Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Γεννημένη στην Τεχεράνη, μεγαλωμένη στην Αυστραλία, η Νούρα Νιασάρι είναι συγγραφέας, σκηνοθέτρια, παραγωγός και συνιδρύτρια της Parandeh Pictures. Η πρώτη της μεγάλου μήκους ταινία «Shayda» έκανε πρεμιέρα στο Διεθνές Διαγωνιστικό τμήμα του Φεστιβάλ Sundance 2023, όπου κέρδισε το πολυπόθητο Βραβείο Κοινού.

Τέσσερις ερωτήσεις στη Νούρα Νιασάρι:

 Η ταινία σου βασίζεται σε αναμνήσεις και γεγονότα που έχετε βιώσει εσύ και η μητέρα σου. Πώς διαχειρίστηκες τα συναισθήματά σου κατά τη διάρκεια της συγγραφής του σεναρίου και στα γυρίσματα, καθώς αναπόφευκτα ξαναέζησες τις εμπειρίες/αναμνήσεις που είχες ως παιδί;

Το πρώτο βήμα ήταν να συμπεριλάβω τη μητέρα μου στη διαδικασία της δημιουργίας της ταινίας. Τη χρειαζόμουν ώστε να με βοηθήσει να θυμηθώ. Οπότε της ζήτησα να γράψει τα απομνημονεύματά της, το οποίο το έκανε για έξι μήνες και αυτό ήταν το πιο δύσκολο για εκείνη συναισθηματικά.

Δούλευα τρία χρόνια το σενάριο ενώ παράλληλα έκανα ψυχοθεραπεία. Ο επιμελητής του σεναρίου μου ήξερε πώς να με βοηθήσει να μείνω συγκεντρωμένη στη δουλειά μου και μαζί με τους εξαιρετικούς παραγωγούς μου αντιμετώπισα τα όποια θέματα εμφανίζονταν. Ετσι όταν ήρθε η ώρα των γυρισμάτων είχα καταφέρει να αποστασιοποιηθώ περισσότερο.

Επίσης στα γυρίσματα δεν είσαι μόνη, υπάρχει κι άλλος κόσμος, το συνεργείο, οι ηθοποιοί, είναι μια συλλογική εργασία. Φυσικά μπορούσα να σκηνοθετήσω αλλά κάποιες φορές, επειδή ήταν τόσο καλές οι ερμηνείες, γυρνούσα πίσω στις αναμνήσεις μου. Ηταν σαν να ζούσα μια διπλή ζωή ανάμεσα στο να διαχειριστώ το τραύμα μου και να σκηνοθετήσω την πρώτη μου μεγάλου μήκους ταινία. Ακόμη, είχα τον κανόνα να μη βρίσκεται η μητέρα μου στα γυρίσματα επειδή ήθελα να δημιουργήσω μια μεγαλύτερη απόσταση, να τραβήξω μια γραμμή ανάμεσα στο τι συμβαίνει στην πραγματικότητα και το τι συμβαίνει στην ταινία. Οι ηθοποιοί κι εγώ ήμασταν πολύ ειλικρινείς μεταξύ μας για το τι περνάμε και καταφέραμε να κρατήσουμε χώρο ο ένας για τον άλλον.

Το post-production ήταν λιγότερο δύσκολο. Η μοντέρ μου με βοήθησε να βγω από την κατάθλιψη, και λόγω των γεγονότων στο Ιράν (σ.σ.: 19 Σεπτεμβρίου 2022, διαδηλώσεις στο Ιράν για τον θάνατο της Μαχσά Αμινί), βρήκαμε το κίνητρο που μας ώθησε να τελειώσουμε πιο γρήγορα την ταινία. Πήρα μια καινούργια ενέργεια από τη Μαχσά Αμινί και τις γυναίκες του Ιράν και ήταν όλο αυτό μια πρόκληση για μένα.

 Η ταινία έχει δύο εξαιρετικές ερμηνείες από τις Ζαρ Αμίρ Εμπραχίμι (Σάιντα) και Σελίνα Ζαχέντια (Μόνα) που παίζουν τη μητέρα και την κόρη αντίστοιχα. Ο δεσμός τους είναι τόσο αληθινός που μοιάζει σαν να είναι όντως μητέρα και κόρη. Πώς κατάφερες να αποκτήσουν οι ηθοποιοί αυτόν τον δεσμό;

Πιστεύω ότι μεγάλο ρόλο έπαιξε η σωστή επιλογή των ηθοποιών. Είχα από την αρχή μια αίσθηση ότι θα «συνδεθούν» και είχα περίπου οκτώ εβδομάδες να προετοιμαστώ με τη Σελίνα, που υποδύεται τη Μόνα, με μικρά εργαστήρια υποκριτικής κάθε Σαββατοκύριακο πριν έρθει η Ζαρ. Με αυτόν τον τρόπο την προετοίμασα για το γύρισμα όσον αφορά την εύρεση των συναισθημάτων της, ώστε να νιώθει ασφαλής και να μην εκτεθεί σε κάποια τραυματική εμπειρία κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων. Επίσης όλη αυτή η διαδικασία τής έδωσε αυτοπεποίθηση.

