Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Περνάς δυο ώρες στο σινεμά γελώντας και θες να κάνεις στροφή και να ξαναμπείς και στην επόμενη προβολή. Να πιάσεις αυτά που έχασες, να το σκεφτείς λιγάκι το πράγμα.

Γιατί η Αθηνά Τσαγγάρη του «Attenberg» και του weird greek cinema δεν θα ‘κανε ποτέ απλώς μια κωμωδία για τον ανταγωνιστικό κόσμο των αντρών. Και όντως, το «Chevalier», πέρα από την ευθυμία που σου προκαλεί ειδικά αν είσαι γυναίκα (συνεργάζεται στο σενάριο και ο Ευθύμης Φιλίππου με ό,τι αυτό σημαίνει), σε αφήνει με μια μελαγχολία.

Ταυτίζεσαι θες-δε θες με τους έξι άνδρες που κλεισμένοι σε ένα σκάφος ρίχνονται με ενθουσιασμό σε ένα παιχνίδι για το «ποιος είναι ο καλύτερος», ποιος θα φύγει φορώντας στο δάχτυλο το έπαθλο, ένα πολύτιμο δαχτυλίδι. Σαν μικρά παιδιά σε έναν κόσμο μεγάλων χωρίς νόημα και διέξοδο. Με πόνο και όχι ματαιοδοξία.

Και είναι και το καστ, που κάνει θαύματα: Γιώργος Κέντρος, Βαγγέλης Μουρίκης, Πάνος Κορώνης, Γιώργος Πυρπασόπουλος, Μάκης Παπαδημητρίου, Σάκης Ρουβάς.

Εχει ήδη βραβευτεί ολόκληρο (στο Σαράγεβο), ενώ η ίδια η ταινία θριάμβευσε στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Λονδίνου.

Την επόμενη Πέμπτη το «Chevalier» βγαίνει στις αίθουσες από τη Feelgood. Είναι μια καλή σεζόν για τον ελληνικό κινηματογράφο.

⚫ Είναι το «Chevalier» τελικά μια ταινία για τον ανδρικό ψυχισμό;

Δεν μπορώ να πω ότι δεν είναι μια ταινία για τον ανδρικό ψυχισμό. Αλλά είναι κάτι που συνέβη, δεν ήταν η αρχική μου πρόθεση. Για μένα είναι μια ταινία για το τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου. Δεν νομίζω ότι είναι καθαρά ελληνική, σε σχέση με τους Ελληνες άνδρες, θα με πλήγωνε πάρα πολύ να το ακούσω αυτό.

Πριν από το «Chevalier» είχα κάνει το «The Capsule», μια ταινία πολύ εικαστική, βέβαια, και «είδους», αλλά κι εκεί έπαιζαν μόνο γυναίκες. Θέμα της, η εξουσία, ο ναρκισσισμός, ο ανταγωνισμός ή συναγωνισμός, το «τι σημαίνει άνθρωπος» σε τελική ανάλυση, που πάντα με ενδιαφέρει και επανέρχεται στις ταινίες μου. Απλώς είναι πιο εύκολο και σαφές το αποτέλεσμα όταν όλοι οι χαρακτήρες στην ταινία έχουν το ίδιο φύλο. Ακόμα και μία μόνο γυναίκα να βρισκόταν στο πλοίο, αμέσως όλοι οι συσχετισμοί θα άλλαζαν. Θα ήταν αναγκαστικά μια άλλη ιστορία.

⚫ Ακόμα κι αν δεν είχατε τη διάθεση να κάνετε φεμινιστική ταινία, νιώσατε καθόλου τον πειρασμό στη διάρκεια των γυρισμάτων να κάνετε χοντρότερη πλάκα στους ήρωές σας, να τους γελοιοποιήσετε λίγο παραπάνω;

Ούτε για μια στιγμή. Ηταν το αντίθετο από αυτό που ήθελα να κάνω. Πάντα αγαπώ πολύ τους χαρακτήρες μου, αλλά ειδικά γι’ αυτούς τους ηθοποιούς ένιωσα απίστευτη αγάπη και συντροφικότητα. Αυτό θεωρώ τη μεγαλύτερη νίκη της ταινίας, άσχετα με το αποτέλεσμα.

