Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Σε εποχές που οτιδήποτε το θρησκευτικό εξάπτει τα πνεύματα και που το σινεμά όταν ασχολείται με την Εκκλησία το κάνει συνήθως για να αποκαλύψει τα σκοτεινά της μυστικά, θέλει κότσια από τον σκηνοθέτη να γυρίσει ένα ντοκιμαντέρ σαν τη «Μάνα». Και η Βάλερυ Κοντάκου είχε.

Οχι μόνο επειδή το γύρισε, αλλά και επειδή δεν έχει καμιά διάθεση να κρύψει ότι ούτε και γι’ αυτήν ήταν τόσο εύκολη υπόθεση.

Η «Μάνα» προβάλλεται στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος και μακάρι να βρείτε καιρό να τη δείτε.

Κατ’ αρχάς με λίγα λόγια η ιστορία της ταινίας:

Το 1962 τέσσερα ανήλικα κορίτσια το σκάνε και το ξανασκάνε από το σπίτι τους γιατί θέλουν να κλειστούν σε μοναστήρι.

Ο Τύπος της εποχής οργιάζει. Οι γονείς τους έξαλλοι τις γυρνάνε πίσω. Οι πεισματάρες με την τρίτη δραπέτευση καταφέρνουν να κάνουν το δικό τους, ενώνονται με τον Θεό.

Το ντοκιμαντέρ της Κοντάκου, μισό και πάνω αιώνα μετά, τις ξαναβρίσκει. Μαθαίνουμε ότι δεν έχουν περάσει τη ζωή τους μόνο με μετάνοιες και προσευχές.

Εχουν καταφέρει να ιδρύσουν εδώ και χρόνια το Λύρειο Παιδικό Χωριό, στον Νέο Βουτζά Αττικής.

Ενα καταπληκτικό καταφύγιο για παραμελημένα και κακοποιημένα παιδιά. Οποια ωραία εικόνα κι αν βάλετε στο μυαλό σας, μέσα θα πέσετε.

Αγάπη, αφοσίωση, έγνοια, ευτυχία. Πενήντα έως εβδομήντα μωρά, μικρά παιδιά και έφηβοι ζουν μέσα στην πιο χαλαρή και οικογενειακή συγχρόνως ατμόσφαιρα.

Αφού, όμως, πεις πρώτα ένα μεγάλο «μπράβο» στις μοναχές, αρχίζουν τα ερωτήματα.

● Είχε η σκηνοθέτις άραγε κάποιο κράτημα απέναντι στο θέμα της; Είναι στο κάτω κάτω μια μικρή κοινωνία που έχει στην ευθύνη της παιδιά, ενώ η ίδια είναι αυστηρά αφιερωμένη στον Θεό. Τα μαύρα ρούχα και οι καλύπτρες σκέφτεσαι ότι μπορεί και να τα επηρεάζουν, ιδίως τα πιο μικρά.

Η Βάλερυ Κοντάκου δεν διστάζει να απαντήσει. «Η ιδέα να κάνω κάτι γύρω από τη θρησκεία δεν μου πολυάρεσε», λέει, «μου πήρε κάποιο χρόνο να το ξεπεράσω. Κάθονταν, δηλαδή, όλοι γύρω από το τραπέζι και έκαναν τον σταυρό τους, χωρίς να μπορώ εύκολα να συμμετέχω. Αλλά ποτέ κανείς δεν μου ζήτησε να συμπεριφερθώ ανάλογα».

Αλλωστε, αυτές τις γυναίκες με το σπουδαίο έργο τους τις ήξερε πολλά χρόνια, ήδη από τη δεκαετία του ‘60, και τις θαύμαζε. Οπως με κάποια δυσκολία λέει, η πεθερά της και ο πατέρας της πεθεράς της στήριζαν από την αρχή οικονομικά την προσπάθειά τους (η σκηνοθέτις είναι σύζυγος του επίσης γνωστού εικαστικού Μαρκ Χατζηπατέρα, της εφοπλιστικής οικογένειας).

● Τι την παρακίνησε, λοιπόν, να γυρίσει για τις μοναχές και το Λύρειο Παιδικό Χωριό ένα ντοκιμαντέρ ειδικά τώρα;

«Εβλεπα την κρίση να έρχεται κι αυτές να επιμένουν στο έργο τους, χωρίς ποτέ να παραπονιούνται που τα πράγματα γίνονται πιο δύσκολα για το ίδρυμά τους. Να κάτι εκπληκτικό στη χώρα της γκρίνιας. Κάτι ακόμα που με έκανε να τις θαυμάζω είναι που τόσα χρόνια μετά την εφηβική επανάστασή τους κρατάνε το ίδιο πνεύμα ανεξαρτησίας. Ναι μεν αφοσιώθηκαν στη θρησκεία, αλλά βρήκαν μέσα από αυτήν τον δρόμο να κάνουν το καλό. Και μέχρι σήμερα, πενήντα χρόνια μετά, είναι εκεί. Συνεχίζουν σε μια χώρα όπου σχεδόν τίποτα δεν έχει συνέχεια».

Σε μια σκηνή του ντοκιμαντέρ οι μοναχές προβληματίζονται αν πρέπει να στείλουν τα παιδιά σε μια παράσταση στο Εθνικό με το έργο της Αλκης Ζέη «Ο μεγάλος περίπατος του Πέτρου». Και επειδή υπάρχει διχογνωμία, αποφασίζουν τελικά να πάρει η ηγουμένη το αυτοκίνητό της, να πάει στην Αθήνα, να δει την παράσταση και να αποφασίσουν.

