Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο Κουέντιν Ταραντίνο (Quentin Tarantino, 1963) είναι ένας από τους κορυφαίους δημιουργούς στο παγκόσμιο σινεμά, έχοντας κερδίσει έναν Χρυσό Φοίνικα («Pulp Fiction», 1995, 154’) και δύο Οσκαρ Πρωτότυπου Σεναρίου («Pulp Fiction, εξ ημισείας με τον Ρότζερ Αβαρι, & «Django Unchained» ή «Django, Ο τιμωρός», 2013, 165’). Τα έργα του, που ξεχωρίζουν για τη μη γραμμική τους αφήγηση και τους γρήγορους, αιχμηρούς διαλόγους, γεμάτους με αναφορές από την ποπ κουλτούρα, το παγκόσμιο σινεμά κι έναν συνδυασμό ακραίας στιλιζαρισμένης βίας, μπολιασμένο με στοιχεία μαύρης κωμωδίας, τον καθιστούν πλέον έναν από τους πιο αναγνωρίσιμους σκηνοθέτες της γενιάς του, ο οποίος επηρέασε με το στιλ του πολλούς μετέπειτα δημιουργούς. Αν και είναι γνωστός στο ευρύ κοινό ως σκηνοθέτης/σεναριογράφος, κατέθεσε δύο χρόνια μετά την ταινία του 2019 «Κάποτε στο Χόλιγουντ» το ομότιτλο μυθιστόρημά του (Once Upon a Time in Hollywood, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, 480 σελ.), στο πρώτο του συγγραφικό εγχείρημα. Οι «Κινηματογραφικοί Στοχασμοί» (Cinema Speculation, 416 σελ.), που κυκλοφορούν στα ελληνικά από τον ίδιο εκδοτικό οίκο, αποτελούν το δεύτερο βιβλίο του αλλά και την πρώτη του απόπειρα να γράψει ένα μη μυθοπλαστικό έργο, αναμειγνύοντας μέσα στις σελίδες του αυτοβιογραφικά στοιχεία, μια ιστορική αναδρομή στον αμερικανικό κινηματογράφο των δεκαετιών του ’70 και του ’80 και μια αναλυτική κριτική σε ταινίες που τον επηρέασαν. Κι όλα αυτά με την ιδιαίτερη, οξυδερκή ματιά του.

Η γραφή του βιβλίου είναι καθαρή, αντιπροσωπευτική του ίδιου του Ταραντίνο. Μέσα από τις σελίδες ξεπηδούν η έντονη παρουσία του, η ακατάπαυστα γρήγορη ομιλία του, μεταφερόμενη τώρα σε γραπτό λόγο, και η ιδιαίτερη γλώσσα που χρησιμοποιεί κάποιες φορές, διανθισμένη με την υπερβολή που τον χαρακτηρίζει. Αυτή η αμεσότητα που νιώθει ο αναγνώστης δίνει μια ευχάριστη αίσθηση, κάνοντας το βιβλίο ευκολοδιάβαστο. Ταυτόχρονα βοηθάει και στη μύηση ενός αναγνώστη που δεν είναι σινεφίλ ώστε να ακολουθήσει τη σκέψη του συγγραφέα και να απορροφήσει τις πολλές λεπτομέρειες και κινηματογραφικές αναφορές που υπάρχουν στο βιβλίο (οι ταινίες που αναφέρει είναι πάνω από εκατό). Παρ’ όλο που υπάρχουν κάποια αυτοβιογραφικά στοιχεία, αυτά είναι απλώς η αφορμή ώστε να ξετυλίξει το κινηματογραφικό κουβάρι των δεκαετιών που τον «σημάδεψαν» και «σμίλευσαν» τη σκηνοθετική του ματιά.

Ο Ταραντίνο είναι παιδί των grindhouse (κινηματογραφικές αίθουσες που πρόβαλλαν συνήθως σε διπλή προβολή ταινίες χαμηλού προϋπολογισμού με έμφαση στη βία, το σεξ και τον τρόμο), που άνθησαν τις δεκαετίες του ’60 και του ’70 και παρήκμασαν τη δεκαετία του ‘80. Σε αυτά τα σινεμά είδε πολλές ταινίες που ανήκαν στο είδος του exploitation (κινηματογραφικό είδος που εκμεταλλεύεται αμφιλεγόμενα θέματα, όπως σεξ, βία ή τρόμο, για να προσελκύσει το κοινό), του blaxploitation (κινηματογραφικό υποείδος της δεκαετίας του 1970 με επίκεντρο τους Αφροαμερικανούς, συνδυάζοντας δράση, εγκληματικότητα και κοινωνικά θέματα) και αργότερα πολλές ταινίες δράσης που κατηγοριοποιούνται στο είδος του revengeamatic (υποείδος ταινιών εκδίκησης, όπου η πλοκή επικεντρώνεται στην εκδίκηση του πρωταγωνιστή για αδικία ή βία που υπέστη).

