Η παρακαταθήκη του Μιγιαζάκι, η πίστη του στον άνθρωπο κι ένα ποιητικό animation
Από τους πιο σημαντικούς καλλιτέχνες όλων των εποχών, ιδρυτής του γνωστού Studio Ghibli, o Ιάπωνας σκηνοθέτης κλείνει μια κινηματογραφική καριέρα πενήντα χρόνων με την ταινία «Το αγόρι και ο ερωδιός», που υμνεί την ειρήνη, χαρίζοντάς μας την ελπίδα ότι όλα μπορούν να αλλάξουν σε αυτό τον κόσμο, αρκεί να το επιλέξουμε
Το αγόρι και ο ερωδιός
(The boy and the heron, Ιαπωνία, 2023, 124’)
★★★★☆
● Σκηνοθεσία: Χαγιάο Μιγιαζάκι
● Με τις φωνές των: Σόμα Σαντόκι, Μασάκι Σούντα, Εμιόν, Γιοσίνο Κιμούρα
Eνας από τους πιο σημαντικούς καλλιτέχνες όλων των εποχών, ιδρυτής του γνωστού Studio Ghibli, o Ιάπωνας σκηνοθέτης anime Χαγιάο Μιγιαζάκι («Ταξίδι στη Χώρα των Θαυμάτων», «Το Κινούμενο Κάστρο») σκηνοθετεί, έπειτα από δέκα χρόνια απουσίας, το τελευταίο του animation (που σχεδόν εξυπακούεται ότι είναι ήδη υποψήφιο για Oσκαρ στη σχετική κατηγορία), κλείνοντας έτσι μια κινηματογραφική καριέρα πενήντα χρόνων.
Ο Μιγιαζάκι αφηγείται την ιστορία του Μάχιτο, ενός νεαρού αγοριού, η μητέρα του οποίου σκοτώνεται κατά τη διάρκεια του Πολέμου του Ειρηνικού. Ο πατέρας του, Σόιτσι (ιδιοκτήτης εργοστασίου πυρομαχικών), παντρεύεται την αδερφή της εκλιπούσας συζύγου του, Νατσούκο, και μετακομίζουν όλοι μαζί στο πατρικό της σπίτι, στην εξοχή. Εκεί ο Μάχιτο θα γνωρίσει έναν ερωδιό και μαζί θα διεισδύσουν σε έναν καινούργιο κόσμο, πολύ διαφορετικό από τον δικό μας.
Βασισμένος στις προσωπικές του εμπειρίες και τα παιδικά του χρόνια που σημαδεύτηκαν από την κόλαση του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου αλλά και την ήττα της Αυτοκρατορικής Ιαπωνίας, ο Μιγιαζάκι παραδίδει ένα έργο βαθιά ανθρώπινο, γεμάτο συμβολισμούς, που έχει ως κύριες θεματικές την απώλεια, τον πόνο, τη θλίψη και πώς ένα παιδί μπορεί να διαχειριστεί όλα τα παραπάνω νιώθοντας συνεχώς τη μητρική απουσία. Τοποθετώντας την ιστορία του, όπως συνηθίζει, στην εξοχή, με τη φύση να κυριαρχεί, ο σκηνοθέτης δημιουργεί το δικό του ξεχωριστό σύμπαν, όπου δύο κόσμοι συνυπάρχουν: ο κόσμος που γνωρίζουμε όλοι μας και μοιάζει να «εξαφανίζεται», λόγω του πολέμου, και ένας παράλληλος κόσμος «κρυμμένος» κάτω από την επιφάνεια του δικού μας. Ενας κόσμος διαφορετικά χτισμένος, όπου η μαγεία κυριαρχεί και κάτοικοί του είναι αλλόκοτα πλάσματα (ανθρωπόμορφοι παπαγάλοι, πελεκάνοι που μιλάνε). Ο Μάχιτο εισέρχεται σε αυτό το παράλληλο σύμπαν και, μέσω του ταξιδιού του, αποκτά φίλους, επουλώνει τις πληγές του και καταφέρνει να γνωρίσει καλύτερα τον εαυτό του.
