Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η μικρή και διακριτική «Οικογένεια Μπελιέ» του Ερίκ Λαρτιγκό είναι ό,τι πρέπει για τα θερινά σινεμά, ενώ καιρός είναι να ξαναζήσουμε και το ρομάντζο της Κάθριν Χέπμπορν και του Ροσάνο Μπράτσι στις «Διακοπές στη Βενετία» του Ντέιβιντ Λιν.

Η οικογένεια Μπελιέ

  • (La famille Bélier)
  • Σκηνοθεσία: Ερίκ Λαρτιγκό
  • Ηθοποιοί: Λουάν Εμερά, Καρίν Βιάρ, Φρανσουά Νταμιέν, Ερίκ Ελμοσνινό

Η Πολά είναι μια έφηβη, τόσο ίδια και τόσο διαφορετική από τις συνομήλικές της. Γεμάτη με τις ανασφάλειες και την ταραχή της ηλικίας της, έχει ταυτόχρονα να διαχειριστεί την οικογένειά της – μαμά, μπαμπά και αδελφό που είναι και οι τρεις κωφοί.

Η κτηνοτροφική ζωή στη φάρμα τους, οι καθημερινές συνεννοήσεις στην αγορά ή στο Δημόσιο ή στις τράπεζες, η επικοινωνία αυτής της τόσο αυτάρκους, κλειστής «ομάδας» με τον έξω κόσμο βασίζεται στη συμμετοχή της Πολά και στη διερμηνεία της. Οταν διαπιστώσει (με τη βοήθεια του δασκάλου της και του ωραίου του σχολείου) ότι έχει ένα πηγαίο ταλέντο στο τραγούδι και θελήσει να κυνηγήσει τη νέα της φιλοδοξία, η οικογένειά της, που ούτως ή άλλως δεν την ακούει, θα δυσκολευτεί και να δείξει κατανόηση.

Σε αντίθεση με τις δεκάδες γαλλικές φαρσοκωμωδίες που κάθε χρονιά σπάνε τα ταμεία (στη Γαλλία αλλά και στην Ελλάδα), η «Οικογένεια Μπελιέ» είναι ένα υπέροχο υπόδειγμα ισορροπίας ανάμεσα στο χιούμορ, την πρωτοτυπία, την τρυφερότητα, τη δροσιά και τη συγκίνηση. Ενώ ούτε στιγμή δεν εκμεταλλεύεται άγαρμπα την ιδιαιτερότητα των ηρώων του, ο Λαρτιγκό επενδύει σοφά, εναλλάξ κωμικά ή δραματικά, στα αποτελέσματα που έχει στους γύρω ο δικός τους κώδικας επικοινωνίας.

Παίζοντας μόνο στη νοηματική, με εκπληκτική έμπνευση, η Καρίν Βιάρ και ο Φρανσουά Νταμιέν είναι απολαυστικοί ως παρορμητικοί γονείς, ενώ την παράσταση πραγματικά κλέβει η Λουάν Εμερά στον ρόλο της Πολά, η οποία ξεπήδησε από το γαλλικό The Voice και δεν έχει μόνο μια θαυμάσια φωνή, αλλά πραγματικό ταλέντο στην ηθοποιία, ταυτόχρονα αμήχανη, αδέξια, ερωτεύσιμη, χαριτωμένη κι ευαίσθητη. Εξτρα δώρο τα τραγούδια του Μισέλ Σαρντού για τους fans, σ’ ένα φιλμ μικρό και διακριτικό, με ισόποσες δόσεις γέλιου και συγκίνησης και μια ευπρόσδεκτη αισιοδοξία για τη ζωή.

Διακοπές στη Βενετία

  • (Summertime)
  • Σκηνοθεσία: Ντέιβιντ Λιν Ηθοποιοί: Κάθριν Χέπμπορν, Ροσάνο Μπράτσι

Η Τζέιν, μια Αμερικανίδα από το Οχάιο, όχι στην πρώτη της νιότη και χωρίς ρομαντικές εμπειρίες, πηγαίνει για διακοπές στην καλοκαιρινή Βενετία, έτοιμη να ζήσει, να νιώσει και να ερωτευτεί. Το πάθος και η ένταση που αναδύονται από την ίδια την πόλη θα την κάνουν να τολμήσει το φλερτ με τον γοητευτικό Ρενάτο, μόνο που εκείνος είναι τόσο πρόθυμος όσο και παντρεμένος.