Με «μπούσουλα» αυτά τα είδη και υποείδη ο Ταραντίνο ξεκινάει τις αναλύσεις του σε πολύ γνωστές ταινίες οι οποίες ήταν παράγωγα αυτών. Από τον «Ταξιτζή» (Taxi Driver, 1976, 114’) του Μάρτιν Σκορσέζε μέχρι και το «The Funhouse» (1981, 96’) του Τόμπι Χούπερ, ο Ταραντίνο δεν επιλέγει πάντα την εξόφθαλμη επιλογή για την κριτική ανάλυση. Από το έργο του Σαμ Πέκινπα δεν επιλέγει να αναλύσει τα «Αδέσποτα σκυλιά» (Straw Dogs, 1971, 118’) αλλά το «Ηταν δυο φυγάδες» (The Getaway, 1972, 118’) και από το έργο του Μπράιαν ντε Πάλμα δεν επιλέγει τον «Σημαδεμένο» (Scarface, 1983, 170’) αλλά την ψυχολογική ταινία τρόμου «Αδερφές» (Sisters, 1972, 92’) γιατί κυρίως τον ενδιαφέρει οι αναλύσεις του να συνδεθούν με τα είδη εκείνης της δεκαετίας. Κι έτσι το βιβλίο του αποκτά μια συνοχή ώστε κάθε κεφάλαιο να οδηγεί στην επόμενη κριτική του προσέγγιση. Οι βαθιές αντισυμβατικές του αναλύσεις για αυτές τις ταινίες αλλάζουν την οπτική του αναγνώστη για το πώς έχει αντιληφθεί την εκάστοτε ταινία, ενώ αν δεν τις έχει δει, του γεννούν την ανάγκη να τις ψάξει. Στα συν έγκειται και η ξεχωριστή ικανότητα του Ταραντίνο να αναλύει και να παρουσιάζει μια ταινία. Κάποιες απ’ όσες αναφέρει δεν αποτελούν μεγάλα κινηματογραφικά έργα (αντίθετα μπορεί να είναι μέτριες ώς κακές ταινίες), αλλά οι περιγραφές του είναι τόσο καλές που τις «ανεβάζουν» στα μάτια του αναγνώστη και τον προκαλούν να τις (ξανα)δει μέσα από ένα διαφορετικό πρίσμα.

Δεν φοβάται να ασκήσει δριμεία κριτική π.χ. ουσιαστικά «ισοπεδώνοντας» το «Hardcore» (1979, 108’) του σεναριογράφου και μετέπειτα σκηνοθέτη του «Ταξιτζή», Πολ Σρέιντερ, αλλά η κριτική του αυτή προέρχεται από την ανάγκη του να επισημάνει ότι ακόμα και αυτή η ταινία τον επηρέασε. Η ικανότητά του να φέρνει στην επιφάνεια τα ψεγάδια ενώ ταυτόχρονα εξυμνεί μια ταινία είναι συναρπαστική. Δεν επιθυμεί τη «θεοποίηση» αυτών των ταινιών αλλά κρίνει αντικειμενικά τα όποια λάθη τους. Οι αναλύσεις του έχουν ένα διαφορετικό βάθος και προσεγγίζουν τις ταινίες με τη ματιά ενός σκηνοθέτη/σεναριογράφου που πρωτίστως σκέφτεται τη σύνδεση του σινεμά με τον θεατή αλλά και πως όλες αυτές ήταν προϊόντα της εκάστοτε εποχής.

Οι «Κινηματογραφικοί Στοχασμοί» αποτελούν ένα εξαιρετικό εγχειρίδιο για τους σινεφίλ, δίνοντάς τους τη δυνατότητα να ανακαλύψουν «ξεχασμένες» ταινίες και να διαβάσουν ευφάνταστες κριτικές αναλύσεις. Ταυτόχρονα είναι κι ένα πολύ καλό βιβλίο για τους μη σινεφίλ που μπορούν να πάρουν μια γεύση από τον αμερικανικό κινηματογράφο των ‘70s και ‘80s μέσα από την, πολλές φορές, χιουμοριστική προσέγγιση ενός καταξιωμένου κινηματογραφιστή και -γιατί όχι- να κάνουν μια μικρή λίστα ταινιών που θ’ αναζητήσουν αργότερα.

Το βιβλίο «Κινηματογραφικοί Στοχασμοί» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα σε μετάφραση Αρη Σφακιανάκη – Ηρώς Σκάρου και επιμέλεια Πάνου Γιαλελή.