Ο ιαπωνικός τίτλος της ταινίας, που μεταφράζεται στα αγγλικά «Πώς ζεις;» και είναι αναφορά στο ομότιτλο βιβλίο του Genzaburo Yoshino, συνοψίζει εξαιρετικά τη θεματική της και το ερώτημα που γεννάται μέσα από τα γεγονότα. Ενα ερώτημα που δεν αναφέρεται μόνο στο πώς ο Μάχιτο μπορεί να ζήσει χωρίς τη μητέρα του, αλλά πώς θα επιλέξει να ζήσει από εδώ και πέρα: θα ζήσει μια ζωή που η θλίψη και η απώλεια θα τον κατατρώει, διοχετεύοντας τον θυμό του στους γύρω του, ή θα πορευτεί προς τα μπροστά; Αναλύοντας περαιτέρω την ταινία και διεισδύοντας στα πολλαπλά επίπεδα που τη συνθέτουν, το ερώτημα του Μιγιαζάκι εκτείνεται πέρα από τον πρωταγωνιστή του. Είναι ένα ερώτημα πανανθρώπινο που έχει να κάνει με το πώς επιλέγουμε να ζήσουμε εμείς οι ίδιοι. Τι κόσμο θέλουμε να χτίσουμε ως άνθρωποι; Εναν κόσμο ειρηνικό που συνυπάρχουμε ή έναν κόσμο που επικρατεί η σύγκρουση, ο πόλεμος και η δυστυχία;
Η ταινία του Μιγιαζάκι, μέσα από το εξαιρετικά λεπτομερές σχέδιο, τα πολύχρωμα κάδρα του και την εξαιρετική μουσική του Τζο Χισαΐσι, αποτελεί ένα έργο πολύπλοκο, με διαφορετικές αναγνώσεις, που προσπαθεί να θέσει ερωτήματα χωρίς να δώσει άμεσες απαντήσεις αλλά ωθεί τον θεατή να αναρωτηθεί για τη ζωή του και ποιος είναι ο σκοπός της παρουσίας του σε αυτό τον πλανήτη. Το μόνο μελανό σημείο της ταινίας είναι η ανάγκη του σκηνοθέτη να «στριμώξει» πολλές θεματικές, δημιουργώντας το γνώριμο σύμπαν του, χωρίς όμως την απαραίτητη στιβαρή αφήγηση που συναντάμε στις προηγούμενες ταινίες του. Γι αυτό νιώσαμε κάποιες φορές ότι η ιστορία τρέχει πολύ γρήγορα, απλουστεύοντας μερικά αφηγηματικά στοιχεία. Ο Μιγιαζάκι «αποχαιρετά» το κοινό του με μια ταινία που υμνεί την ειρήνη, χαρίζοντάς μας, στο τέλος, την ελπίδα ότι όλα μπορούν να αλλάξουν σε αυτό τον κόσμο, αρκεί να το επιλέξουμε.
Μην περιμένετε και πολλά από το τέλος του κόσμου
(Do not expect too much from the end of the world, Ρουμανία, 2023, 163’)
★★★☆☆
● Σκηνοθεσία: Ράντου Ζούντε
● Ηθοποιοί: Ιλινκα Μανολάτσε, Νίνα Χος, Ούβε Μπολ
Ο Ρουμάνος σκηνοθέτης Ράντου Ζούντε, ο οποίος το 2021 κέρδισε τη Χρυσή Αρκτο στο Φεστιβάλ Βερολίνου με την ταινία «Ατυχές πήδημα ή παλαβό πορνό», επανέρχεται σκηνοθετώντας μια σουρεαλιστική και αιχμηρή σάτιρα, που αφηγείται σε δύο μέρη την ιστορία της Αντζελας, μιας καταπονημένης και κακοπληρωμένης σκηνοθέτριας που διασχίζει όλο το Βουκουρέστι, για να κάνει το κάστινγκ για ένα εταιρικό βίντεο που έχει ως θέμα την ασφάλεια στην εργασία –καθήκον που της ανατέθηκε από μια πολυεθνική εταιρεία. Οταν ένας από τους συνεντευξιαζόμενους αποκαλύπτει την ευθύνη της εταιρείας για το ατύχημά του, ξεσπά ένα σκάνδαλο.
Ο Ζούντε παραδίδει ένα φιλμικό κολάζ, «ανακατεύοντας» λογοτεχνικά αποφθέγματα και σινεφίλ αναφορές, δημιουργώντας ένα σύγχρονο δοκίμιο, που προσπαθεί να εξερευνήσει διάφορες θεματικές, όπως ο ρατσισμός, οι επιπτώσεις του άκρατου καπιταλισμού και η επιρροή των social media. Χρησιμοποιώντας πολλά αφηγηματικά εργαλεία (ακόμα και βίντεο από Tik-Tok και Zoom), ο σκηνοθέτης «αδιαφορεί» για τη συνοχή της ταινίας του, παίζοντας πολλές φορές με την υπομονή και τα όρια του θεατή, επιχειρώντας, μέσα από την ιδιαίτερη αφηγηματική του φόρμα, να στηλιτεύσει τις κοινωνίες στις οποίες ζούμε.
