Αυτές τις μέρες η Γαλλία καταρχάς και από κοντά ο υπόλοιπος κόσμος φυσικά παρακολουθούν «σοκαρισμένοι» κατά την συνήθη τηλεοπτικό χαρακτηρισμό να ξεδιπλώνεται όλο και περισσότερο το φρικιαστικό σκάνδαλο παιδεραστίας και σωρείας σεξουαλικών εγκλημάτων που έγιναν σε βάρος τουλάχιστον 330.000 ανηλίκων από παπάδες, διακόνους ιερείς, δασκάλους και υπεύθυνους κατήχησης, από πρόσωπα μεγαλύτερου ή μικρότερου κύρους εντός των κόλπων της Καθολικής Εκκλησίας της Γαλλίας, επί 70 και πλέον χρόνια.
Αυτές τις μέρες θα μπορούσε να πει κανείς πώς ο Γάλλος σκηνοθέτης Φρανσουά Οζόν, τολμώντας το 2018 μετά από αδιανόητες περιπέτειες να βγάλει στις αίθουσες την ταινία του «Θέλημα Θεού» δικαιώνεται. Για την τωρινή αποκάλυψη τόσο ευρείας (και τόσο φρικιαστικής βέβαια) κλίμακας χρειάστηκε να γίνει μία διετής εμπεριστατωμένη έρευνα. Ο Οζόν όμως είχε προηγηθεί, πιάνοντας την άκρη του νήματος αυτής της σκοτεινής ιστορίας από την Αρχιεπισκοπή της Λιόν τη μάχη που έδωσαν τα θύματα του ιερέα Μπερνάρ Πρεϊνά για να φέρουν στο φως την σεξουαλική κακοποίησή τους ως παιδιά αλλά και τη μάχη που είχε δώσει αντιστοίχως ο καρδινάλιος της αρχιεπισκοπής της Λιόν, Φιλίπ Μπαρμπαρέν,για να συγκαλυψει το σκάνδαλο.
Στον Μπαρμπαρέν ανήκει άλλωστε η φράση που βάφτισε την ταινία: «Ήταν θέλημα Θεού», που είχε δηλώσει προκλητικά ο καρδινάλιος σχολιάζοντας την παραγραφή, σύμφωνα με τον νόμο, προηγούμενων αδικημάτων που είχαν διαπράξει λειτουργοί της Εκκλησίας εις βάρος παιδιών.
To 2019 ο Μπαρμπαρέν καταδικάστηκε για συγκάλυψη σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκων και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης έξι μηνών με αναστολή-αν και αυτή ακόμα η ποινή ανετράπη στο Εφετείο τον Ιανουάριο του 2020. Καθαιρέθηκε όμως κι από επικεφαλής της Αρχιεπισκοπής της Λιόν, χωρίς όμως να χάσει τον τίτλο του Αρχιεπισκόπου της Λιόν μέχρι που ο ίδιος αποφάσισε να παραιτηθεί τον Μάρτιο του 2020 και η παραίτησή του έγινε δεκτή από τον Πάπα Φραγκίσκο.
O Μπερνάρ Πρεϊνά πάλι, δικάστηκε καταρχάς τον Ιούλιο του 2019 από εκκλησιαστικό δικαστήριο και καθαιρέθηκε από ιερέας. Τον Ιανουάριο του 2020 δικάστηκε από το Ποινικό Δικαστήριο της Λυών κατηγορούμενος για σεξουαλικές επιθέσεις σε δέκα πρώην προσκόπους, αναγνώρισε τις κατηγορίες και αποκάλυψε τον πραγματικό αριθμό των θυμάτων του: Ήταν επί δύο δεκαετίες, από ένα έως τρία παιδιά την εβδομάδα και, κατά τη διάρκεια των εκκλησιαστικών κατασκηνώσεων, τέσσερα ή πέντε παιδιά την εβδομάδα. Στις 16 Μαρτίου του 2020, καταδικάστηκε σε πέντε χρόνια φυλάκιση, χάρη στην επιμονή και το κουράγιο μία ένωσης ενηλίκων που ως παιδιά είχαν πέσει θύματα σεξουαλικής κακοποίησης από εκείνον.
