Το μυστικό της Μαντλίν Κόλινς (Madeleine Collins, Γαλλία, 2021, 102΄)
★★½☆☆
● σκηνοθεσία: Αντουάν Μπαρό
● ηθοποιοί: Βιρζινί Εφιρά, Κιμ Γουτιέρεθ, Μπρουνό Σαλομόν
Ενα σκοτεινό θρίλερ –ή οικογενειακό δράμα;– χτίζει ο Αντουάν Μπαρό τού «Le Dos Rouge», επενδύοντας κυρίως στη λάμψη και τον μαγνητισμό της Βιρζινί Εφιρά που επιλέγει για πρωταγωνίστρια.
Η Ζουντίτ βρίσκεται διαρκώς σε κίνηση: ως διερμηνέας, από δουλειά σε δουλειά. Από την Ελβετία, όπου ζει με τον άντρα της, τον Μελβίλ, και τα δυο παιδιά τους, στη Γαλλία, όπου οι άνθρωποί της τη φωνάζουν Μαργκό, ο Αμπντέλ συμπεριφέρεται ως άντρας της κι η μικρή Νινόν ως κόρη της. Τι μυστικά κρύβει η ζωή της Ζουντίτ και για πόσο καιρό θα μπορέσει να τα προφυλάξει;
Ο Μπαρό αγκαλιάζει το ζεστό σκοτάδι των φορμαλιστικών, σέξι ταινιών του Μπράιαν Ντε Πάλμα και την αγωνία που, α λα Αλφρεντ Χίτσκοκ, χτίζεται γύρω από τον εγκλωβισμό μιας γυναίκας ηρωίδας σε ένα ψέμα. Δυο εξαιρετικές αναφορές, στις οποίες ο Μπαρό μόνο εν μέρει ανταποκρίνεται, καθώς το σενάριό του προοδευτικά εκτροχιάζεται, ξεπερνά το όριο της πειστικότητας ή της ψυχαναλυτικής αληθοφάνειας, που έδινε στις ταινίες του μετρ σημείο ταύτισης και αληθινό σασπένς. Κέρδος της ταινίας ότι στηρίζεται ολόκληρη (και μια δεύτερη φορά!) στους ώμους της Βιρζινί Εφιρά που, με τα χρόνια, αποδεικνύει πως είναι όχι μόνο ένα πανέμορφο πρόσωπο με παιδικότητα μαζί και μυστήριο, αλλά και μια εξαιρετική ηθοποιός με γκάμα και τόλμη.
Η χαμένη σκηνή (Yi miao zhong, Κίνα, 2020, 104΄)
★★½☆☆
● σκηνοθεσία: Ζανγκ Γιμού
● ηθοποιοί: Γι Ζανγκ, Χάοσουν Λιου, Γουέι Φαν
Στην Κίνα της Πολιτιστικής Επανάστασης, σ’ ένα μικρό χωριό, ο κόσμος περιμένει να δει –πάλι, μια και μόνο αυτήν επιτρέπουν οι Αρχές– το «Ηρωικοί γιοι και κόρες» στο περιοδεύον σινεμά του Κυρίου Ταινία! Μόνο που η κόπια δεν είναι πλήρης. Ενα μικρό κορίτσι, ένα χαμίνι με το όνομα Λιου, έχει κλέψει μια μπομπίνα για να την πουλήσει ως σελιλόζη και να βγάλει δυο δεκάρες. Ο Ζανγκ, που μόλις έχει αποδράσει από τη φυλακή, κυνηγά το κορίτσι και την μπομπίνα, γιατί πιστεύει ότι στα καρέ της κρύβεται κάτι που θεωρεί ζωτικό για τον ίδιο. Κι ο Κύριος Ταινίας αναζητά τη χαμένη πράξη, για να μπορέσει να παρουσιάσει στο φιλοθέαμον κοινό ολόκληρη αυτή την ωραία ταινία προπαγάνδας!
