«Σκοτώστε τον τζόκεϊ»: μόνο από τον τίτλο… δεν καταλαβαίνεις τίποτα. Είναι αστυνομικό νουάρ με πρωταγωνιστή έναν τζόκεϊ; Είναι κωμωδία με το ίδιο θέμα; Και γιατί τζόκεϊ; Ποιος σκέφτηκε να κάνει πρωταγωνιστή μεγάλου μήκους ταινίας έναν τέτοιο χαρακτήρα; Ναι, σίγουρα δεν καταλαβαίνεις αρχής γενομένης από τον τίτλο. Γιατί ο 45χρονος Λουίς Ορτέγκα, ο Αργεντίνος σκηνοθέτης, γνωστός για το σκοτεινό, σουρεαλιστικό, ψυχολογικό και βαθιά ποιητικό του ύφος, δημιούργησε μια ταινία όχι μόνο καταπληκτική (από τις καλύτερες που έχουμε δει τα τελευταία χρόνια εν γένει), όχι μόνο σουρεαλιστική όσο και κωμικοτραγική, αλλά και βαθιά πολιτική και ανθρώπινη.
Το πιο σημαντικό κατ’ εμάς όμως είναι πως αυτή ταινία του Ορτέγκα (ή και αυτή) είναι ίσως η πιο καθαρή απόδειξη ότι ο ίδιος βλέπει τον κινηματογράφο του όχι ως αφήγηση, αλλά ως τελετουργία παραλόγου και μεταφυσικής εμπειρίας, κάτι που έχει βαθιές ρίζες στην αργεντίνικη καλλιτεχνική παράδοση: από τη λογοτεχνία του Μπόρχες και του Κορτάσαρ μέχρι το σινεμά του Μαρσέλο Πινιέιρο και του Φερνάντο Σολάνας (σ.σ. του οποίου ειρήσθω εν παρόδω ακόμα κλαίμε τον χαμό του, καθώς ο σπουδαίος αυτός σκηνοθέτης έπεσε θύμα του κορονοϊού το 2020, στο Παρίσι, στο πλαίσιο της δράσης του ως Πρεσβευτής Καλής Θέλησης της Unesco).
Αφήγηση
Επιστρέφοντας στον Ορτέγκα, στο «Σκοτώστε τον τζόκεϊ» παρακολουθούμε μια αλληγορική, σχεδόν παραβολική ιστορία, που ακολουθεί έναν άντρα -τον «Τζόκεϊ»- ο οποίος βρίσκεται μπλεγμένος σε έναν κύκλο βίας, απώλειας και εσωτερικού παραλογισμού. Η αφήγηση διαλύεται σταδιακά, η πραγματικότητα μετατρέπεται σε παραισθητικό όραμα και ο Ορτέγκα δείχνει να ενδιαφέρεται όχι για το τι συμβαίνει, αλλά για το πώς η ύπαρξη διαλύεται μέσα στο μυστήριο του ίδιου της του νοήματος. Και ποιος καλύτερος να ενσαρκώσει στο σκοτεινό αλλά και διαφανές, αστείο αυτό παραμύθι; Ποιος άλλος από τον βραβευμένο (και με Σεζάρ) νεαρό Ναουέλ Περέζ Μπισκαγιάρντ, που όσο φαινομενικά δύσκολο όνομα έχει, άλλο τόσο είναι το ταλέντο αλλά και η ευφυΐα του. Και δεν μιλάμε μόνο για υποκριτική ευφυΐα, καθώς πράγματι πρόκειται για ίσως τον καλύτερο ηθοποιό της γενιάς του, αλλά και για κανονική: είναι πανέξυπνος, γρήγορος στη σκέψη, πολυπράγμων, και πολύγλωσσος: σχεδόν μιλήσαμε στα ελληνικά που μάθαινε καθώς μιλούσαμε.
