Στη νέα του ταινία «Ενα απλό ατύχημα», που δικαίως απέσπασε τον φετινό Χρυσό Φοίνικα στις Κάνες καθώς και την αποθέωση των θεατών, ο διωκόμενος πολλαπλώς από το ιρανικό καθεστώς σκηνοθέτης μετατρέπει την προσωπική του δοκιμασία σε μια μελέτη για τη βία και την ανθρώπινη φύση
Ενα απλό ατύχημα
(It Was Just an Accident, Ιράν, Γαλλία, Λουξεμβούργο, 2025, 105´)
Σκηνοθεσία: Τζαφάρ Παναχί
Ηθοποιοί: Βαχίντ Μομπασερί, Μαριάμ Αφσαρί, Εμπραχίμ Αζίζι
Εχοντας κερδίσει τον φετινό Χρυσό Φοίνικα στο 78ο Φεστιβάλ Κανών και ένα οκτάλεπτο παρατεταμένο χειροκρότημα με όλους τους θεατές όρθιους, ο Τζαφάρ Παναχί επιστρέφει τρία χρόνια μετά το «Αρκούδες δεν υπάρχουν» (2022, 107’) με μια ταινία που απομακρύνεται από το σκηνοθετικό σχεδόν ντοκιμαντερίστικο ύφος στο οποίο τον έχουμε συνηθίσει. Παραμένει ωστόσο πιστός στο «κατηγορώ» του απέναντι στο απολυταρχικό καθεστώς του Ιράν. Αντλώντας έμπνευση από τα προσωπικά του βιώματα, τις φυλακίσεις, την απομόνωση και τον επίμονο διωγμό του από το ιρανικό καθεστώς, ο Παναχί μετατρέπει την προσωπική του δοκιμασία σε ταινία. Ουσιαστικά το νέο του έργο είναι μια προέκταση του ιδίου, με τους χαρακτήρες να λειτουργούν ως φορείς των υπαρξιακών του ανησυχιών. Σκιαγραφεί με εντυπωσιακό βάθος τους χαρακτήρες του, συνδυάζοντας το κωμικοτραγικό στοιχείο με τον ρεαλισμό. Οι ήρωές του είναι ταυτόχρονα ανθρώπινες υποστάσεις αλλά και σύμβολα, που λειτουργούν ως καθρέφτες των κοινωνικών και ηθικών αδιεξόδων που απορρέουν από τη ζωή υπό ένα απολυταρχικό καθεστώς.
Ο Εγκμπάλ, οδηγώντας νύχτα με τη σύζυγο και την κόρη του, χτυπά και σκοτώνει έναν σκύλο, προκαλώντας βλάβη στο αυτοκίνητό του. Στο συνεργείο όπου σταματά, συναντά τον Βαχίντ, έναν πρώην πολιτικό κρατούμενο που αναγνωρίζει στον ήχο του βήματος του πρόσθετου μέλους του Εγκμπάλ τον βασανιστή του. Ο Βαχίντ τον απάγει για να τον εκδικηθεί, αλλά σύντομα αρχίζει να αμφιβάλλει για την ταυτότητά του. Για να βρει την αλήθεια, ζητά τη βοήθεια άλλων θυμάτων: της φωτογράφου Σίβα, της Γκόλι και του μέλλοντα συζύγου της, Αλι, καθώς και του οργισμένου εργάτη Χαμίντ.
Γυρίζοντας την ταινία του κρυφά από το καθεστώς, ο Παναχί τοποθετεί την κάμερά του ως παρατηρητή και ξεδιπλώνει την ιστορία του με μαεστρία, έχοντας στο πλευρό του πέντε καταπληκτικούς ηθοποιούς που ενσαρκώνουν με αυθεντικότητα και βάθος πέντε υπέροχα καλογραμμένους χαρακτήρες. Χειρίζεται με ευκολία ένα σενάριο που αγγίζει βαθιά υπαρξιακά θέματα χωρίς ποτέ να καταφύγει σε μελοδραματισμούς ή διδακτισμό και ενσωματώνει την κωμωδία, όχι μόνο ως ανάσα πνοής, αλλά και ως ένα εργαλείο σάτιρας απέναντι στη διαφθορά και τον παραλογισμό του καθεστώτος.
