Σοφία Ζαράρη*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Πολύς λόγος γίνεται τις τελευταίες ημέρες για την καινούργια ταινία ‘Poor Things’ του Γιώργου Λάνθιμου που προβάλλεται στους κινηματογράφους.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, πέραν του βασικού ερωτήματος αναφορικά με την αυτούσια καλλιτεχνική αξία της ταινίας, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η αντίδραση του εγχώριου κοινού, κυρίως απέναντι στο πρόσωπο του ίδιου του σκηνοθέτη.

Από την πρώτη κιόλας ημέρα προβολής της ταινίας, το ‘Poor Things’ κατάφερε εκτός των άλλων, να διχάσει το ελληνικό κοινό. Το παράδοξο εδώ είναι πως άνθρωποι οι οποίοι δεν έχουν καν παρακολουθήσει την συγκεκριμένη ταινία -ενδέχεται να μην έχουν δει καμία απολύτως ταινία του Λάνθιμου μέχρι σήμερα- εκφέρουν αρνητική άποψη και μάλιστα με ιδιαίτερη ένταση και πάθος.

Κονταροχτυπιούνται με τον διπλανό τους καθημερινά, αν ο Λάνθιμος αντιγράφει ταινίες άλλων μεγάλων σκηνοθετών, αν τα σενάρια του είναι εξίσου κι εκείνα ‘κλεμμένα’, αν είναι περισσότερο διαφημιστής απ’ ότι σκηνοθέτης, αν έχει απαρνηθεί την ελληνική του ταυτότητα εφόσον ζει και εργάζεται στο εξωτερικό, αν το βιβλίο στο οποίο βασίζεται η εν λόγω ταινία έχει μεταφερθεί με συνέπεια και σεβασμό στην μεγάλη οθόνη ή έχει αλλοιωθεί δραματικά στα χέρια του, αν το θέμα που πραγματεύεται η ταινία είναι χιλιοειπωμένο, αν, αν, αν…, χίλια δυο ‘αν’ που σε τελική ανάλυση αμφισβητούν ευθέως την αξία του σύγχρονου Έλληνα δημιουργού και κατ’ επέκταση της ίδιας της ταινίας, η οποία κατάφερε λίαν προσφάτως να αποσπάσει δυο διακρίσεις στην 81η τελετή για τις Χρυσές Σφαίρες 2024.

Η σκέψη μας οδηγεί πιθανά στην υπόθεση πως εκεί ακριβώς μπορεί να βρίσκεται η ρίζα του κακού, στο γεγονός δηλαδή πως ο Λάνθιμος είναι Έλληνας, εξού και τον ακολουθεί η κατάρα του διχασμού. Αναρωτιέται κανείς, αν ο διακεκριμένος σκηνοθέτης θα ξεσήκωνε τόσες αρνητικές αντιδράσεις, αν δεν ήταν ένας από εμάς. Έτσι λοιπόν, ενώ είναι Έλληνας, μια μεγάλη μερίδα κόσμου δεν νοιώθει ούτε στο ελάχιστο την χαρά και την περηφάνεια πως ένα δικό μας παιδί κατάφερε με όπλα του το πάθος, την εργατικότητα και το ταλέντο να προοδεύσει και να ακουστεί σε ολόκληρο τον κόσμο.

Αμέτρητες είναι οι φορές, σε αυτήν εδώ την χώρα που ζούμε, ο φθόνος που θρέφουμε στα σπλάχνα μας για όποιον ξεχωρίζει από τον μέσο όρο, να ψάχνει συνειδητά – ασυνείδητα τέτοιου μεγέθους αφορμές για να φουντώσει ξανά. Παρέα μαζί με τον φθόνο, την ίδια στιγμή θεριεύουν και τα συμπλέγματα του Έλληνα που κατά βάση θεωρεί τον εαυτό του ‘υπό’, που νοιώθει ανά πάσα ώρα πως κάποιος επιθυμεί το κακό του, που αισθάνεται να αδικείται μονίμως κατάφορα ενώ αξίζει πραγματικά, με αποτέλεσμα να μην μπορεί τελικά να σηκώσει κεφάλι και να προοδεύσει.

Ένα ενήλικο μάτι είναι ικανό ίσως να αντιληφθεί πως η λογική σε αυτό το σημείο πηγαίνει χέρι-χέρι με τον παραλογισμό και η αλήθεια παρέα με την υπερβολή που καταλήγει να καταστεί πεποίθηση και ιδιοσυγκρασία. Poor things, όπως θα λέγαμε εις την Αγγλικήν.

Αδιαμφισβήτητα στη χώρα μας, άνθρωποι που αξίζουν πραγματικά παραμένουν στα αζήτητα και άλλοι πάλι πολλοί που δεν πληρούν αντικειμενικά τις προϋποθέσεις, δεν διαθέτουν το ταλέντο και τα ανάλογα προσόντα, λόγω του χαρακτήρα τους, έχουμε δει να προχωρούν και μάλιστα να διακρίνονται.

‘Παν μέτρον άριστον’, η διαχρονική ρήση των αρχαίων προγόνων μας. Στην περίπτωση αυτή το μέτρο ορίζεται μέσα από την αυτογνωσία, την επίγνωση, την γνώση εν γένει.

Ποιος είμαι, ποιες οι δυνατότητες μου και ποιες οι αδυναμίες μου, σε τι υπερέχω και που υστερώ, ποιόν έχω απέναντι μου…

Πριν αποφασίσουμε λοιπόν να βγάλουμε το εισιτήριο μας για την καινούργια ταινία του Λάνθιμου που καλπάζει με φόρα προς τα Όσκαρ, ας κοιταχτούμε ειλικρινά στον καθρέφτη. Τα υπόλοιπα επί της μεγάλης οθόνης…

*Εικαστικός