Επανέκδοση της ταινίας του 1955, μία από τις πιο αμφιλεγόμενες, επεισοδιακές (στις συγκρούσεις της με την Καθολική Εκκλησία) και αποτυχημένες τότε ταινίες του Ντέιβιντ Λιν, η οποία με τα χρόνια πήρε τη θέση που της αξίζει. Βασισμένη στο καινοτόμο για την εποχή του θεατρικό έργο «The Time of the Cuckoo» του Αρθουρ Λόρεντς, η ταινία βυθίζεται στη γυναικεία ψυχολογία της ανεκπλήρωτης επιθυμίας, τολμά ν’ αποδεχτεί τις εξωσυζυγικές σχέσεις και στολίζεται με μια σειρά από αξέχαστες ατάκες («eat the ravioli!»).

Μπορεί σήμερα μέρη των ηθικών συλλογισμών της να μοιάζουν παρωχημένα, ωστόσο η γοητεία του Ροσάνο Μπράτσι, η πρωτοφανώς εύθραυστη ερμηνεία της Κάθριν Χέπμπορν και, κυρίως, ο τρόπος με τον οποίο ο Ντέιβιντ Λιν, μαγεμένος από τη Βενετία, κάνει την πόλη να ζει στην οθόνη, να αναπνέει πνιγηρά ή παθιασμένα, ν’ αποκτά μια τρισδιάστατη, ζωντανή προσωπικότητα, ανάγλυφη μέσα στο τεκνικολόρ, συνθέτουν ένα ιδιαίτερο, πικρό ρομαντικό φιλμ με στιγμές μεγαλείου.

Jurassic World

  • Σκηνοθεσία: Κόλιν Τρεβόροου
  • Ηθοποιοί: Κρις Πρατ, Μπράις Ντάλας Χάουαρντ, Βίνσεντ ντ’Ονόφριο, Ομάρ Σι

Το «Jurassic Park», με διευθύντρια την όμορφη, οργανωμένη και ψυχαναγκαστική Κλερ, έχει μεταμορφωθεί σε «Jurassic World», όπου όλα τα εκθέματα πρέπει να είναι διαρκώς μεγαλύτερα, εντυπωσιακότερα και… με περισσότερα δόντια, για να κρατούν το ενδιαφέρον του κοινού ώστε αυτό να εξακολουθεί να συρρέει κατά χιλιάδες.

Εξω από την εγκατάσταση, ο Οουεν, που είναι σέξι παλικάρι, νοιάζεται στ’ αλήθεια για τους δεινόσαυρους που εκπαιδεύει και θεωρεί το Jurassic World βιομηχανία. Οταν, φυσικά, τα πράγματα στο Jurassic World, τη μέρα που το επισκέπτονται και τ’ ανίψια τής Κλερ, θα πάνε καταστροφικά στραβά, οι δυο τους, με την ερωτική χημεία να ξεχειλίζει, θα προσπαθήσουν να σώσουν και τη μέρα και τους δεινόσαυρους και την επιχείρηση και την επαγγελματική ηθική και το νεόφυτο ρομάντζο τους.

Χωρίς τον Στίβεν Σπίλμπεργκ, με εντυπωσιακούς ψηφιακά σχεδιασμένους δεινόσαυρους, που είναι μεν πειστικοί, αλλά όχι πια πρωτοφανείς, και με μια ιδέα που από την αρχή γνωρίζουμε πώς θα εξελιχθεί, το «Jurassic World», η τέταρτη ταινία της «σειράς», είναι οπωσδήποτε πιο αδύναμη από το event-movie του 1993. Ωστόσο οι σκηνές δράσης είναι απολαυστικές και, κυρίως, το σενάριο έχει χιούμορ και συχνές, χαριτωμένες αναφορές στην ποπ κουλτούρα που γέννησε η πρώτη ταινία και που προκαλούν τη στοργή των πρόθυμων θεατών.

Η Μπράις Ντάλας Χάουαρντ ταιριάζει γάντι στην ελαφρώς καρτουνίστικη ηρωίδα της κι ο Κρις Πρατ, που, ευτυχώς, ποτέ δεν παίρνει τον εαυτό του στα σοβαρά ως action hero, επιβάλλεται στην οθόνη με εκτόπισμα μεγαλύτερο κι από του T-Rex.

Ενα τραγούδι για τον Αργύρη

  • (Ein Lied für Argyris)
  • Σκηνοθεσία: Στέφαν Χάουπτ

Ντοκιμαντέρ του Γερμανού Στέφαν Χάουπτ, με αντικείμενο τον Αργύρη Σφουντούρη, ο οποίος στα 4 έζησε τη σφαγή του Διστόμου όπου δολοφονήθηκαν και οι δυο του γονείς. Από την παιδική του ηλικία ο Σφουντούρης έρχεται σ’ επαφή με την απόλυτη βία, κι από εκείνη τη στιγμή πρέπει ν’ αποφασίσει την τακτική της ζωής του: ν’ αποδεχτεί, ν’ αντισταθεί ή να κατηγορήσει;

