«Βλέπω γύρω μου νέους ανθρώπους τρελαμένους με το σινεμά, το μυαλό τους το έχουν στο να γυρίζουν ταινίες. Δεν θα χαθούμε κι ας τα καταργήσουν όλα, όπως έκαναν με την επιστροφή του φόρου στα εισιτήρια. Θα βρούμε τρόπους να κάνουμε ταινίες. Καλό είναι βέβαια να υπάρχει και μια βοήθεια από το κράτος».
Ο 29χρονος Νίκος Τσεμπερόπουλος έχει κάθε λόγο να είναι ορμητικός και αισιόδοξος. Η δεύτερη ταινία του μικρού μήκους «Simon Says» αναδείχτηκε η καλύτερη του διαγωνιστικού τμήματος στο φεστιβάλ «Νύχτες Πρεμιέρας».
Το βραβείο αυτό, μαζί με το αντίστοιχο της Δράμας, είναι όνειρο κάθε μικρομηκά. «Ισως δίνει κάποιες παραπάνω ευκαιρίες» παραδέχεται. Kι ας ετοιμάζεται με ένα καινούργιο σενάριο στα χέρια να ξαναξενιτευτεί. Να πάει στο Λονδίνο, όπου γύρισε και το «Simon Says», να ψάξει τις προοπτικές ακόμα μιας αγγλικής ταινίας.
Το «Simon Says» ήταν η πτυχιακή του ταινία σε ένα εξάμηνο, εντατικό course κινηματογραφικής εκπαίδευσης, που έκανε στο Λονδίνο, όταν αποφάσισε οριστικά και αμετάκλητα ότι το σινεμά είναι ο δρόμος του και πρέπει να το πάρει πιο σοβαρά.
Διότι, παρά το βαρύ οικογενειακό του όνομα ή μάλλον ακριβώς λόγω αυτού, ο νεαρός γιος του Γιώργου Τσεμπερόπουλου αρχικά αρνήθηκε να γίνει σκηνοθέτης. Σπούδασε ψυχολογία. «Μάλλον ήμουνα λίγο αντιδραστικός ως νέος» λέει. «Παρόλο που είχα ανατραφεί με σινεμά, είχα μεγαλώσει μέσα σε γυρίσματα και διαβάζοντας σενάρια, δεν ήθελα να σπουδάσω σκηνοθεσία».
Δεν γλίτωσε όμως. Την τελευταία χρονιά των σπουδών του άλλαξε πλεύση. «Δεν θέλω να γίνω ψυχολόγος» είπε. Κάθισε και έγραψε ένα σενάριο, κινητοποίησε φίλους και φίλους φίλων, ένας ήξερε κάμερα, άλλος έφερε τα φώτα, και γύρισε τη «Φωνή», την πρώτη μικρού μήκους ταινία του που πήγε το 2012 στο Φεστιβάλ Δράμας.
Κι όταν όλα πήγαν καλά, «δεν έγινα και ρεζίλι», όπως λέει, δούλεψε, έβγαλε λεφτά και έφυγε για τις λονδρέζικες κινηματογραφικές σπουδές που λέγαμε.
Το σύγχρονο Λονδίνο του πρόσφερε και το θέμα της βραβευμένης ταινίας του. Στο «Simon Says», ένας μοναχικός, αντικοινωνικός Λονδρέζος, με πρόσβαση όμως στα data της εταιρείας που δουλεύει, εκμεταλλεύεται τις πληροφορίες τους για να βρίσκει ανθρώπους μέσω facebook και να τους κάνει, αυτός ο εντελώς άγνωστος, ξαφνικές επισκέψεις.
Μα αυτή τη στενάχωρη ιστορία διάλεξε μέσα σε ολόκληρο το ζωντανό, ζηλευτό, κοσμοπολίτικο, υποτίθεται, Λονδίνο; «Τον πρώτο καιρό εκεί πέρασα κι εγώ μεγάλη μοναξιά» παραδέχεται. «Σχολή-σπίτι, σπίτι-σχολή, τα βράδια δεν βγαίνει κανείς, και κάτι φίλους που είχα, ο ένας έμενε από δω και ο άλλος από κει.
Αλλά κοιτούσα γύρω μου και έβλεπα πλήθος κλεισμένων στον εαυτό τους, πιεσμένων ανθρώπων, να γυρνούν το βράδυ μόνοι τους σπίτι από δουλειά σε πολυεθνικές. Δεν ήθελα και πολλά για να γράψω αυτό το σενάριο».
Παραδέχεται πάντως ότι η Αγγλία είναι πολύ πιο οργανωμένη και φιλική απέναντι στους κινηματογραφιστές από ό,τι η Ελλάδα, αν και πάλι πετάει το καρφί του. «Εδώ σκηνοθέτες και κοινό γενικά μου φαίνονται περισσότερο ψαγμένοι κινηματογραφικά, ξέρουν την ιστορία του μέσου, ενδιαφέρονται για δημιουργούς. Στην Αγγλία οι πάντες κυρίως για το μέιν στριμ σινεμά ενδιαφέρονται» λέει.
Δεν είναι πάντως κανένας πειραματικός σκηνοθέτης. Ο ίδιος το λέει εμμέσως, όταν τον ρωτάμε, αναγκαστικά, για τις κινηματογραφικές του σχέσεις με τον πατέρα του Γιώργο Τσεμπερόπουλο.
Για το αν, ας πούμε, μοιάζουν οι γραφές τους, αν νιώθει ότι τον έχει επηρεάσει το δικό του κινηματογραφικό έργο. «Φαντάζομαι ότι υποσυνείδητα δεν γίνεται να μη μου έχει αφήσει κάτι μέσα μου.
Τουλάχιστον σε ένα θέμα θα ‘λεγα ότι ταιριάζουμε. Κάνω κι εγώ κανονικό, αριστοτελικό σινεμά, ταινίες με αρχή, μέση και τέλος. Για τα υπόλοιπα δεν ξέρω».
Εμείς απλώς να θυμίσουμε τι είδε η κριτική επιτροπή στην ταινία του «Simon Says» και την ξεχώρισε από όλες τις άλλες. «Ενα ευφάνταστο σκηνοθετικά και ολοκληρωμένο σεναριακά πορτρέτο της αστικής μοναξιάς, αλλά και μια παρουσίαση ενός πολυσύνθετου χαρακτήρα. Μια ρομαντική και ταυτόχρονα αφοπλιστική ταινία».
