Τον λένε Φρανσέσκ Γκάι Πουτζ στα καταλανικά. Εχει κρατήσει το Σεσκ (από το Φρανσέσκ) Γκάι ώστε να είναι πιο εύκολο. Ο Ισπανός σκηνοθέτης είναι ήδη δημοφιλής παγκοσμίως και από τους πιο αγαπητούς στη χώρα του, έχει ήδη κερδίσει το βραβείο Γκόγια για την ταινία «Τρούμαν» και έχει κάνει μεγάλες επιτυχίες, που έχουν μεταφερθεί και στο θέατρο («Γείτονες από πάνω» κ.ά.).
Ο ίδιος βρέθηκε στην Αθήνα, καθώς η νέα κωμωδία του «Αυτά που δεν λέγονται» προβλήθηκε στο πλαίσιο του πρόσφατου Φεστιβάλ Ισπανόφωνου Κινηματογράφου και από χθες παίζεται στα σινεμά: πρόκειται για μια σπονδυλωτή κομεντί, μια κωμωδία καταστάσεων, όπου ζευγάρια και φίλοι μπλέκονται ανάμεσα σε κρυφές επιθυμίες και φανερές γκάφες, με απρόσμενα αποτελέσματα, που βγάζουν γέλιο ειδικά σαν προκύπτει το… αυτονόητο!
«Γράφω όλα τα σενάριά μου στα καταλανικά», μας λέει σαν τον ρωτάμε. «Είναι η μητρική μου γλώσσα και μου είναι πιο εύκολο. Ειδικά όταν θέλεις να γράψεις με χιούμορ, ειρωνεία και σάτιρα, τότε πρέπει να μπορείς να εκφραστείς άμεσα και με άνεση. Οπότε, αρχικά γράφω στα καταλανικά και μετά κάνω τη μετάφραση στα ισπανικά – όταν το είπα αυτό σε Ισπανούς δημοσιογράφους στη Μαδρίτη, δεν με πίστεψαν. Αλλά είναι η αλήθεια». Μας κάνει εντύπωση αυτό που μας είπε, πως δεν τον πίστεψαν οι δημοσιογράφοι, κι επιμένουμε: «Στην Ισπανία είναι δύσκολο να φανταστούν πως μία ισπανική ταινία μπορεί να έχει γραφεί σε μια άλλη γλώσσα», μας λέει. «Δεν καταλαβαίνουν πως εγώ κάνω μια ισπανόφωνη ταινία στην Ισπανία μεν, αλλά φαντάζομαι τους χαρακτήρες και την πλοκή στα καταλανικά.
Η γλώσσα δεν είναι μόνο λέξεις. Γλώσσα είναι και ο τρόπος σκέψης. Η γλώσσα επηρεάζει τον τρόπο σκέψης, δημιουργίας και τη φαντασία. Υπάρχουν φιλμ γυρισμένα στα καταλανικά, ωστόσο είναι πολύ λίγα και προβάλλονται κυρίως σε Φεστιβάλ, όπως έγινε στην Μπερλινάλε. Αυτό που γίνεται συνήθως είναι να μεταγλωττίζονται στα ισπανικά, και πραγματικά δεν θα μπορούσα προσωπικά να το αντέξω αυτό – οι ηθοποιοί μου θα με σκότωναν! Οπότε σκέφτομαι και γράφω στα καταλανικά, μεταφράζω και κάνω ταινίες στα ισπανικά».
«Βέβαια, υπάρχουν κωμωδίες όπου υπάρχει ένας Καταλανός κι ένας Ισπανός και φυσικά έχουμε και τους Βάσκους και μπορείς να “παίξεις” με όλα αυτά και να βγει γέλιο», συνεχίζει. «Υπάρχει και η ταινία “Οκτώ καταλανικά επίθετα” (σ.σ. στα ελληνικά κυκλοφόρησε ως “Ερωτας α λα καταλανικά”) της οποίας είχε προηγηθεί η κωμωδία “Οκτώ βασκικά επίθετα” (2014) του ίδιου σκηνοθέτη, του Εμίλιο Μαρτίνεθ-Λαζάρο, που είχαν και οι δύο μεγάλη επιτυχία. Κάποια χρόνια πριν, ήταν πράγματι θέμα ταμπού και οι Καταλανοί και οι Βάσκοι. Τώρα όμως όχι και τόσο…».