Ο Παναχί χρησιμοποιεί το βαν του Βαχίντ ως σύμβολο της «φυλακής» όπου ζουν οι πρωταγωνιστές του. Εγκλωβισμένοι σε αυτόν τον περιορισμένο χώρο, περιπλανιούνται μέσα στους δρόμους και στην έρημο κουβαλώντας μαζί τους τα σωματικά και ψυχικά τους τραύματα, ανίκανοι να απαλλαγούν από το παρελθόν τους, όσο κι αν το επιθυμούν ή προσποιούνται ότι το έχουν καταφέρει. Και οι πέντε τους «κουβαλάνε» μέσα τους το δηλητήριο της εκδίκησης, με τον Χαμίντ να το εκδηλώνει ανοιχτά, ενώ οι άλλοι προσπαθούν να συγκρατήσουν τα ένστικτά τους, να διαφυλάξουν την ανθρωπιά τους.
Πόσο όμως μπορείς να επιβιώσεις παραμένοντας άνθρωπος όταν έχεις υποστεί βασανιστήρια κι εξευτελισμό μόνο και μόνο γιατί ζήτησες να έχεις δικαιώματα; Ο φόβος αποτελεί ένα από τα κεντρικά θέματα της ταινίας. Ο φόβος των πέντε να μην ξαναοδηγηθούν στη φυλακή και στα βασανιστήρια, ο φόβος του Βαχίντ όταν ακούει στην αρχή της ταινίας το ψεύτικο πόδι του βασανιστή του να τρίζει στο πάτωμα, ο φόβος να μη γίνουν και αυτοί ίδιοι με τους βασανιστές τους, να μην τους ρουφήξει η βία, το μίσος. Ο φόβος γίνεται η άυλη φυλακή τους. Δεν χρειάζονται τέσσερις τοίχοι για να φυλακιστεί το σώμα, αρκεί ο φόβος για να φυλακιστεί η ψυχή.
Καθώς η ταινία κυλάει, από την ένταση των πρώτων σκηνών οδηγούμαστε στο σουρεαλιστικό και άκρως κωμικό διάλειμμα του νοσοκομείου, με τον Παναχί να αφήνει στην άκρη το σκοτάδι για να μας επιτρέψει να αντικρίσουμε μια πιο γλυκιά, ανθρώπινη πλευρά της ζωής. Καθώς αναπνέουμε και μαζί με τους πρωταγωνιστές ξαποσταίνουμε, έρχεται η αναπόφευκτη τελική σεκάνς, που μας επαναφέρει στη σκληρή πραγματικότητα. Ο Βαχίντ και η Σίβα μένουν μόνοι με τον φερόμενο βασανιστή τους. Εκείνος δεμένος σε ένα δέντρο, η κάμερα σταθερή, να εστιάζει πάνω του, χωρίς να απομακρύνεται ποτέ. Οι δυο ήρωες, ψυχικά και σωματικά καταρρακωμένοι, ξεσπούν, τον βρίζουν, του ζητάνε εξηγήσεις, απαιτούν να μάθουν το «γιατί».
Ο Παναχί μετατρέπει αυτούς τους δυο χαρακτήρες -που μέχρι τώρα εναντιώνονταν στην εκδικητική συμπεριφορά του Χαμίντ- σε αγρίμια. Οι ρόλοι αντιστρέφονται, τώρα είναι αυτοί οι βασανιστές, κρατάνε δεμένο τον Εγκμπάλ, με ένα μαντίλι στα μάτια, του ζητούν να λογοδοτήσει, η βία επιστρέφει στη ζωή τους, μια σιωπηρή νίκη του καθεστώτος, απαρνούνται την ανθρωπιά τους και αγκαλιάζουν, έστω και για λίγο, το σκοτάδι. Οι Βαχίντ Μομπασερί και Μαριάμ Αφσαρί δίνουν ένα ρεσιτάλ ερμηνείας και ο Παναχί αποδεικνύει περίτρανα γιατί απέσπασε τον Χρυσό Φοίνικα. Μέσα από μια απλή, αυστηρά καδραρισμένη σκηνή, ο Παναχί σκιαγραφεί και τους τρεις χαρακτήρες με ορμή και πανανθρώπινη δύναμη. Τους απογυμνώνει, φανερώνει τα τραύματά τους, οδηγεί τον θεατή να αναλογιστεί πάνω στη φύση του ανθρώπου, στην τυραννία που γεννά τον φαύλο κύκλο της βίας και του μίσους.