Τον συναντήσαμε πριν από λίγους μήνες στην Αθήνα (σ.σ. είχαμε δει την ταινία ήδη στο περσινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης) και μετά τη συζήτησή μας μάς ακολούθησε σε παράσταση του Εθνικού, στα ελληνικά φυσικά και μάλιστα σε ελληνικά εποχής (καθαρεύουσα) γιατί «αγαπάει τη χώρα μας και θέλει να μάθει όσο καλύτερα γίνεται τη γλώσσα»: «Για μένα το να προσπαθήσεις να μιλήσεις τη γλώσσα του άλλου είναι πράξη αγάπης και πίστης. Είναι δημιουργική πράξη. Μιλάω άπταιστα αγγλικά, ισπανικά, γαλλικά και ξέρω αρκετά ελληνικά καθώς και γερμανικά, ιταλικά, κινεζικά, πορτογαλικά – γιατί έχω παίξει σε αυτές τις γλώσσες. Δεν τα μιλάω άπταιστα, αλλά προσπαθώ να “πιάσω” την ψυχή της γλώσσας. Με βοηθάει να κατανοήσω τον ρόλο αλλά και την ίδια τη θέση μου στη κοινωνία. Μπορεί να συνεννοηθείς με κάποιον και δίχως λέξεις, αλλά όταν μπαίνεις στον κόπο να του μιλήσεις στη γλώσσα του, τότε ανοίγεται και σου επιτρέπει να τον γνωρίσεις. Ετσι δεν γνωρίζουμε καλύτερα και τον εαυτό μας;»
Αυτά μας είπε και διαφωνία ουδεμία! Βέβαια δεν ξεκίνησε η συζήτησή μας από τη γλώσσα, αλλά από το Χόλιγουντ και το πώς κάνει προπαγάνδα υπέρ του Ισραήλ – και ακόμα δεν είχε καν ξεσπάσει τόσο έντονα το παλαιστινιακό ζήτημα. Αλλά ο ίδιος έφερε αμέσως εκεί την κουβέντα: «Το Χόλιγουντ, και μιλάω στην κυριολεξία, μιλάω δηλαδή για τη λογική και τη δομή του αφηγήματος του Χόλιγουντ – αυτή είναι υπέρ του Ισραήλ ό,τι κι αν γίνει. Γιατί σε αυτή τη βιομηχανία υπάρχει πάντα ένας εχθρός που πρέπει να νικήσουμε για να απελευθερωθούμε. Πρόκειται για μια πολύ θρησκευτική, μεσσιανική ιδέα: ότι πρέπει να λυτρωθούμε από τον δαίμονα, λες και ο δαίμονας είναι έξω από εμάς… Μόνο έξω μας δεν είναι. Κι ας τον έχουμε βιώσει και στο πετσί μας» συνεχίζει ήρεμος μεν, σαφής δε. Μάλιστα, σαν μιλάγαμε τότε, πριν από λίγους μήνες, ήταν από τους ελάχιστους καλλιτέχνες παγκοσμίως που είχε πάρει ξεκάθαρη θέση: «Αυτό που γίνεται στη Γάζα είναι η απόλυτη μορφή βίας, απανθρωποποίησης και γενοκτονίας. Και τη διαπράττει το κράτος του Ισραήλ. Οσοι δεν μιλήσουν γι’ αυτή την αλήθεια ή είναι συνένοχοι ή πολύ φοβισμένοι: μη χάσουν λεφτά, συμβόλαια, ρόλους (ειδικά αν μιλάμε για το σινάφι μου). Οι περισσότεροι αυτολογοκρίνονται».
Πάθος
«Εσύ; Πώς και έχει ακόμα δουλειά, παρά τα όσα λες δημόσια;» τον ρωτάμε. «Γιατί δεν σκέφτομαι στρατηγικά. Τίποτα στη ζωή μου δεν ήρθε επειδή το είχα σχεδιάσει. Η ζωή απλώς μου πρόσφερε πράγματα στα οποία αφοσιώθηκα με πάθος. Ολα ήρθαν φυσικά, οπότε γιατί ν’ αλλάξω τώρα; Και ν’ αλλάξω να γίνω τι; Να μη με νοιάζει ο πόνος; Η αδικία; Μα δεν θέλω να πονάω, ούτε να αδικούμαι. Δεν θέλω να υποφέρω. Αν βλέπεις μια άδικη κατάσταση, αύριο μπορεί να είσαι εσύ στη θέση τους. Κανείς δεν είναι ελεύθερος αν δεν είναι όλοι ελεύθεροι. Και αυτό δεν είναι σύνθημα, είναι πραγματικότητα» μας κεραυνοβολεί.