Η πρώτη μου αντίδραση ήταν να θυμώσω με τον έλεγχο που ασκούν πάνω στα παιδιά. Η Βάλερυ Κοντάκου μού δείχνει μια άλλη πλευρά. «Κι όμως, υπάρχει διάλογος μεταξύ τους, διαφωνούν και συζητάνε. Αλλες είναι πιο ανοιχτές, άλλες πιο αυστηρές. Το ίδιο δεν συμβαίνει σε κάθε οικογένεια; Αυτό ήθελα να δείξω, ότι είναι μια οικογένεια σαν όλες τις άλλες και ότι καμία οικογένεια δεν είναι τέλεια».

● Τα παιδιά, ειδικά όταν μπουν στην εφηβεία, δεν έχουν την τάση να επαναστατήσουν, δεν ονειρεύονται να ανοίξουν τα φτερά τους; Υπάρχει ντρεσάρισμα και ετεροκαθορισμός;

«Στο θέμα αυτό είχα κι εγώ ευαισθησία. Θυμόμουν από πόσο νωρίς ήθελα να φύγω από το σπίτι μου. Ε, λοιπόν, κι αυτά τα παιδιά, ακόμα και τα κορίτσια, ίδια με μας είναι. Βέβαια, οι μοναχές έχουν γι’ αυτές συγκεκριμένα όνειρα, γι’ αυτά τούς δίνουν εφόδια και τις προετοιμάζουν: να παντρευτούν, να κάνουν οικογένεια. Αλλά πάντα και να μορφωθούν, η μόρφωση είναι γι’ αυτές πολύ σημαντική υπόθεση.

Ενα περιστατικό που έζησα με γέμισε συγκίνηση. Προβάλαμε το καλοκαίρι την ταινία στον κήπο του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων. Είχε μαζευτεί κόσμος, συγγενείς, φίλοι, έγινε συζήτηση με το κοινό. Και τότε σηκώθηκε μια ηλικιωμένη γυναίκα και είπε: “Στο Λύρειο Παιδικό Χωριό μεγάλωσα. Σήμερα έχω παιδιά και εγγόνια. Ενα πράγμα μού έμαθαν εκεί: να έχω αυτοπεποίθηση και σεβασμό για τον εαυτό μου”».

● Την είδαν την ταινία οι μοναχές; Πώς αντέδρασαν; Την περίμεναν πιο θριαμβική;

«Την είδαν. Οχι, δεν μετάνιωσαν, αλλά ούτε είναι και στον χαρακτήρα τους να εκδηλώνονται, υπάρχει πάντα μια σχετική ψυχρότητα. Δεν περίμενα, λοιπόν, υπερβολικά πράγματα. Μου είπαν, βέβαια, έπειτα από λίγη σκέψη, “ωραία, μπράβο”. Αλλά κι εγώ δεν μπορούσα ως καλλιτέχνις να μην υπάρχω μέσα στην ταινία με τα ερωτήματα και τις αμφιβολίες μου. Δεν ήθελα, βέβαια, να εκτεθώ με κραυγαλέο τρόπο, προτίμησα μια αίσθηση απόστασης και ψύχραιμης αντιμετώπισης του θέματος».

Η Νεοϋορκέζα Βάλερυ Κοντάκου είναι γνωστή ακτιβίστρια του χώρου του ντοκιμαντέρ. Από τότε που επέστρεψε με την οικογένειά της από την Αμερική, όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε, αφιερώθηκε στο είδος, όχι μόνο γυρίζοντας ταινίες (το ντοκιμαντέρ της «Who’s on First» του 2006 βραβεύτηκε και συζητήθηκε), αλλά και δημιουργώντας τη γνωστή πια και πολύ δραστήρια μη κερδοσκοπική οργάνωση Exile Room, που διοργανώνει workshops και προβολές.

Γι’ αυτήν το ντοκιμαντέρ είναι, όπως μας λέει, και «ένας τρόπος να καλείς σε δράση. Σε δημόσια ευθύνη. Τίποτα δεν θα μου ήταν περισσότερο ευχάριστο από το να βοηθήσω με τη “Μάνα” όχι μόνο να γίνει γνωστό και να στηριχθεί οικονομικά το έργο αυτών των γυναικών, αλλά και να γίνει συνείδηση όλων πόσο σημαντική είναι η αλληλεγγύη στις μέρες μας».

Ενας λόγος παραπάνω να πάτε μέχρι την Ταινιοθήκη είναι κι αυτός. Τα έστω και λίγα προσωπικά έσοδα της Βάλερυ Κοντάκου θα πάνε όλα στο Λύρειο Παιδικό Χωριό, στον Νέο Βουτζά Αττικής. Τον Νοέμβριο η «Μάνα» θα παρουσιαστεί σε ειδική βραδιά στο Johns Hopkins Carey Business School της Βαλτιμόρης, όπου και πάλι θα συγκεντρωθούν χρήματα.

Info:

Σενάριο/σκηνοθεσία: Βάλερυ Κοντάκου, διεύθυνση φωτογραφίας: Παντελής Μαντζανάς, Γιάννης Μισουρίδης, μοντάζ: Δημήτρης Πεπονής,

ήχος: Δημήτρης Κανελλόπουλος, σχεδιασμός ήχου: Αλέξανδρος Σιδηρόπουλος, Αρης Λουζιώτης, μιξάζ: Κώστας Βαρυμποπιώτης,

μουσική: Ελλη Πασπαλά, executive producer: Kathryn Hunter,

παραγωγοί: Βάλερυ Κοντάκου, Δέσποινα Παυλάκη, παραγωγή: Exile Films συμπαραγωγοί: ΟΤΕ tv