Αυτή η προσέγγισή του γεννά, όντως, ένα σινεμά που τραβάει το βλέμμα και με έναν τρόπο δημιουργεί μια νέα φόρμα αφήγησης, που εκπέμπει μια δόση φρεσκάδας, καθώς τα αφηγηματικά του εργαλεία μοιάζουν τόσο αληθινά και οικεία (ιδιαίτερα στις νέες γενιές). Επιλέγει, επιπλέον, να ασκήσει κοινωνική κριτική με έναν ακραίο, παράλογο τρόπο, ο οποίος όμως λειτουργεί, γιατί, μέσα από αυτόν τον κινηματογραφικό παραλογισμό, αναγνωρίζουμε τον σύγχρονο κόσμο μας. Τελικά, καταλήγουμε να σκεφτούμε ότι υπάρχει μια λογική αφηγηματική συνέχεια στο έργο του Ζούντε, κάτι που γεννά φόβο μέσα μας, καθώς το παράλογο στις ταινίες του (και όχι μόνον) μοιάζει απολύτως λογικό.
Πλάνο 75
(Plan 75, Ιαπωνία, Γαλλία, Φιλιππίνες, Κατάρ, 2022, 112’)
● Σκηνοθεσία: Τσι Χαγιακάουα
● Ηθοποιοί: Τσιέκο Μπάισο, Χαγιάτο Ισομούρα, Στεφανί Αριάν, Γιουούμι Καγουάι, Τάκα Τακάο
Σε μια δυστοπική Ιαπωνία, το κυβερνητικό πρόγραμμα «Πλάνο 75» παροτρύνει τους ηλικιωμένους πολίτες, άνω των 75, να επιλέξουν οικειοθελώς την ευθανασία ως λύση στο πρόβλημα μιας ολοένα και πιο γερασμένης κοινωνίας, στην οποία συνεχώς αυξάνονται τα εγκλήματα μίσους με θύματα γέρους. Η πρώτη μεγάλου μήκους της Τσι Χαγιακάουα, που απέσπασε Ειδική μνεία καλύτερου ντεμπούτου της επιτροπής για τη Χρυσή Κάμερα στο Φεστιβάλ Κανών και στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης κέρδισε τον Χάλκινο Αλέξανδρο (Ειδικό βραβείο της Κριτικής Επιτροπής για Καλύτερη Σκηνοθεσία).
Αργκαϊλ (Argylle, ΗΠΑ, 2024, 139’)
● Σκηνοθεσία: Μάθιου Βον
● Ηθοποιοί: Μπράις Ντάλας Χάουαρντ, Σαμ Ρόκγουελ, Χένρι Καβίλ, Τζον Σίνα, Αριάνα ΝτεΜπόουζ, Ντούα Λίπα, Μπράιαν Κράνστον
Η Ελι Κόνγουεϊ είναι μια μοναχική συγγραφέας μιας επιτυχημένης σειράς κατασκοπικών μυθιστορημάτων, με πρωταγωνιστή τον μυστικό πράκτορα Αργκαϊλ. Η ζωή της αλλάζει ξαφνικά, όταν οι ιστορίες της αρχίζουν να συμβαίνουν στην πραγματική ζωή, καθώς μια αληθινή μυστική οργάνωση δρα με τον τρόπο που η ίδια φαντάστηκε στα βιβλία της. Ετσι, η Ελι αναγκάζεται να αποχαιρετήσει τα ήσυχα απογεύματα και τη θαλπωρή του σπιτιού της και να ακολουθήσει τον αληθινό κατάσκοπο Αϊντεν σε έναν αγώνα ζωής και θανάτου. Ενα ιδιαίτερο κατασκοπικό θρίλερ, με την υπογραφή του Μάθιου Βον, σκηνοθέτη των ταινιών «Kingsman: Η μυστική υπηρεσία» και «Kick-Ass».
Υποπτος (Accused, Ηνωμένο Βασίλειο, 2023, 78’)
● Σκηνοθεσία: Μπάρναμπι Μπούλτον, Τζέιμς Κάμινγκς
● Ηθοποιοί: Σανέιλ Κουλάρ, Λόριν Αζούφο, Νίτιν Γκανάτρα
Αφού βρίσκεται να κατηγορείται λανθασμένα ως ύποπτος βομβιστής, σε μια κοινωνία με εμμονή για εκδίκηση, ένας νεαρός άνδρας πρέπει να επιβιώσει τη νύχτα, καθώς το διαδικτυακό κυνήγι μαγισσών φτάνει στην εξώπορτά του.