Κι εκεί που πιστεύεις ότι όλα έχουν τελειώσει, πως μπορείς επιτέλους να συνειδητοποιήσεις τι έγινε, να «χωνέψεις» το ταξίδι που μόλις έζησες, ο Παναχί έρχεται με μια τελευταία σκηνή που λειτουργεί σαν απότομη γροθιά στο στομάχι και εσύ μένεις εμβρόντητος, καθηλωμένος να αναλογίζεσαι όχι μόνο για την πραγματικότητα του Ιράν, αλλά και για την ίδια την ανθρώπινη φύση.
Μια πολύπλοκη καθημερινότητα στη Χάιφα
Καλές Γιορτές
(Happy Holidays, Παλαιστίνη, Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Κατάρ, 2024, 123´)

Σκηνοθεσία: Σκάνταρ Κόπτι
Ηθοποιοί: Μανάρ Σεχάμπ, Γουαφά Αούν, Μεράβ Μαμόρσκι
Ο Παλαιστίνιος σκηνοθέτης Σκάνταρ Κόπτι, ο οποίος συν-σκηνοθέτησε με τον Yaron Shani την υποψήφια για Οσκαρ Ξενόγλωσσης Ταινίας «Ajami» (2009, 120’), παρουσιάζει ένα ρεαλιστικό οικογενειακό δράμα που διακλαδώνεται σε πολλαπλές ιστορίες, σκιαγραφώντας άψογα τους χαρακτήρες του, αναδεικνύοντας τις βαθιές πολιτισμικές και πολιτικές διαφορές ανάμεσα στους Αραβες και τους Ισραηλινούς και εξερευνώντας με διεισδυτικότητα την έννοια της εθνικής ταυτότητας, καθώς και τις σχέσεις των δύο φύλων. Ολο αυτό καταλήγει στη σύνθεση ενός πολύπλευρου πορτρέτου της ζωής στη Χάιφα.
Τέσσερις χαρακτήρες, συνδεδεμένοι με αόρατους αλλά ισχυρούς δεσμούς, αποκαλύπτουν τις πολύπλοκες σχέσεις ανάμεσα σε φύλα, γενιές και πολιτισμούς, μέσα σε μια κοινωνία διχασμένη από προκαταλήψεις και ανισότητες. Ο Ράμι, Παλαιστίνιος της Χάιφας, συγκρούεται με την απόφαση της Εβραίας συντρόφου του για την εγκυμοσύνη της, ενώ η μητέρα του, Χανάν, παλεύει με οικονομικά προβλήματα και οικογενειακές εντάσεις. Παράλληλα, η Μίρι αντιμετωπίζει την ψυχική κατάρρευση της κόρης της και τις ηθικές της αντιφάσεις, ενώ η Φίφι προσπαθεί να διαφυλάξει ένα επικίνδυνο μυστικό που απειλεί να ανατρέψει τη ζωή και τη σχέση της με τον δρα Ουαλίντ.
Ο Κόπτι δημιουργεί μια πολυεπίπεδη ταινία που φωτίζει την εύθραυστη ισορροπία ανάμεσα στην ηρεμία και την υπόγεια ένταση μιας βαθιάς διχασμένης κοινωνίας. Μέσα από τις τέσσερις ιστορίες του που μπλέκονται μεταξύ τους και τελικά συγκλίνουν, σκιαγραφεί την πραγματικότητα των Αράβων που ζουν στο Ισραήλ, όπου βιώνουν τον ρατσισμό και τον κοινωνικό αποκλεισμό. Ταυτόχρονα φέρνει στην επιφάνεια και τις εσωτερικές αντιφάσεις τους και την προσπάθειά τους να απελευθερωθούν από το παρελθόν τους.
