«Οι άποικοι», πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Φελίπε Γκάλβες, έρχεται με βραβείο FIPRESCI από το 76ο Φεστιβάλ Κανών, πετυχαίνοντας έναν πολυεπίπεδο σχολιασμό πάνω στη γενοκτονία των ιθαγενών στη Χιλή στα τέλη του 19ου αιώνα | «Το νέο αγόρι» του Γουόρικ Θόρντον, η ιστορία της Αδελφής Αϊλίν, που τη δεκαετία του 1940 στην Αυστραλία διευθύνει ένα οικοτροφείο για παιδιά Αβορίγινων | «Μινόρε» του Κωνσταντίνου Κουτσολιώτα, μια ταινία που δεν προσπαθεί να σε «κοροϊδέψει» ότι θα δεις κάτι άλλο παρά μια καλτ ταινία, που δεν παίρνει σοβαρά τον εαυτό της και προσπαθεί να αποτίνει φόρο τιμής στο σινεμά είδους «γεμίζοντάς» την με ελληνικά στοιχεία
Οι άποικοι
(The Settlers, Χιλή, Αργεντινή, Ηνωμένο Βασίλειο, Ταϊβάν, Γαλλία, Δανία, Σουηδία, Γερμανία, ΗΠΑ, 2023, 97΄)
Σκηνοθεσία: Φελίπε Γκάλβες
Ηθοποιοί: Μαρκ Στάνλεϊ, Καμίλο Αρανσιμπία, Μπενιαμίν Γουέστφολκ, Αλφρέντο Κάστρο
Ο Φελίπε Γκάλβες σκηνοθετεί την πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία, που κέρδισε βραβείο FIPRESCI στο 76ο Φεστιβάλ Κανών, ένα σκοτεινό γουέστερν που διαδραματίζεται στη Χιλή, τέλη του 19ου αιώνα. Τρεις ιππείς προσλαμβάνονται από έναν πλούσιο γαιοκτήμονα για να σημειώσουν την περίμετρο της εκτεταμένης περιουσίας του. Σύντομα, όμως, αυτή η διοικητική αποστολή θα μετατραπεί σ’ ένα αιματοβαμμένο κυνήγι των ιθαγενών της περιοχής.
Ο σκηνοθέτης δεν επιθυμεί να δημιουργήσει ένα συμβατικό γουέστερν αλλά να επανεξετάσει τους όρους με τους οποίους γίνεται, συνδυάζοντας ταυτόχρονα διάφορα άλλα κινηματογραφικά είδη, θέλοντας τελικά να σχολιάσει την αποικιοκρατία και την γενοκτονία των αυτόχθονων. Χωρίς καμία διάθεση να ωραιοποιήσει τις καταστάσεις παρουσιάζει με ωμό τρόπο τη βία, την εκμετάλλευση και τον αποικισμό της Χιλής από τους Ευρωπαίους. Με τη βοήθεια του εξαιρετικού διευθυντή φωτογραφίας Σιμόν Ντ’ Αρκάντζελο, ο οποίος κινηματογραφεί ένα σκληρό, αχανές τοπίο, εκμεταλλευόμενος το φυσικό φως κι αναδεικνύοντας την ομορφιά του τόπου –η οποία έρχεται σε αντίθεση με τις φρικαλεότητες που συμβαίνουν στην οθόνη–, αλλά και εκμεταλλευόμενος το πολύ καλό sound design και τη μουσική του Harry Allouche, που προσθέτουν στην ταινία σε συνδυασμό με τη φωτογραφία τη μυσταγωγική της ατμόσφαιρα, ο Γκάλβες ξεδιπλώνει στην οθόνη όλο το κινηματογραφικό ταλέντο του, παραδίδοντας μια ταινία που σε «στοιχειώνει» και ενώ θες να τραβήξεις το βλέμμα σου από πάνω της, δεν μπορείς.
Ο σκηνοθέτης με πολύ έξυπνο τρόπο παίρνει τη θεματική του γουέστερν και την αποδομεί, στήνοντας μια κινηματογραφική αφήγηση που οι «καουμπόηδες» δεν είναι θαρραλέοι τύποι που κυνηγάνε βουβάλια αλλά αιμοσταγείς δολοφόνοι που κυνηγάνε ανθρώπους αποζητώντας την εξάλειψή τους. Η ταινία έχει έναν πολυεπίπεδο σχολιασμό όχι μόνο πάνω στη γενοκτονία αλλά και τον εξαναγκασμό των ιθαγενών από τους άποικους/κατακτητές στην εργασία καθώς και την εξόντωση της ίδιας τους της φυλής. Ο Γκάλβες αφήνει την εικόνα να «μιλήσει», με έναν αργό αλλά καθόλου κουραστικό ρυθμό και παρουσιάζει, χωρίς κανένα δισταγμό, τη σκληρή πραγματικότητα του τότε, θέλοντας να θυμίσει τις θηριωδίες που τείνουν να ξεχαστούν μέσα από την επανεγγραφή της Ιστορίας από τους Δυτικούς.
Το νέο αγόρι (The New Boy, Αυστραλία, 2023, 116΄)
Σκηνοθεσία: Γουόρικ Θόρντον
Ηθοποιοί: Κέιτ Μπλάνσετ, Ασουαν Ριντ, Ντέμπορα Μέιλμαν
Ο Αυστραλός σκηνοθέτης Γουόρικ Θόρντον, είχε κερδίσει το βραβείο Ενα Κάποιο Βλέμμα το 2009 στις Κάνες με την ταινία «Σαμψών και Δαλιδά» (2009, 97΄), σκηνοθετεί την καινούργια του ταινία έχοντας στο πλευρό του την Κέιτ Μπλάνσετ που όχι μόνο πρωταγωνιστεί αλλά είναι και η παραγωγός.
