνία, χωρίς πρωτοτυπία και με εύκολες σεναριακές λύσεις. Η ανάπλαση του ψυχροπολεμικού Βερολίνου είναι πολύ πιο ενδιαφέρουσα από τη δράση του Τζέιμς Ντόνοβαν και το φινάλε ακυρώνει όλη την έμπνευση της αρχής, σε μια αδύναμη συρραφή από κλισέ.

Ακόμα κι έτσι, εκείνο που μένει όταν τελειώσει η ταινία είναι το επιλεκτικό μεγαλείο της σκηνοθεσίας του Σπίλμπεργκ, χωρίς επιδεικτικότητα αλλά με ουσία, και η απτόητη, πάντα, αισιοδοξία του για τα ανθρώπινα.

The hunger games: Η επανάσταση – Μέρος ΙΙ  

★★★ ½ ✰✰

(The hunger games: Mockingjay – Part 2, ΗΠΑ, 2014)

  • σκηνοθεσία: Φράνσις Λόρενς
  • ηθοποιοί: Τζένιφερ Λόρενς, Τζος Χάτσερσον, Λίαμ Χέμσγουερθ, Γούντι Χάρελσον, Ντόναλντ Σάδερλαντ, Φίλιπ Σίμορ Χόφμαν, Τζούλιαν Μουρ

Στο τελευταίο μέρος των «Αγώνων Πείνας», η επανάσταση μαίνεται καθώς οι αντάρτες σχεδιάζουν την επίθεση στην Κάπιτολ και η Κάτνις προσπαθεί να έρθει πρόσωπο με πρόσωπο με τον πρόεδρο Σνόου. Το franchise, που βοήθησε την Τζένιφερ Λόρενς να γίνει σταρ πρώτου μεγέθους, ολοκληρώνεται μ’ έναν τρόπο που το κάνει, πραγματικά, ένα από τα πιο πολύτιμα blockbusters του μοντέρνου εμπορικού σινεμά.

Τα εντυπωσιακά ρούχα και το μαζικής κατανάλωσης υπερθέαμα των Αγώνων Πείνας είναι πλέον παρελθόν, καθώς ο πόλεμος μαίνεται ανοιχτά ανάμεσα στους επαναστάτες και στην καλά οχυρωμένη μες στο προνόμιό της Κάπιτολ του προέδρου Σνόου (ένας διαβολικά απολαυστικός Ντόναλντ Σάδερλαντ ξεχωρίζει εν μέσω ενός γενικώς άψογου καστ).

Ο τόνος της ταινίας του Φράνσις Λόρενς είναι νηφάλιος και βαρύς, ένα σπάνιο mainstream προϊόν με ταξική και πολιτική συνείδηση. Ο πρόεδρος Σνόου χρησιμοποιεί ηλεκτρισμένα επίκαιρη ορολογία στις τοποθετήσεις μίσους του (μιλώντας για εχθρούς που μισούν τον «δικό μας» τρόπο ζωής), την ώρα που η εξέγερση χρησιμοποιεί την Κάτνις ως τίποτα παραπάνω από ένα επικοινωνιακό τρικ, ένα μαζικής αποδοχής ανδρείκελο, που κατευνάζει και κατευθύνει και εμψυχώνει τους θεατές -ακόμα κι αν αυτή τη φορά οι θεατές είναι Εμείς, οι «καλοί».

Πίσω από παραπλανητικές διαδρομές αυτοθυσίας και πνιγηρής ηρωικής δράσης δίχως αντίκρισμα, η ιστορία της Σούζαν Κόλινς αποσυνθέτει τον ηρωισμό («οι ζωές μας δεν ήταν ποτέ δικές μας» λέει η Κάτνις σε μια στιγμή απόγνωσης), μιλά για κύκλους βίας, εξαπάτησης και ελέγχου και εντοπίζει την ελπίδα στην επιμονή και την αλήθεια των συναισθημάτων (τα διαρκή «αληθινό ή όχι» του διαλυμένου από τα βασανιστήρια Πίτα Μελάρκ προς την αγαπημένη του Κάτνις κρύβουν ολοένα μεγαλύτερη συμβολική αξία, καθώς η αλήθεια και το ψέμα δεν είναι ποτέ έννοιες προφανείς και καθαρές σε ένα τέτοιο εμπόλεμο σκηνικό).