⚫ Υπήρξε καθόλου ανταγωνισμός μεταξύ των ηθοποιών, έστω και υπόγειος, στη διάρκεια των γυρισμάτων;

Από το κάστινγκ κιόλας, ήθελα ανθρώπους πολύ διαφορετικούς μεταξύ τους και με ισχυρή προσωπικότητα, αλλά που δεν θα είχαν το στιλ «θα το παίξω ότι είμαι ο καλύτερος ηθοποιός, ο πιο έξυπνος και όμορφος». Και δεν μπήκαν ποτέ σ’ αυτή τη διαδικασία, όσο κι αν είχε ο καθένας τους δαίμονές του – δεν κάναμε και πάρτι, μια δύσκολη υποκριτική δουλειά είχαν μπροστά τους, έπρεπε να φτιάξουν χαρακτήρες με βάση αυτά που τους έδινα και τους ζητούσα. Με κάποιο τρόπο το ελέγξαμε όλοι μαζί και ο καθένας μόνος του, όταν πήγαινε να συμβεί ένταση, κοβόταν.

⚫ Τι σας δυσκόλεψε τόσο ώστε να μεσολαβήσει αρκετός χρόνος μεταξύ του τέλους των γυρισμάτων και της προβολής της ταινίας;

Ηταν πολύ σημαντικό να βγει ο τόνος που ήθελα. Να μη βγει, δηλαδή, μια κωμωδία χα χα χα χα, γιατί για μένα το τραγικό μέρος αυτής της ιστορίας ήταν πιο σημαντικό. Χωρίς, βέβαια, και να θέλω να κάνω δράμα, που θα μπορούσα ανετότατα να κάνω με τέτοιο θέμα. Στο πρώτο cut, όμως, είχαμε πατήσει πολύ πάνω στα κωμικά στοιχεία. Συνειδητοποίησα ότι έπρεπε να βγουν και άλλα επίπεδα. Οπότε αρχίσαμε στο μοντάζ να ψάχνουμε και τις υπόλοιπες λήψεις για κάθε χαρακτήρα, ήταν πολλές. Το μοντάζ, για παράδειγμα, της μεγάλης και πολύ σημαντικής σκηνής του γεύματος μας πήρε ενάμιση μήνα. Αλλωστε, πάντα μου αρέσει να κάνω μοντάζ, να το αφήνω, να το ξαναπιάνω. Η κατεύθυνση μιας ταινίας θέλει δουλειά σε κάθε φάση κατασκευής της.

⚫ Τι θα λέγατε στον θεατή που, ίσως, περιμένει συνέχεια κάτι ακραίο να συμβεί πάνω στο σκάφος, τραγικό, σκοτεινό, αναπάντεχο, και δεν το βλέπει να έρχεται; Συνειδητά κρατήσατε την ταινία σε ένα επίπεδο κωμωδίας, έστω και μαύρης;

Ναι, ήταν μια πολύ συνειδητή απόφαση, που τη συζήτησα πολύ με τον Ευθύμη. Δεν ήθελα να κάνω κάτι κινηματογραφικά εκρηκτικό, ήθελα να μείνω στο επίπεδο το καθημερινό, με το οποίο μπορούμε όλοι μας να ταυτιστούμε. Ούτως ή άλλως υπάρχει ένας παραλογισμός σ’ αυτό που κάνουν οι άνδρες, δεν ήθελα να το κάνω περισσότερο παράλογο. Ομως, για μένα, το τέλος της ταινίας, ναι, είναι μαύρο. Γιατί, στην ουσία, και που κερδίζει κάποιος το παιχνίδι και το δαχτυλίδι, τι έγινε; Τίποτα.

⚫ Η γραφή και του χιούμορ του Ευθύμη Φιλίππου είναι πια γνωστά, αναγνωρίσιμα από τις ταινίες του Λάνθιμου αλλά και από τα θεατρικά του έργα. Πώς βρέθηκε μια ισορροπία μεταξύ της δικής σας και της δικής του προσωπικότητας στη διαδικασία του σεναρίου;

Κατ’ αρχάς τον επέλεξα γι’ αυτό που είναι. Επειτα, ήθελα να έρθω σε σύγκρουση με αυτό που συνήθως κάνω στο σινεμά, χωρίς και να χάσω την επαφή με τον δικό μου κόσμο. Δουλέψαμε πάρα πολύ, όσο κι αν το σενάριο ήταν τελικά ένας βασικός χάρτης με σκηνές, χωρίς περιγραφές χαρακτήρων. Και ο Ευθύμης ήταν συνέχεια στο γύρισμα. Μετέγραφε όλα αυτά που έβγαιναν από μένα και τους ηθοποιούς. Θα ‘λεγα, δηλαδή, ότι τελικά το σενάριο ήταν ένας… Φρανκενστάιν, που βάλαμε το χέρι μας όλοι, κι εγώ κι εκείνος και οι ηθοποιοί.