Συνδυάζοντας εκπληκτικά ντοκουμέντα εποχής και συνεντεύξεις με τον ίδιο τον Σφουντούρη, συγγενείς του, τον Μίκη Θεοδωράκη, στον πατέρα του οποίου δόθηκε η εντολή να διερευνήσει μυστικά τα εγκλήματα πολέμου στο Δίστομο, αλλά και με συνομηλίκους του Γερμανούς, που επίσης, με διαφορετικό τρόπο, στιγματίστηκαν από τη φρίκη του πολέμου, ο Χάουπτ στήνει μια θαυμάσια ταινία που πραγματεύεται όχι μόνο το συγκεκριμένο ιστορικό περιστατικό, αλλά κυρίως τη στάση του ανθρώπου απέναντι σε μια φαινομενικά καταδικασμένη μοίρα.

Ο ίδιος ο Σφουντούρης, που έζησε μια συναρπαστική ζωή, είναι υπέροχος ομιλητής μπροστά στην κάμερα. Μπορεί η έξοδος της ταινίας τώρα, έξι χρόνια μετά την κανονική διανομή της, να αναζητά με τρόπο προφανή να συνδεθεί με τη συζήτηση για τις γερμανικές αποζημιώσεις πολέμου, καθώς ο Σφουντούρης έχει μεγάλη και σημαντική σχετική δράση και μπορεί η «απορία» στην ταινία του πώς ένας λαός, σαν τον γερμανικό, που έβγαλε τόσους καλλιτέχνες και τόση ομορφιά, να ήταν ικανός για τέτοια θηριωδία, να εκφράζει μια σκέψη απλοϊκή, ωστόσο η ταινία αποτελεί ένα εμπνευσμένο αντιπολεμικό δοκίμιο, μια πλούσια κινηματογραφική, ιστορική και υπαρξιακή εμπειρία.

Καταδίωξη σε δύο ηπείρους

  • (Survivor)
  • Σκηνοθεσία: Τζέιμς ΜακΤιγκ
  • Ηθοποιοί: Μίλα Γιόβοβιτς, Πιρς Μπρόσναν, Ντίλαν ΜακΝτέρμοτ

Μια υπάλληλος της αμερικανικής πρεσβείας στο Λονδίνο βρίσκεται να θεωρείται ύποπτη για τρομοκρατική ενέργεια, προσπαθώντας να διαφύγει από καθαρούς και βρόμικους Αμερικανούς πράκτορες κι από τους αληθινούς τρομοκράτες. Θρίλερ της σειράς στους δρόμους του Λονδίνου, χωρίς ίχνος πειστικότητας και χωρίς κανένα ενδιαφέρον για την πλοκή, αλλά περισσότερο για το αν η Μίλα Γιόβοβιτς, που διαρκώς τρέχει με τα ψηλά της τακούνια, θα προλάβει να διαφύγει από τον πολύ κακό, αυτήν τη φορά, Πιρς Μπρόσναν, για να βρει την ασφάλεια στην αγκαλιά του Ντίλαν ΜακΝτέρμοτ, πριν επιτέλους αναγκαστεί να τα βγάλει.

Σε ξένα παπούτσια

  • (The Cobbler)
  • Σκηνοθεσία: Τόμας ΜακΚάρθι
  • Ηθοποιοί: Ανταμ Σάντλερ, Στιβ Μπουσέμι, Ντάστιν Χόφμαν, Ελεν Μπάρκιν, Νταν Στίβενς

Ο Ανταμ Σάντλερ είναι ένας τσαγκάρης που ανακαλύπτει ότι αν φτιάξει τις σόλες ενός ζευγαριού παπουτσιών με την παλιά ραπτομηχανή που σκονίζεται στην αποθήκη του και τα φορέσει, μεταμορφώνεται στον ιδιοκτήτη των παπουτσιών. Αυτό το αστειάκι τον οδηγεί από την υλοποίηση (σχεδόν) ερωτικών φαντασιώσεων μέχρι ένα ραντεβού με την ηλικιωμένη μητέρα του, με τη μορφή του πατέρα του βεβαίως, και τελικώς μέχρι την εμπλοκή του σε μια επικίνδυνη σπείρα εμπόρων ναρκωτικών.

Ούτε καν για τους φαν του ηθοποιού, μια και στη μισή ταινία βλέπουμε άλλους να υποδύονται… τον Ανταμ Σάντλερ, μια κωμωδία χωρίς γέλιο, μ’ ένα εύρημα που γρήγορα ξεστρατίζει σε βαρετά μονοπάτια και μ’ έναν ήρωα που, τελικά, κανείς δεν θα ήθελε να φοράει τα παπούτσια του!