Η κάμερα εστιάζει στους χαρακτήρες. Και χάρη στις φυσικές ερμηνείες των ηθοποιών του, ο θεατής νιώθει την ένταση και βυθίζεται και εκείνος μέσα στο οικογενειακό δράμα, συμπάσχοντας μαζί τους. Ο Κόπτι χειρίζεται επιδέξια το σενάριο και αφήνει όποτε χρειάζεται να «μιλήσει» η σιωπή, ενώ άλλοτε, με έντονο και συνεχόμενο διάλογο, τονίζει την ένταση που αποκαλύπτει όχι μόνο τα συναισθήματα αλλά και τις κοινωνικές δομές: από τον μισογυνισμό, την πατριαρχία μέχρι και το τι σημαίνει να ζεις σε μια στρατιωτικοποιημένη κοινωνία.
Η ταινία καταφέρνει να ελιχθεί ικανοποιητικά ανάμεσα στις τέσσερις επιμέρους ιστορίες, χωρίς ωστόσο να αποφεύγει την αποδυνάμωση του βασικού κορμού της αφήγησης. Η παρουσίαση τόσων χαρακτήρων, σε συνδυασμό με τη λιγότερο ουσιαστική ανάπτυξη ορισμένων από αυτούς, οδηγεί σε μια χαμένη ευκαιρία για βαθύτερη εστίαση και καλύτερη ανάλυση των κεντρικών θεματικών της ταινίας. Βραβείο Χρυσός Αλέξανδρος στο 65ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.
Η αλήθεια για τη Ρίφενσταλ
Ρίφενσταλ – Στην καρδιά του Τρίτου Ράιχ
(Riefenstahl, Γερμανία, 2024, 115´)

Σκηνοθεσία: Αντρες Φάιελ
Ο Γερμανός σκηνοθέτης Αντρες Φάιελ, στο νέο του ντοκιμαντέρ «Ρίφενσταλ – Στην καρδιά του Τρίτου Ράιχ», αξιοποιεί σπάνιο αρχειακό υλικό, αποσπάσματα συνεντεύξεων από τηλεοπτικές εκπομπές αλλά και προγενέστερα ντοκιμαντέρ («The Wonderful Horrible Life of Leni Riefenstahl», σκην. Ρέι Μιούλερ, 1993, 188’), μαζί με ηχητικά ντοκουμέντα, για να ανασυνθέσει το πορτρέτο της Λένι Ρίφενσταλ, μιας δημιουργού που υπήρξε πρωτοπόρος του κινηματογράφου, με τα ναζιστικά προπαγανδιστικά φιλμ «Ο θρίαμβος της θέλησης» (1935, 114’) και «Ολυμπία» (1938, 217’), αλλά και ένθερμη υποστηρίκτρια του ναζισμού.
Το ταλέντο της Ρίφενσταλ είναι αδιαμφισβήτητο. Υπήρξε μια καινοτόμος δημιουργός και η κινηματογραφική της γλώσσα εξέλιξε το είδος του ντοκιμαντέρ. Παρ’ όλα αυτά, όπως επισημαίνει και ο Φάιελ, η τεχνική της πρωτοπορία «άνθισε» λόγω της υποστήριξης από ένα καθεστώς που τη χρηματοδοτούσε απλόχερα και της έδωσε την ευκαιρία να πειραματιστεί. Ο Φάιελ χρησιμοποιεί την ίδια τη Ρίφενσταλ και τα λεγόμενά της ώστε να αποδομήσει το αφήγημά της περί «εξαναγκασμού» και «αθώας καλλιτέχνιδας» και αποδεικνύει μέσω ντοκουμέντων ότι είχε πλήρη γνώση της ιδεολογίας του ναζισμού και την ενστερνιζόταν και γι’ αυτό κατάφερε και αποτύπωσε με τέτοια καθαρότητα στα προπαγανδιστικά της φιλμ την ιδεολογία του.