⚫ Το «Chevalier» είναι πολύ διαφορετικό αισθητικά από τις άλλες σας ταινίες. Ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετωπίσατε;

Επειδη είναι μια ταινία προσώπων και δωματίου, το τελευταίο πράγμα που με απασχολούσε εδώ, σε αντίθεση με τις άλλες ταινίες μου, ήταν τα visual στοιχεία. Ούτε καν που τα σκέφτηκα, φοβερή απελευθέρωση για μένα. Με τον διευθυντή φωτογραφίας Χρήστο Καραμάνη θα μπορούσαμε να κάνουμε παπάδες σε σχέση με την ομορφιά του εξωτερικού τοπίου, αλλά το δάμασα, το περιόρισα πολύ το εικαστικό, που το ‘χω μέσα μου και μου βγαίνει αμέσως.

Αυτό που είδα περισσότερο από όλα για να με βοηθήσει στην ταινία, ήταν… τηλεόραση. Πώς κινηματογραφείς ανθρώπους που μιλάνε συνέχεια σε έναν πολύ μικρό χώρο; Αυτή ήταν η πρόκληση, να κάνω μια χορογραφία ανάμεσα στην ανθρώπινη ομιλία και το ανθρώπινο πρόσωπο σε έναν γυμνό χώρο, με λευκούς τοίχους, ψυχρό σαν διαστημόπλοιο. Ναι, αυτή την εικόνα είχα στο μυαλό μου, ένα είδος επιστημονικής φαντασίας στην καθημερινή ζωή. Σαν να ήταν οι ήρωές μου αστροναύτες, μετέωροι σε έναν χώρο, χωρίς στην ουσία να μπορούν ποτέ να φτάσουν στη Γη. Ηθελα έναν κινηματογράφο απλό και άμεσο με υλικό μια παράλογη κατάσταση.

⚫ Αυτό σημαίνει ότι το «Chevalier» αλλάζει και την αισθητική σας; Θα φανεί αυτό και στο νέο πρότζεκτ, που ήδη δουλεύετε σαν resident στο Lincoln Center της Νέας Υόρκης;

Ναι, πάρα πολύ. Το «White Knucles», που γράφω στα αγγλικά, είναι ένα road movie action, που εκτυλίσσεται ανάμεσα σε Ευρώπη, Αμερική και Χονγκ Κονγκ. Εντελώς άλλο genre για μένα. Είναι μια προσωπική απόδοση της ταινίας του Ζαν-Πιερ Μελβίλ «Σαμουράι», με μια γυναίκα στον ρόλο που έπαιζε ο Αλέν Ντελόν.

⚫ Κάποιοι ξένοι κριτικοί είδαν στο ανταγωνιστικό παιχνίδι των αντρών σας και μια μεταφορά για την ελληνική κρίση. Τραβηγμένο, βέβαια. Δέχεστε, όμως, πολιτικές ερωτήσεις από ξένους δημοσιογράφους ακόμα και γι’ αυτή την ταινία σας;

Είναι ένα συνεχές φαινόμενο οι ερωτήσεις για το πόσο «ελληνική» είναι κάθε ταινία όλων μας. Ειδικά αν, όπως εγώ, γυρίζεις ταινίες στην Ελλάδα και είσαι και μέρος του greek weird cinema, δεν το αποφεύγεις. Η υποτιθέμενη σχέση της ταινίας σου με τη σημερινή Ελλάδα της κρίσης είναι η πρώτη ερώτηση που δέχεσαι. Είναι σωστό μεν, αλλά περιοριστικό. Δεν με ενόχλησε που κάποιοι είδαν στο «Chevalier» μέχρι και πολιτική διάσταση, αλλά δεν ήθελα να κάνω μια αλληγορία για το τι σημαίνει Ελλάδα. Είμαι Ελληνίδα, ζω τι γίνεται εδώ, αλλά ποτέ δεν θα έκανα μια διδακτική ταινία.

⚫ Η ταινία έχει παιχτεί στο εξωτερικό. Πώς αντιδρά το κοινό; Πώς καθρεφτίζονται οι ξένοι άνδρες στο ανταγωνιστικό παιχνίδι των δικών σας;

Στο Λοκάρνο, στις πρώτες προβολές είχαμε 1.500 άτομα, και στο Τορόντο, στο μεγαλύτερο σινεμά, 800 άτομα και γελούσαν όλοι. Και στη Νέα Υόρκη, σε μικρότερες αίθουσες βέβαια, υπήρχε επίσης γέλιο, αλλά πικρό γέλιο. Οπότε έχουμε Ελβετούς, Ιταλούς, Γερμανούς και Καναδούς άνδρες να επικοινωνούν αμέσως με τους δικούς μου. Νόμιζα ότι θα υπήρχε διαφορά από κοινό σε κοινό, αλλά δεν υπάρχει. Κι αυτό με κάνει χαρούμενη.