Από τις τις μαρτυρίες μελών της ένωσης στο Ίντερνετ πληροφορήθηκε και ο Οζόν την ιστορία που σκόπευε στην αρχή να κάνει ντοκιμαντέρ: και που έκανε τελικά κάτι ενδιάμεσο αφού ο αφηγηματικός του ιστός δανείζεται την ελευθερία της μυθοπλασίας, αν και πρόκειται για σχεδόν πιστή περιγραφή των γεγονότων. Όταν βέβαια συγκινημένος από τις μαρτυρίες στο Ίντερνετ ο Γάλλος σκηνοθέτης και σεναριογράφος επεδίωξε να συναντήσει μέλη της ένωσης δεν ήξερε ότι η «Οδύσσειά» του μόλις άρχιζε.
«Ο Αλεξάντρ (Γκερέν) μου έδωσε έναν παχύ φάκελο με όλα τα email και τις σημειώσεις που είχε κρατήσει στη επικοινωνία του με την Αρχιεπισκοπή της Λιόν την οποία και εκμεταλλεύτηκα στην έρευνά μου που αποτυπώνεται στο φιλμ. Μου διηγήθηκαν την ιστορία τους και πως έδωσαν τη μάχη για δύο χρόνια, από το 2012 ως το 2014, για να βγάλουν στη δημοσιότητα αυτό που τους συνέβη στην παιδική τους ηλικία. Αρχικά δεν ήταν εύκολο να βρούμε χρηματοδότες δεδομένου του θέματός του φιλμ ωστόσο τα καταφέραμε με την επιμονή. Ο βασικός στόχος μου ήταν να μην απογοητεύσω τους ανθρώπους που με εμπιστεύτηκαν», έχει διηγηθεί ο ίδιος ο Οζόν (στο «Έθνος» και στην Αντα Δαλιάκα) που έδωσε και στους ήρωες του τα ονόματα των πραγματικών πρωταγωνιστών.
Όταν τα γυρίσματα που έγιναν σε απόλυτη μυστικότητα στο Βέλγιο ολοκληρώθηκαν, δικηγόροι της Αρχιεπισκοπής της Λιόν προσπάθησαν να μπλοκάρουν την έξοδο της ταινίας στις γαλλικές αίθουσες. Ευτυχώς μάταια. Η ταινία βγήκε στις αίθουσες συντάραξε τη Γαλλία και απέσπασε Αργυρή Άρκτο στο 69ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου, τον Φεβρουάριο του 2019 κι αναμφισβήτητα έπαιξε ρόλο στην καταδίκη του Πρεϊνά. Ο τελευταίος φυσικά ήταν ένας από όσους εκατοντάδες θύτες αποκαλύπτονται τώρα δύο χρόνια μετά τη Μπερλινάλε που «επικύρωσε» με τον πιο βροντερό τρόπο την αξία της ταινίας.
Ο ίδιος ο Οζόν έλεγε το 2019 ότι «η αποκάλυψη της αλήθειας προκαλεί φόβο σε αυτούς που έχουν λόγο να φοβούνται. Η ελευθερία του λόγου είναι μία αξία την οποία πολλοί απεχθάνονται και αντιστέκονται σθεναρά στην επικράτησή της». Και ως άλλο παράδειγμα αντίστασης απέναντι στην ελευθερία του λόγου, ανέφερε τη «λασπολογία που εκτοξεύεται προς το κίνημα #MeToo το οποίο έχει φέρει στο επίκεντρο της συζήτησης τη σεξουαλική παρενόχληση και κακοποίηση στις μέρες μας. Πρέπει να ξεκαθαρίσω ότι αυτό που εξαρχής με ενδιέφερε είναι να ερευνήσω τη θέση της ελευθερίας του λόγου στην κοινωνία μας και τις επιπτώσεις της στο άμεσο περιβάλλον ενός ανθρώπου που αποφασίζει να μιλήσει δημόσια για ένα τραυματικό γεγονός που έλαβε χώρα σχεδόν τριάντα χρόνια πριν. Αυτό που εισπράττω είναι ότι η σημερινή κοινωνία βρίσκεται σε μία διαδικασία αλλαγής και δείχνει ότι προτιμά οι πολίτες να μπορούν να υπερασπίζονται την αλήθεια».
Είναι έτσι; Παραφράζοντας ένα παλιό σκωπτικό «τσιτάτο», όσο η μισή Ανθρωπότητα μοιάζει να οπισθοχωρεί σε αρκετά καίρια ζητήματα, η άλλη μισή μοιάζει πράγματι αποφασισμένη να πει σκληρές αλήθειες, δυνατά κι ακόμα καλύτερα να μην εγκαταλείψει τις υποθέσεις που αφορούν, μέχρι τέλους.