Υπάρχουν στιγμές που συμβολισμός και ρεαλισμός δεν δένουν αρμονικά κάνοντας κάποιες σκηνές σχηματικές, το μεσαίο μέρος του φιλμ με τη διαδρομή της ομάδας της Κάτνις μπορεί εύκολα να κουράσει, ενώ ο επίλογος του βιβλίου έχει απολέσει κάτι από την ουσία του. Ομως ο τρόπος που αυτό το εμπορικό franchise ξεκινά από ένα εφετζίδικο θέαμα για να καταλήξει 3 ταινίες μετά να παραδίδει μια ωμή ταινία πολέμου αφήνοντας άπαντες να μετρούν πληγές, σε υποχρεώνει να το θαυμάσεις.

Οπως λέει κι ο Πλούταρχος, ο χαρακτήρας του Φίλιπ Σίμορ Χόφμαν (στην τελευταία του ταινία εδώ), «Ναι, είναι κάπως άτεχνο. Αλλά φυσικά το ίδιο είναι κι ο πόλεμος».  Θοδωρής Δημητρόπουλος

99 σπίτια   ★★★✰✰

(99 homes, ΗΠΑ, 2014)

  • σκηνοθεσία: Ραμίν Μπαχράνι
  • ηθοποιοί: Αντριου Γκάρφιλντ, Μάικλ Σάνον, Λόρα Ντερν

Εκεί όπου το παραδοσιακό αμερικανικό μελόδραμα συναντά τα… δελτία ειδήσεων, ο Ραμίν Μπαχράνι (του «Man Push Cart»), με τη συνδρομή δύο εκπληκτικών ανδρικών ερμηνειών, χαρτογραφεί την ανθρώπινη συνείδηση στην εποχή της κρίσης.

Ο οικοδόμος Ντένις Νας του Αντριου Γκάρφιλντ (ευέλικτος και σύνθετος χωρίς τη στολή του Σπάιντερμαν) χάνει τη δουλειά του, μένει πίσω στο δάνειό του και βλέπει τον μεγαλοκαρχαρία της μεσιτείας Ρικ Κάρβερ τού Μάικλ Σάνον να του παίρνει σε λίγα δευτερόλεπτα το σπίτι και μαζί την όποια οικογενειακή ισορροπία και τη στοιχειώδη αξιοπρέπεια.

Για να μαζέψει χρήματα να το ξαναγοράσει από την τράπεζα, ο Νας αρχίζει να δουλεύει για τον Κάρβερ, κάνοντας με τη σειρά του έξωση σε άλλους άτυχους ιδιοκτήτες, τασσόμενος με την πλευρά του «διαβόλου» για τα πιο αγαθά κίνητρα.

Η επιτυχία της ταινίας, πέρα από το εύστοχο σχόλιο σε κάτι τρομακτικά επίκαιρο (και στην Ελλάδα), βρίσκεται στο ότι, ακριβώς, τα πράγματα δεν τίθενται σε άσπρο και μαύρο, αλλά αναπτύσσονται με όλες τις ρεαλιστικές αποχρώσεις της πραγματικότητας.

Η κάμερα είναι ευέλικτη και αεικίνητη, τα πλάνα επιθετικά κοντινά στους ήρωες, ο ήχος αποστομωτικός, καθώς ο Μπαχράνι, χωρίς στιγμή να κλείνει τα μάτια, καταγράφει τον τρόμο της απώλειας των βασικών αγαθών στον σημερινό κόσμο.

Κι αν το φινάλε της ταινίας είναι πολύ λιγότερο κυνικό (και ρεαλιστικό) από τις δύο ώρες που οδηγούν ώς εκεί, το φιλμ παραμένει ένα τόσο δυνατό, καθηλωτικό «κατηγορώ» στη σημερινή Αμερική και το οικονομικό της σύστημα, εκείνο που με τον νόμο στο πλευρό του μεταμορφώνεται στη μαφία της εποχής μας. Σκορσεζικές αναφορές και συναισθηματική ευαισθησία σε μια ιστορία κοινωνικού τρόμου, απ’ αυτές που δεν συμβαίνουν μόνο στο σινεμά.