Σάκης Ρουβάς: «Εχασα τον έλεγχο και απελευθερώθηκα»

Παίζει τον 40χρονο Χρήστο, που όσο ωραίος είναι τόσο χαμηλό προφίλ κρατάει στην αντροπαρέα του σκάφους μπερδεύοντας τους πάντες. Η Αθηνά Τσαγγάρη τού τσαλακώνει, βέβαια, τη δημόσια εικόνα του, και όχι μόνο επειδή του γκρίζαρε τα μαλλιά, του έβαλε γυαλιά, του πρόσθεσε κιλά για να είναι πιο «τσουπωτός», όπως λέει. Spoiler δεν κάνουμε, αλλά μαζί με τον Βαγγέλη Μουρίκη ο Σάκης Ρουβάς έχει τις πιο spicy σκηνές.

Αφέθηκα τελείως στην Αθηνά, ήξερε πολύ καλά τι ήθελε, δεν σκεφτόμουν καν το αποτέλεσμα, είχα διασφαλίσει στον εγκέφαλό μου ότι θα ήταν καλό. Αν και από τη φύση μου είμαι λίγο τελειομανής, μου αρέσει ό,τι κάνω να το σπρώχνω στα άκρα, εδώ δεν μου επιτρεπόταν. Εχασα για πρώτη φορά στην καριέρα μου τον έλεγχο, ακολουθούσα πιστά τις οδηγίες, κάτι που τελικά ήταν για μένα απελευθερωτικό. Μου έδωσε νέα τροφή.

Επίσης, εγώ που ήμουνα μαθημένος από το method acting να δουλεύω έναν ήρωα με βάση πολλές πληροφορίες για τον χαρακτήρα του, εδώ είχα μόνο ένα ελεύθερο σενάριο. Επρεπε να χτίσω τον Χρήστο γρήγορα, με τη φαντασία μου, να ανακαλύψω και να ξεδιπλώσω αυτό που έχει μέσα του. Ημουν και ο πιο μετέωρος χαρακτήρας από όλους στο σκάφος, χωρίς ιδιαίτερες σχέσεις με κανέναν… Ελπίζω να έχει ενδιαφέρον για το κοινό ο Χρήστος.

Γιώργος Κέντρος: «Το γύρισμα ήταν ευλογία»

Κεντρικό πρόσωπο στην ταινία, ο σημαντικός ηθοποιός του θεάτρου παίζει τον επιβλητικό Γιατρό, πρεσβύτερο της παρέας και οικοδεσπότη. Εκτός από το ωραίο σκάφος, έχει στην ιδιοκτησία του και το περίφημο δαχτυλίδι, το έπαθλο που διεκδικούν όλοι με μανία. Η Αθηνά Τσαγγάρη τον «πέτυχε» χάρη στον Αλέξανδρο Βούλγαρη, που της τον πρότεινε. Τέλεια επιλογή.

Είχα ακούσει πολλά για την κυρία Τσαγγάρη, ότι είναι φιλόδοξη, ότι της ανοίγουν όλες οι πόρτες. Αλλά ενώ την πρώτη εβδομάδα είχα αγριευτεί, ήθελα να την πνίξω, ξαφνικά είδα έναν άνθρωπο, που προσέγγιζε τους ηθοποιούς με έναν τρόπο που για μένα ήταν ευλογία. Δεν ήταν έξυπνος. Ηταν ανθρώπινος, χωρίς την ταμπέλα του ˝σκηνοθέτη˝. Μου εξασφάλιζε έναν χώρο για να αναπνέω. Πρόβες και γύρισμα αποδείχτηκαν φοβερά δημιουργική διαδικασία. Γιατί, τι σημαίνει ˝ρόλος˝; Δεν υπάρχει τίποτα το φοβερό πίσω από έναν ρόλο. Οι σχέσεις και οι δράσεις τον κάνουν.

Η κυρία Τσαγγάρη ρισκάρει, δεν πηγαίνει εκ του ασφαλούς στα πράγματα. Κι αυτό αφ’ ενός σε κρατάει σε εγρήγορση, αφ’ ετέρου παράγει αποτέλεσμα. Συνέβη και κάτι μαγικό. Συνδέθηκα με τα παιδιά, έτσι όπως δεν έχω συνδεθεί ποτέ, ούτε στο θέατρο του Βογιατζή δέκα χρόνια ούτε άλλα τόσα στο ˝Εμπρός˝. Αυτό σημαίνει κάτι.