Η ταινία διηγείται την ιστορία της Αδελφής Αϊλίν, που τη δεκαετία του 1940 στην Αυστραλία διευθύνει ένα οικοτροφείο για παιδιά Αβορίγινων. Ενα καινούργιο αγόρι φτάνει μέσα στη νύχτα, ένα παιδί που φαίνεται να έχει ξεχωριστές δυνάμεις, ωστόσο η πνευματική ζωή του παιδιού ως αυτόχθονα δεν συνδυάζεται με τον χριστιανισμό του οικοτροφείου και η μυστηριώδης δύναμή του γίνεται αντιληπτή ως απειλή. Η Αδελφή Αϊλίν πρέπει να επιλέξει ανάμεσα στις παραδόσεις της πίστης της και τη σωτηρία του αγοριού.
Ο Θόρντον αναλαμβάνει χρέη σκηνοθέτη, σεναριογράφου και διευθυντή φωτογραφίας, δημιουργώντας μια καθαρά στιλιζαρισμένη ταινία, με άψογη φωτογραφία και υπέροχα κινηματογραφικά πλάνα, προσπαθώντας να «γεμίσει» συμβολισμούς ένα σενάριο που δεν καταφέρνει να ξεφύγει όμως από το μελόδραμα. Η κινηματογραφική αφήγηση είναι ισχνή και ασαφής, κάτι που σίγουρα το επιδιώκει ο σκηνοθέτης, δημιουργώντας έτσι μια ταινία που έχει πολλαπλές ερμηνείες οι οποίες, όμως, χάνονται μέσα σε μια εναλλαγή όμορφων εικόνων χωρίς τελικά να υπάρχει ουσία. Η Κέιτ Μπλάνσετ δεν είναι τόσο καλή όσο θα περίμενε κανείς από μια ηθοποιό που μας έχει συνηθίσει σε πολύ καλές ερμηνείες, ενώ ο Ασουαν Ριντ ενσαρκώνει τον ρόλο του εξαιρετικά και μαζί με την εξαιρετική φωτογραφία είναι τα δυο προτερήματα της ταινίας.
Μινόρε (Ελλάδα, 2024, 111΄)
Σκηνοθεσία: Κωνσταντίνος Κουτσολιώτας
Ηθοποιοί: Νταβίντ Τούτσι, Δάφνη Αλεξάντερ, Απόλλων Μπόλλας, Νικόλας Μπράβος, Στέλιος Δημόπουλος, Μαρία-Νεφέλη Δούκα, Μελέτης Γεωργιάδης, Ιωάννης Χατζηγιάννης, Ελευθερία Κόμη, Χρήστος Κοντογεώργης, Μάκης Παπαδημητράτος
O Κωνσταντίνος Κουτσολιώτας («Ο χειμώνας») επιχειρεί να σκηνοθετήσει μια ταινία τρόμου, η οποία αντλεί έμπνευση από τον κόσμο του διάσημου συγγραφέα Χ. Φ. Λάβκραφτ, τοποθετώντας την στην Αθήνα και ενσωματώνοντας στοιχεία μαύρου χιούμορ, δράσης και ρεμπέτικης μουσικής.
Μια καυτή, καλοκαιρινή νύχτα, σε μια παραλία της Ελλάδας γεμάτη κόσμο που απολαμβάνει μουσική, φαγητό και χορούς, μια ομίχλη καλύπτει την περιοχή και παράξενα όντα πολιορκούν την πόλη. Μια παρέα μουσικών ενώνει τις δυνάμεις της με έναν χαμένο ναύτη που αναζητά τον αλλοπρόσαλλο Ελληνα πατέρα του, μια σερβιτόρα, έναν bodybuilder, τη γιαγιά τους, μερικούς ντόπιους εγκληματίες και έναν απέθαντο ιερέα και όλοι μαζί αντιστέκονται στους εισβολείς.
Η ταινία του Κουτσολιώτα από την αρχή μέχρι το τέλος δεν προσπαθεί να σε «κοροϊδέψει» ότι θα δεις κάτι άλλο παρά μια καλτ ταινία, που δεν παίρνει σοβαρά τον εαυτό της και προσπαθεί να αποτίνει φόρο τιμής στο σινεμά είδους «γεμίζοντάς» την με ελληνικά στοιχεία. Δυστυχώς όμως η όλη προσπάθεια «χάνεται» όσο η ώρα κυλάει, καθώς το σενάριο δεν καταφέρνει να κρατήσει μια στρωτή αφήγηση και έπειτα από ένα σημείο απλώς γίνεται «συρραφή» σκηνών χωρίς κάποιο ιδιαίτερο νόημα. Αξιόλογη δουλειά στον τομέα των visual effects και της κινηματογράφησης, αν και εκεί υπάρχει μια ανισορροπία ως προς την ποιότητα ανάμεσα σε διάφορες σκηνές. Οι περισσότεροι ηθοποιοί είναι πολύ καλοί στους ρόλους τους, ενώ η μουσική επένδυση είναι ένα από τα θετικά της ταινίας.