Οταν έφτασε η Ζαρ, αμέσως «δεθήκανε». Πριν βρεθούν, αντάλλασσαν μικρά δώρα από μακριά. Αφού βρεθήκανε από κοντά ήταν έρωτας με την πρώτη ματιά. Αμέσως επικοινωνήσανε και παίζανε παιχνίδια, βάφανε τα νύχια η μια της άλλης. Και όλα αυτά δείχνουν πόσο «ανοιχτή» ήταν και πόσο ήθελε η Ζαρ να παίξει τον ρόλο της μητέρας.

Η Σελίνα φυσικά ήταν η χαρά της ζωής, τα πήγαινε καλά με όλους. Ηταν πολύ δημοφιλής στα γυρίσματα και είναι πραγματικά ένα χαρισματικό παιδί. Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων ήταν συνέχεια μαζί, τις έβλεπα που έπαιζαν κάποιο παιχνίδι και ξεκίναγα να τραβάω, προσπαθώντας να καταγράψω την ουσία που είχε η σχέση τους. Υπάρχει μια θολή γραμμή ανάμεσα στους χαρακτήρες που υποδύονται και τους πραγματικούς εαυτούς τους, κάτι που επιτεύχθηκε με τις πρόβες και κυρίως με κάποια παιχνίδια υποκριτικής και όχι τόσο με πρόβες συγκεκριμένων σκηνών.

 Η ταινία σου ισορροπεί τόσο καλά μεταξύ των στενάχωρων σκηνών και των χαρούμενων! Πώς κατάφερες να βρεις αυτή την ισορροπία;

Δεν ήταν εύκολο. Προσπαθούσα συνεχώς να βρω αυτή την ισορροπία: πόσο σημαντικό είναι η ταινία να έχει την αίσθηση της ελπίδας. Μια πρώτη βοήθεια ήταν όταν αποφάσισα να εξελίσσεται η ιστορία κατά τη διάρκεια της Ιρανικής Πρωτοχρονιάς.

Η εύρεση της ισορροπίας ήταν κάτι που έγινε ουσιαστικά την ώρα της συγγραφής αλλά και όταν γυρίζαμε ή κάναμε μοντάζ πάντα σκεφτόμασταν πώς μπορούμε να βάλουμε στοιχεία χαράς, διασκέδασης, σε μια ταινία που έχει άσχημες στιγμές λόγω της κατάστασης που βιώνουν η μητέρα και το παιδί.

Ακόμα και με τα κοστούμια, είχα πολλές συναντήσεις με την ενδυματολόγο και αποφασίσαμε να έχουμε περισσότερα ρούχα με χρώμα για τους περισσότερους χαρακτήρες, ειδικά για τη Σάιντα και τη Μόνα. Το ίδιο ισχύει και για το σκηνογραφικό, θέλαμε το καταφύγιο να είναι ένα ζεστό μέρος. Φυσικά και στη σκηνή όπου λαμβάνει χώρα το φεστιβάλ, όπου πηδάνε τις φωτιές, υπάρχουν πολύ χρώμα και φως. Αυτό το αποτέλεσμα ήρθε λόγω των επιλογών που είχα κάνει στην αρχή, στην προετοιμασία της ταινίας, και το αποτέλεσμα εν τέλει ήταν όντως ισορροπημένο.

 Κέρδισες το Βραβείο Κοινού στο Sundance. Πώς νιώθεις που η ταινία σου, η ιστορία που αφηγείσαι, κέρδισε την προσοχή του κοινού;

Ηταν ένα όνειρο που έγινε πραγματικότητα να κάνει η ταινία πρεμιέρα στο Φεστιβάλ Sundance. Ουσιαστικά τελειώσαμε την ταινία μία βδομάδα πριν από το φεστιβάλ και ήταν σπάσιμο νεύρων γιατί δεν είχα δείξει την ταινία σε κοινό. Ηταν η πρώτη φορά. Είχα κατακλυστεί από συναισθήματα, γιατί ήμουν ανάμεσα στο κοινό και το ένιωθα να το συνεπαίρνει η ταινία, να γελάει, να κλαίει σε σκηνές που είχαμε την προσμονή να συμβεί κάτι τέτοιο.

Ενιωσα ότι συνδέθηκαν με εκείνη την προβολή αλλά μετά έγιναν άλλες εφτά προβολές και κάθε φορά υπήρχαν άνθρωποι που γελάγανε, κλαίγανε. Και ήταν κάτι απρόσμενο πόσοι άνθρωποι με διαφορετική κοινωνική καταγωγή, ηλικία, διαφορετικό φύλο συνδέθηκαν με την ταινία. Υπήρχαν μεγάλοι σε ηλικία άντρες που κλαίγανε και ήταν κάτι πολύ υπέροχο.

Το να κερδίσω λοιπόν το Βραβείο Κοινού ήταν μεγάλη τιμή γιατί μου επιβεβαίωσε ότι η ιστορία που αφηγούμαι είναι κάτι περισσότερο από μένα και τη μητέρα μου, είναι μια ιστορία που αφορά όλο τον κόσμο. Κάποιοι από το κοινό μού είπαν ότι έχουν παρόμοια βιώματα και δεν είχαν βρει τρόπο να τα εκφράσουν παρά μόνο όταν είδαν την ταινία.