Η Ρίφενσταλ, μετά το τέλος του πολέμου, προσπάθησε αρκετές φορές να διαχωρίσει τη θέση της από τον Χίτλερ και το Τρίτο Ράιχ και κατηγορήθηκε συχνά ότι διαστρέβλωνε γεγονότα υπέρ της. Οπως αποτυπώνεται και στο ντοκιμαντέρ, προέβαλλε μια εικόνα «θύματος», αλλά ταυτόχρονα αποζητούσε την προβολή. Η εμμονή της στο «καλαίσθητο» και στην επιτυχία με κάθε κόστος αποκαλύπτουν μια οπορτουνίστρια καλλιτέχνιδα που βρήκε πρόσφορο έδαφος δημιουργίας μέσα σε ένα αυταρχικό καθεστώς, χωρίς να την ενδιαφέρουν οι συνέπειες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η ταινία της «Tiefland» («Lowlands»), που κυκλοφόρησε το 1954 αλλά γυρίστηκε την περίοδο 1940-1944, όταν έπαιξαν ως κομπάρσοι κρατούμενοι σε στρατόπεδα συγκέντρωσης (κυρίως Ρομά), με πολλούς μετέπειτα να οδηγούνται στο Αουσβιτς και να εκτελούνται. Η Ρίφενσταλ επέμενε ότι πολλοί από αυτούς επέζησαν και μάλιστα τους γνώρισε από κοντά αλλά επίσημα αρχεία καταδεικνύουν ότι τελικά πέθαναν στο Ολοκαύτωμα.
Ο Φάιελ δεν αναλύει σε βάθος, στο ντοκιμαντέρ του, τα ίδια τα έργα της Ρίφενσταλ, αν και μια τέτοια προσέγγιση θα ήταν πιο γόνιμη, καθώς μέσα από την καλλιτεχνική της δημιουργία θα μπορούσαν να αναδειχθούν και η προσωπική της ιδεολογία και ο χαρακτήρας της. Αντ’ αυτού, περιορίζεται κάποιες φορές σε μια απλοϊκή παρουσίαση, που κινδυνεύει να εξελιχθεί σε μονοδιάστατη καταγγελία. Το ντοκιμαντέρ όμως υπερβαίνει την προσωπικότητα της Ρίφενσταλ επανεξετάζοντας το ζήτημα της ηθικής ευθύνης του καλλιτέχνη και εγείρει το κρίσιμο ερώτημα: πότε η τέχνη μετατρέπεται σε συνενοχή;
▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬
Μετά το Κυνήγι
(After the Hunt, Η.Π.Α., Ιταλία, 2025, 139´)
Σκηνοθεσία: Λούκα Γκουαντανίνο
Ηθοποιοί: Τζούλια Ρόμπερτς, Αγιο Εντέμπιρι, Αντριου Γκάρφιλντ
H προικισμένη και απροκάλυπτα φιλόδοξη καθηγήτρια φιλοσοφίας Άλμα, αγωνίζεται με κάθε τρόπο για την αναγνώριση του έργου της. Όταν μία χαρισματική φοιτήτρια (Αγιο Εντέμπιρι) κατηγορεί τον συνάδελφο και στενό φίλο της (Αντριου Γκάρφιλντ) ζητώντας τη βοήθειά της, η Άλμα κινδυνεύει καθώς το βαθιά κρυμμένο παρελθόν της μπορεί να αποκαλυφθεί. Η καινούργια ταινία του Λούκα Γκουαντανίνο («Οι αντίπαλοι», 2024, 131’, «Queer», 2024, 137’).
▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬
Super Paradise: The Story of Mykonos
(Ελλάδα, Γερμανία, 2025, 88´)
Σκηνοθεσία: Στηβ Κρικρή
Πολύχρωμο, φωτεινό και γεμάτο ζωντάνια, το ντοκιμαντέρ του Στηβ Κρικρή μας καλεί σε ένα πάρτι που δεν τελείωσε ποτέ, στον Παράδεισο της Μυκόνου. Από το φτωχό μεταπολεμικό νησί μέχρι το διεθνές σύμβολο πολυτέλειας, το Super Paradise αφηγείται 70 χρόνια ραγδαίων αλλαγών μέσα από μοναδικές ιστορίες ντόπιων και επισκεπτών, καλλιτεχνών, αγροτών, επιχειρηματιών και οραματιστών, που φωτίζουν το πώς ένα μικρό νησί έγινε μύθος παγκόσμιας ελευθερίας και υπερβολής.
▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬
Τύχη Βουνό
(Good Fortune, Η.Π.Α., 2025, 98´)
Σκηνοθεσία: Αζίζ Ανσάρι
Ηθοποιοί: Κιάνου Ριβς, Σεθ Ρόγκεν, Αζίζ Ανσάρι, Κίκι Πάλμερ
Τι γίνεται όταν ένας καλοπροαίρετος – αλλά εντελώς… άγαρμπος άγγελος (Κιάνου Ριβς) μπλέκει τις ζωές ενός εξουθενωμένου εργάτη (Αζίζ Ανσάρι) και ενός πάμπλουτου καπιταλιστή (Σεθ Ρόγκεν); Μια θεϊκή ανταλλαγή ζωών που πάει τελείως στραβά και ξεγυμνώνει με χιούμορ τον μύθο ότι «τα λεφτά δεν φέρνουν την ευτυχία» — γιατί, μερικές φορές… τη φέρνουν.
▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬
Νεκρό Τηλέφωνο 2
(Black Phone 2, Η.Π.Α., 2025, 114´)
Σκηνοθεσία: Σκοτ Ντέρικσον
Ηθοποιοί: Ιθαν Χοκ, Μέισον Τεμς, Μάντλιν ΜακΓκρο, Τζέρεμι Ντέιβις
Τέσσερα χρόνια μετά τη φρίκη, ο 17χρονος Φιν, ο μόνος που επέζησε από τον «Αρπαχτή», προσπαθεί να ξαναβρεί τη ζωή του. Όμως το κακό δεν τελείωσε, το μαύρο τηλέφωνο χτυπά ξανά. Η Γκουέν αρχίζει να βλέπει εφιάλτες με αγόρια που χάνονται σε μια κατασκήνωση και πείθει τον Φιν να την ακολουθήσει εκεί, μέσα στη χιονοθύελλα. Εκεί, τα δύο αδέλφια θα ανακαλύψουν μια σκοτεινή σύνδεση με τον «Αρπαχτή» και έναν εφιάλτη που επιστρέφει από τον άλλο κόσμο. Σίκουελ της πρώτης επιτυχημένης ταινίας «Νεκρό Τηλέφωνο», με τον Ίθαν Χοκ να επιστρέφει στον πιο σκοτεινό ρόλο της καριέρας του.
▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬
Χάιντι: Η Διάσωση του Μικρού Λύγκα
(Heidi – Die Legende vom Luchs, Γερμανία, Ισπανία, Βέλγιο, 202, 79´)
Σκηνοθεσία: Τομπίας Σβαρτς & Αϊθέα Ρόκα
Με τις φωνές των: Φιλίππας Μαβιτζή, Μυρτούς Ναούμ, Κώστα Αποστολίδη, Βαγγέλη Χαλκιαδάκη
Η 8χρονη Χάιντι σώζει έναν μικρό λύγκα από τις παγίδες ενός αδίστακτου βιομήχανου και, μαζί με τον φίλο της Πέτερ, ξεκινά ένα τολμηρό ταξίδι για να τον επιστρέψει στη φύση. Με θάρρος, καλοσύνη και τη δύναμη της φιλίας, η Χάιντι αποδεικνύει ότι ακόμη και ένα παιδί μπορεί να προστατεύσει έναν ολόκληρο κόσμο. Η αγαπημένη Χάιντι επιστρέφει στη μεγάλη οθόνη με μια τρυφερή περιπέτεια στις ελβετικές Άλπεις.
▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬
ΕΠΑΝΕΚΔΟΣΗ
Τα Παιδιά του Παραδείσου
(Les Enfants Du Paradis, Γαλλία, 1945, 190´)
Σκηνοθεσία: Μαρσέλ Καρνέ
Ηθοποιοί: Αρλετί, Ζαν Λουί Μπαρό, Πιέρ Μπρασέρ, Πιερ Ρενουάρ
Ο τραγικός έρωτας ανάμεσα σε έναν μίμο, τον Μπαπτίστ, και μια ηθοποιό, την Κλερ Ρενί. Η Κλερ έχει τρεις θαυμαστές που την έχουν ερωτευτεί, αλλά η ιστορία περιπλέκεται όταν εμφανίζεται η Ναταλί, μια ηθοποιός που ερωτεύεται τον Μπαπτίστ. Ακόμα περισσότερο, όταν η Κλερ κατηγορείται πως έκλεψε ένα ρολόι.