Ο Ζανγκ Γιμού ετοιμάζει, με στοργή, απλότητα και λατρεία, μια απ’ αυτές τις ταινίες που με μπανάλ τρόπο αποκαλούμε «ερωτική επιστολή στο σινεμά», αλλά είναι. Κι επιπλέον είναι μια τρυφερή αναφορά στα πρώτα κινηματογραφικά χρόνια, στις κωμωδίες του Μπάστερ Κίτον και του Τσάρλι Τσάπλιν, αλλά κι ένα ξεκάθαρο κριτικό σχόλιο στο πόσο στρατευμένο μπορεί να γίνει το σινεμά, πόσο μπορεί να λειτουργήσει ως προπαγάνδα. Θύμα ακριβώς αυτού του γεγονότος έπεσε κι η ίδια η ταινία του, την οποία η κινεζική κυβέρνηση απέσυρε από την Berlinale του 2019 όπου θα έκανε πρεμιέρα και ανάγκασε τον δημιουργό της σε νέο, εξωραϊσμένο και στοχευμένο μοντάζ. Το τραύμα αυτό είναι εμφανές, η ταινία διαβάζεται και βλέπεται μ’ έναν χαλαρό ρυθμό και με μια αθωότητα που την κάνει γραφική, αφήνοντάς μας να ελπίζουμε ότι μια μέρα θα δούμε ένα director’s cut ενός φιλμ με συγκινητικά υλικά και συναρπαστικές στιγμές.
Thor: Love and Thunder (Αυστραλία, ΗΠΑ, 2022, 125΄)
● σκηνοθεσία: Τάικα Γουαϊτίτι
● ηθοποιοί: Κρις Χέμσγουερθ, Νάταλι Πόρτμαν, Κρίστιαν Μπέιλ, Τέσα Τόμσον
Ο Θορ είναι αποφασισμένος για λίγο να βάλει στο πλάι το μαγικό σφυρί του, να ξαποστάσει και να κάνει ενδοσκόπηση. Η ζωή (και το MCU) δεν τον αφήνουν: ένας τρομακτικός εχθρός, ο Γκορ, αποφασισμένος ν’ αφανίσει όλους τους Θεούς, απαιτεί τιμωρία. Για να τον αντιμετωπίσει, ο Θορ επιστρατεύει τη Βασιλιά Βαλκυρία (δεν είναι τυπογραφικό λάθος), τον Κοργκ και τον πρώην έρωτά του, την Τζέιν Φόστερ. Μαζί θα προσπαθήσουν να σώσουν τον γαλαξία, αλλά και… να δοκιμαστούν στη ρομαντική αγάπη!
Αισθητική 80s, ανεβασμένη ενέργεια, χιούμορ και η αγάπη ως ύψιστο αγαθό, στη νέα περιπέτεια του Θορ, γραμμένη και σκηνοθετημένη με τη χαριτωμένη τρέλα του Τάικα Γουαϊτίτι («Thor Ragnarok», «Jojo Rabbit»).
Θεέ μου, τι σου κάναμε; 3 (Qu’est-ce qu’on a tous fait au bon Dieu?, Γαλλία, 2021, 98΄)
½☆☆☆☆
● σκηνοθεσία: Φιλίπ ντε Σοβερόν
● ηθοποιοί: Κριστιάν Κλαβιέ, Σαντάλ Λομπί, Αρί Αμπιτάν
Αν κάθε χειμώνα περιμένουμε την τακτική επίσκεψη από τον «λευκό μας φίλο», έτσι και κάθε καλοκαίρι, πλέον, περιμένουμε την εμφάνιση της σειράς γαλλικών κωμωδιών, εξίσου κρύων και με την ίδια έμφαση στο… λευκό.
