Τον Μάιο ο γιος του είχε ανακοινώσει ότι ο Ομαρ Σαρίφ έπασχε από Αλτσχάιμερ. Και χθες το απόγευμα ήρθε η είδηση. Ο δημοφιλής Αιγύπτιος ηθοποιός πέθανε στο Κάιρο από καρδιακή προσβολή. Ηταν 83 χρονώ, αλλά παρέμενε στη συνείδηση κάθε φίλου του κινηματογράφου ωραίος, γοητευτικός και πάντα νέος.
Οπως ήταν όταν γύριζε ταινίες που έμειναν στην ιστορία γιατί ήταν κι αυτός εκεί. Τον «Δόκτορα Ζιβάγκο» (1965) και τον «Λόρενς της Αραβίας» (1962) του Ντέιβιντ Λιν, το «Αστείο κορίτσι» (1968) του Γουίλιαμ Γουάιλερ.
Και ήταν τόσο καλός αυτός ο ηθοποιός, που είχε γεννηθεί το 1932 στην Αλεξάνδρεια με το όνομα Μισέλ Ντιμίτρι Σαλχούμπ, σε μια καθολική οικογένεια λιβανέζικης καταγωγής, που μπορούσε να πείσει τόσο σαν Ρώσος ιδεολόγος γιατρός, που η σοβιετική επανάσταση καταστρέφει τη ζωή του (Δόκτωρ Ζιβάγκο), όσο και σαν Εβραίος χαρτοπαίκτης της Νέας Υόρκης, που παντρεύεται μια ανερχόμενη στο Μπροντγουέι… Μπάρμπρα Στρέιζαντ («Αστείο κορίτσι»).
Ο ρόλος που τον ανέδειξε ήταν, πάντως, o πρώτος αγγλόφωνος της καριέρας του κι ενώ ήδη ήταν μεγάλος σταρ του αιγυπτιακού σινεμά. Επαιξε τον Σερίφ Αλι, τον Αιγύπτιο στρατιωτικό και σύντροφο στις μάχες του Λόρενς της Αραβίας (Πίτερ Ο’Τουλ) εναντίον των Τούρκων. Η ταινία αυτή του μεγάλου Βρετανού σκηνοθέτη Ντέιβιντ Λιν χάρισε αμέσως στον Ομαρ Σαρίφ μια Χρυσή Σφαίρα αλλά και υποψηφιότητα για Οσκαρ Β’ ρόλου. Στην καριέρα του κέρδισε συνολικά τρεις Χρυσές Σφαίρες.
Γόνος εύπορης οικογένειας, ο Σαρίφ πήγε στα καλύτερα (αγγλόφωνα) σχολεία της Αιγύπτου, όπου απέδειξε την κλίση του στα σπορ αλλά και στην υποκριτική. Ανάμεσα στους συμμαθητές του ήταν και δύο που έγιναν επίσης διάσημοι και σημαντικοί: ο σκηνοθέτης Γιούσεφ Σαχίν και ο ακαδημαϊκός, κριτικός λογοτεχνίας και πολιτικός στοχαστής Εντουαρντ Σαΐντ.
Αφού σπούδασε μαθηματικά και φυσική στο Πανεπιστήμιο του Καΐρου και δούλεψε για λίγο στην επιχείρηση ξυλείας του πατέρα του, άνοιξε τα φτερά του για το Λονδίνο και την περίφημη δραματική σχολή Royal Academy of Dramatic Art. Επιστρέφοντας στην Αίγυπτο άρχισε να παίζει στο σινεμά, η εξέλιξή του ήταν ραγδαία και εντυπωσιακή. Γύρισε πάνω από 20 ταινίες, γνώρισε και τη γυναίκα της ζωής του, συμπρωταγωνίστριά του σε μια ταινία, τη Φάτεν Χαμάμα. Το 1955 ο Ομαρ Σαρίφ ασπάστηκε το Ισλάμ για να την παντρευτεί και έμεινε μαζί της μέχρι το 1977.
Μετά την επιτυχία του στον «Λόρενς της Αραβίας» ακολούθησε ο ένας ρόλος μετά τον άλλο, ακόμα και αυτός του Τζένγκις Χαν. Μετά τη δεύτερη συνεργασία του με τον Ντέιβιντ Λιν ξεχώρισε στη «Νύχτα των Στρατηγών» του Ανατόλ Λίτβακ (έπαιξε έναν Γερμανό στρατηγό με παρτενέρ πάλι τον Πίτερ Ο’Τουλ), και φυσικά στο «Αστείο Κορίτσι» στο πλευρό της Μπάρμπρα Στρέιζαντ και το σίκουελ «Funny Lady».
H συνεργασία του με την εβραϊκής καταγωγής Στρέιζαντ εξόργισε την αιγυπτιακή κυβέρνηση γιατί από τότε η ηθοποιός ήταν φανερά υπέρ του Ισραήλ. «Μου λέτε ότι ενοχλήθηκε το Κάιρο; Εγώ να δείτε τι θυμωμένο γράμμα πήρα από τη θεία μου, τη Ρόουζ», ήταν η αντίδραση της Στρέιζαντ. Τα πράγματα έγιναν ακόμα χειρότερα όταν πήρε δημοσιότητα η ερωτική τους σχέση.
Μέσα σε όλα, ο Σαρίφ ήταν μανιώδης παίκτης του μπριτζ και τακτικός θαμώνας των γαλλικών καζίνων. Μια ζωή που ο ίδιος αργότερα έλεγε ότι τον είχε κουράσει και απομακρύνει από τα όνειρά του για μια ήσυχη οικογενειακή ζωή.
Το 2003, πάντως, σε προχωρημένη ηλικία, έπαιξε και εντυπωσίασε με το αίσθημα και την ωριμότητά του στη γαλλική ταινία «Ο κύριος Ιμπραήμ» του Φρανσουά Ντιπερόν. Ερμήνευσε έναν Τούρκο μουσουλμάνο έμπορο που γίνεται μια πατρική φιγούρα για ένα Εβραιόπουλο.