Στην ταινία του, μια κωμωδία καταστάσεων, ζευγάρια μπλέκουν μεταξύ τους, μη θέλοντας να εκφράσουν αυτό που πραγματικά επιθυμούν, λειτουργώντας μέσα σε καταστάσεις που βγάζουν μεν γέλιο, αλλά στο βάθος κρύβουν μία πολύ απτή τραγικότητα: την αλήθεια του ότι δεν τολμάμε να δούμε και να πούμε την αλήθεια μας. «Η υποκρισία είναι δομικό συστατικό της κωμωδίας. Στον κινηματογράφο έστω», σχολιάζει ο σκηνοθέτης. «Ωστόσο η υποκρισία είναι παντού γύρω μας, κυρίως στην πολιτική: αυτές τις μέρες έχουμε δημοτικές εκλογές στη Βαρκελώνη. Και όλοι λένε ψέματα. Ολοι ανεξαιρέτως! Μου έχει τύχει να μου πουν: “ψήφισέ με και θα πάει πολύ καλά η ταινία σου”. Γελάω!
Πραγματικά είναι για γέλια και για κλάματα το τόσο ψέμα. Θα ήθελα να κάνω μια ταινία μόνο με αυτό το θέμα, αλλά φοβάμαι ότι δεν θα είναι “αληθοφανής” (γελάει και πάλι). Ολοι προσπαθούν να σου “πουλήσουν” κάτι. Αντιμετωπίζουν τον πολίτη ως καταναλωτή. Φαντάζεσαι έναν καλλιτέχνη να κάνει το ίδιο; Προφανώς η τέχνη είναι ένα μεγάλο χρηματιστήριο, αλλά ο Βαν Γκογκ, που ένας του πίνακας τώρα κάνει εκατομμύρια, δεν ζωγράφιζε με “καταναλωτικά” κριτήρια. Είναι απίστευτο αυτό που συμβαίνει και το πιο θλιβερό είναι πως έχει κοινό».
«Οπότε, έχουν και οι πολίτες ευθύνη;» τον ρωτάμε. «Προφανώς», απαντά. «Ο κόσμος είναι φοβισμένος τώρα. Δεν ήταν πάντα έτσι. Τώρα είναι. Φοβάται με έναν μη λογικό φόβο, τρέμει μήπως χάσει και αυτά τα λίγα που έχει, ενώ ξέρει πολύ καλά ότι είναι βέβαιο πως θα τα χάσει αυτά και ακόμα περισσότερα, αν σκέφτεται συντηρητικά. Φοβάται τους ξένους, επιθυμεί μια ασφάλεια έστω και ως ψευδαίσθηση (γιατί αυτό προσφέρουν τα περισσότερα κόμματα), θέλει να προστατεύσει μόνο τα δικά του: τα παιδιά του, την οικογένειά του, την όποια ιδιοκτησία του. Στη Βαρκελώνη είχαμε την υπέροχη δήμαρχο Αδα Κολάου, η οποία έκανε πολύ καλό στην πόλη, αλλά είναι ήδη 8 χρόνια και οι άνθρωποι, δίχως κανέναν λόγο, πιστεύω πως θα θελήσουν κάτι άλλο, ακόμα κι αν είναι χειρότερο. Ειδικά στην Ισπανία, επειδή καταφέραμε τα τελευταία χρόνια και ζούμε πιο ποιοτικά, πλέον οι άνθρωποι δεν είναι ευχαριστημένοι με αυτούς που τους έδωσαν αυτή τη δυνατότητα, αλλά συντηρητικοποιούνται από φόβο μη χάσουν αυτά που απέκτησαν – μιλάμε για τρέλα! Από τη μία, αν είσαι καλός σε βαριούνται, από την άλλη, όμως, φοβούνται και τις αλλαγές – δεν είναι αυτό μία παραφροσύνη; Ορίστε, μόλις φτιάξαμε μία ταινία!… Δεν μ’ αρέσει η πολιτική, ωστόσο τώρα γράφω μία σειρά όπου μία από τις ηρωίδες είναι πολιτικός. Μ’ αρέσουν τα φιλμ με πολιτικούς», καταλήγει.
Προς το τέλος, τον ρωτάμε αν πιστεύει πως υπερβάλλει στις ταινίες του ως προς τις διαπροσωπικές σχέσεις: «Καθόλου. Τα πράγματα είναι ακριβώς όπως τα παρουσιάζω. Και ξέρεις γιατί υπάρχουν όλα αυτά τα προβλήματα στις σχέσεις; Γιατί μας έχουν βάλει σε ρόλους από μικρά παιδιά: οι άντρες δεν κλαίνε – οι γυναίκες κουτσομπολεύουν – οι άντρες πρέπει να είναι δυνατοί – οι γυναίκες είναι αναλώσιμες. Αυτά μας μαθαίνουν. Ακόμα. Ετσι μεγαλώνουμε και όλο αυτό είναι λάθος… Ευτυχώς υπάρχει το χιούμορ. Ευτυχώς! Μέσω αυτού μπορούμε να “σχολιάζουμε” και να παρουσιάζουμε ένα άλλο παράδειγμα, δίχως να γινόμαστε διδακτικοί. Και αυτό είναι πολύ σπουδαίο πράγμα».