«Εχει γίνει και άλλες φορές στη Ιστορία, αλλά τώρα σαν να παραμαζεύτηκαν πολλοί: οι ηγέτες σήμερα, οι περισσότεροι στον κόσμο και στη χώρα σας, είναι άνθρωποι που δεν έχουν νιώσει ποτέ την αληθινή αγάπη. Αληθινή με την έννοια της ειλικρινούς, ατελούς, αβέβαιης, ανθρώπινης αγάπης. Ισως να έχουν πληγωθεί βαθιά ως παιδιά, δεν ξέρω. Αλλά τους βλέπω… Τον Τραμπ, τον Μασκ, άλλους ηγέτες – υπάρχει πρόβλημα. Το βλέπω στον Μιλέι, τον πρόεδρο της χώρας μου, της Αργεντινής. Αυτοί οι άνθρωποι είναι σαν να εκδικούνται κάτι και βλέπουν τη ζωή μόνο ως συσσώρευση και έλεγχο: από τη φύση έως το Διάστημα…
»Μιλώντας για Διάστημα, ήθελα να γίνω αστροναύτης μικρός. Βασικά ήθελα να γίνω τα πάντα: εφευρέτης, αστροναύτης, μουσικός, ζωγράφος – ποτέ ηθοποιός. Το έχω πάρει από τον πατέρα μου μάλλον, που ήθελε να κάνει πολλά αλλά δεν μπόρεσε. Είναι, βλέπεις, επιζών της τελευταίας δικτατορίας στην Αργεντινή, αυτής του ‘76-’83. Δεν ήταν αντάρτης, αλλά ήταν πολιτικός ακτιβιστής όπως λέμε σήμερα. Διάβαζαν πολύ οι γονείς μου κι εμείς μεγαλώσαμε μέσα στα βιβλία και την τέχνη. Και μαζεύαμε εμπειρίες. Δεν τους ένοιαζε να κατέχουν πράγματα, αλλά να ζουν πράγματα. Ετσι μας μεγάλωσαν. Μαζεύοντας εμπειρίες. Και έμαθα από νωρίς πως ακόμα και οι πιο μικρές, βιωμένες όμως, στιγμές δράσης σε μεταμορφώνουν.
»Πρέπει να αποδομούμε τις σταθερές έννοιες που μας χωρίζουν. Και να ελπίζουμε ότι ακόμα και η πιο μικρή χειρονομία μπορεί να αφήσει αποτύπωμα στο μέλλον: ήμουν 15 χρόνων περίπου και πήγαινα στις πορείες υπέρ των αμβλώσεων στο Μπουένος Αϊρες. Ημασταν είκοσι άτομα μπροστά στον καθεδρικό και οι φασίστες μάς φώναζαν: “Ο Ιησούς θα νικήσει και εσείς θα πεθάνετε”. Και παρ’ όλα αυτά μέναμε εκεί, γιατί πιστεύαμε στην ελευθερία επιλογής και στην ισότητα των φύλων. Δεν πήγα εκεί επειδή πίστευα ότι θα γίνει νόμος. Κι όμως πέντε χρόνια μετά δύο εκατομμύρια κορίτσια γέμισαν την πλατεία και πέτυχαν τον νόμο. Αρα υπάρχουν δίκαιες διαδικασίες στην Ιστορία που ξεκινούν από τη μικροϊστορία λίγων ατόμων… Γι’ αυτό μ’ αρέσει και αυτή η ταινία του Ορτέγκα. Γιατί δείχνει τη μεταμόρφωση. Εμείς στη Λατινική Αμερική έχουμε μάθει ότι η μαγεία μπορεί να υπάρξει στη στιγμή. Δεν χρειάζεται να περιμένεις «τη Δευτέρα Παρουσία». Μπορεί να είναι τώρα, πίνοντας έναν καφέ σε ένα φθαρμένο καφέ στο Μπουένος Αϊρες ή σε κάποια γειτονιά της Αθήνας…». Είπαμε πολλά. Και στο τέλος ο ίδιος πήρε μόνος του τον λόγο: «Λευτεριά στην Παλαιστίνη» μας είπε. Οταν ακόμα ελάχιστοι έλεγαν αυτό το σύνθημα…
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ: Η ταινία απέσπασε το βραβείο Ορίζοντες στο Φεστιβάλ του Σαν Σεμπαστιάν και την Ειδική Μνεία Premio Cinema Sarà και το Βραβείο Edipo Re στο περσινό Φεστιβάλ Βενετίας. Μεταξύ άλλων προβλήθηκε στα Φεστιβάλ Τορόντο και Θεσσαλονίκης. Θα προβάλλεται στους κινηματογράφους από αύριο Πέμπτη από τη Weirdwave. Ο Ναουέλ θα είναι παρών στην προβολή του Σαββάτου 1/11, στις 19.45, στο σινεμά Newman (Σεβαστουπόλεως 117, Αμπελόκηποι, τηλ.: 210-6980796). Αμέσως μετά την προβολή, στις 21.30, θα συνομιλήσει η γράφουσα μαζί του και με το κοινό.