Στην τρίτη συνάντηση με την οικογένεια Βερνέιγ (που προβλέπεται εξίσου προσοδοφόρα για το ελληνικό box office με τις προηγούμενες δύο, η καθεμιά από τις οποίες ξεπέρασε, το 2014 και το 2019, τις 100.000 εισιτήρια), ο πατριάρχης Κλοντ και η σύζυγος Μαρί κλείνουν 40 χρόνια γάμου. Για να το γιορτάσουν, οι κόρες τους αποφασίζουν να τους κάνουν ένα πάρτι-έκπληξη στην οικογενειακή μονοκατοικία, που να ενώσει όλη την οικογένεια – και λέγοντας όλη, εννοούν άντρες αλλά και πεθερικά, κανείς από τους οποίους, προς μεγάλη ταραχή του Κλοντ (και στωικότητα της Μαρί) δεν είναι Γάλλος καθολικός λευκός μπουρζουά.
Το αποτέλεσμα της συγκατοίκησης δίνει αφορμή για ένα σωρό «ξεκαρδιστικά αστεία», πιο σωστά για το χειρότερο είδος ρατσισμού, αυτό που έχει το άλλοθι της κοινής γνώμης, το «Θα μας πουν τώρα ότι κι ο Χριστός ήταν μαύρος», ή το «Εκείνοι δεν μας θέλουν πρώτοι, όχι εμείς», ή το «Εγώ δεν έχω πρόβλημα, αλλά… χάθηκε το “παπούτσι από τον τόπο σου”;». Μπροστά σ’ αυτό τον λαοφιλή συντηρητισμό, σε δεύτερη μοίρα περνά το γεγονός ότι ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος ντε Σοβερόν παιδεύεται να βρει, για τρίτη φορά, αρκετές διαπολιτισμικές αντιθέσεις για να εκφράσει το χιούμορ του, καταλήγοντας μ’ ένα σενάριο πιο κουρασμένο κι από τα 40 χρόνια γάμου των άκαμπτων ηρώων του.
Επανεκδόσεις
► «Ασανσέρ για δολοφόνους» του Λουί Μαλ (1958, με τους Ζαν Μορό, Μορίς Ρονέ, Λίνο Βεντούρα, αστεράκια: 4,5). Ο Ζουλιέν έχει συμφωνήσει με τη μοιραία Φλοράνς να δολοφονήσει τον σύζυγό της –και αφεντικό του– για να ζήσουν, οι δυο τους, τον έρωτά τους. Μόνο που φεύγοντας από τον τόπο του εγκλήματος θα εγκλωβιστεί στο ασανσέρ, την ίδια ώρα που δυο νεαροί ερωτευμένοι κλέβουν το αυτοκίνητό του (και την ταυτότητά του) και η Φλοράνς τον αναζητά στην παρισινή νύχτα. Ενα αξεπέραστο θρίλερ, με πρωτοποριακό μοντάζ σε τρεις παράλληλους άξονες δράσεις, προάγγελος της νουβέλ βαγκ, μια ταινία γεμάτη σασπένς, αστική μοναξιά, ομορφιά, στιλ και μελαγχολία, το μεγάλου μήκους ντεμπούτο του Λουί Μαλ.
► «Μαχαίρι στο νερό» του Ρομάν Πολάνσκι (1962, με τους Λέον Νιέμτσικ, Γιολάντα Ουμέκα, Ζίγκμουντ Μελάνοβιτς, αστεράκια: 4). Ενα ζευγάρι αστών επιβιβάζεται στο γιοτ του για καλοκαιρινή βόλτα – μαζί τους κι ένας νεαρός, περιπλανώμενος φοιτητής. Οταν οι τρεις τους βρεθούν, περιορισμένοι από τις άκρες του σκάφους, στα ανοιχτά της θάλασσας, το παιχνίδι εξουσίας θα ξεκινήσει. Σε μια ταινία που χαρακτηρίστηκε, όχι άδικα, συναρπαστικό ντεμπούτο, ο Πολάνσκι ανεβάζει το σασπένς, αποδεικνύει τη σκηνοθετική ευρηματικότητά του, ισοπεδώνει τον χρόνο και τον τόπο και κάνει, τελικά, μια ταινία για την ανατροπή του (κάθε) στάτους κβο, που μπορεί το 1962 να αναφερόταν στην Πολωνία, αλλά περιγράφει με την ίδια ακρίβεια το σήμερα, το πάντα.
