Για πρώτη φορά στην ιστορία του, το 33ο Πανόραμα Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου θα διεξαχθεί ψηφιακά φέτος, από τις 25 Νοεμβρίου μέχρι τις 4 Δεκεμβρίου, στην πλατφόρμα Cinesquare.
Μάλιστα, η πρόσβαση σε όλες τις προβολές θα είναι δωρεάν, ώστε το σινεφίλ κοινό όλης της Ελλάδας και όχι μόνο της Αθήνας, να απολαύσει πολύ και καλό σινεμά. Το αναλυτικό πρόγραμμα των προβολών που θα περιλαμβάνει, όπως κάθε χρόνο, διαγωνιστικό τμήμα και επιλεγμένα αφιερώματα, θα ανακοινωθεί τις επόμενες μέρες.
Δύο από τα φετινά αφιερώματα αφορούν αξιόλογες ελληνικές ταινίες που δεν έτυχαν της διανομής που άξιζαν, με τίτλο «Δεύτερη Ευκαιρία» κι ένα μικρό αφιέρωμα στο έργο του Τάκη Κανελλόπουλου.
Για το πρώτο, ο καλλιτεχνικός διευθυντής του φεστιβάλ, Νίνος Φένεκ Μικελίδης, σημειώνει πως «τις τελευταίες δεκαετίες, η διανομή της ελληνικής ταινίας γινόταν,
και δυστυχώς εξακολουθεί να γίνεται, εντελώς τυχαία και πρόχειρα. Πιεσμένοι ανάμεσα στα μεγάλα εμπορικά, εξ Αμερικής συνήθως, “προϊόντα”, οι λιγοστοί διανομείς που αποφασίζουν να διανείμουν μια ελληνική ταινία στις αίθουσες αναγκάζονται να αναζητήσουν κάποια άδεια εβδομάδα είτε ανάμεσα στις άλλες, υποτιθέμενες, αν και όχι πάντα, πιο εμπορικές ταινίες, είτε προς το τέλος της σεζόν, όταν ο αριθμός των θεατών αρχίζει να μειώνεται.
»Κι αυτό πάντα σε εβδομάδες σκόρπιες, χωρίς να υπάρχει η δυνατότητα συνέχισης της συγκεκριμένης προβολής. Κατά διαστήματα, σύμβουλοι στο υπουργείο Πολιτισμού, μέλη των διοικητικών συμβουλίων στο Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου και άλλοι ειδήμονες, πρότειναν, ή προσπάθησαν να προτείνουν, λύσεις που είτε δεν υλοποιήθηκαν είτε απέτυχαν, όπως η απόφαση του ΕΚΚ στη δεκαετία του ’80 να επιδοτήσει αίθουσες που θα πρόβαλλαν ορισμένο αριθμό ελληνικών ταινιών».
Σύμφωνα με τον κ. Μικελίδη, το συγκεκριμένο «αφιέρωμα σκοπό έχει να προβάλει ταινίες που, για τους πιο πάνω, αλλά και άλλους, πέρα από την αξία του έργου, λόγους, δεν είχαν τη διανομή που τους άξιζε. Διανομή που πρέπει όσο το δυνατό πιο σύντομα να συζητηθεί από τους αρμόδιους – σκηνοθέτες, παραγωγούς, σωματεία του κλάδου και το ίδιο το κράτος – για να υποστηριχτεί όπως της αξίζει η εγχώρια παραγωγή, όπως πράττουν και άλλα ευρωπαϊκά κράτη για τη δική τους παραγωγή.”
Καθορίζοντας μια εποχή
Ο Παναγιώτης Γιαννέλης γράφει για τον Τάκη Κανελλόπουλο ότι «μας εισήγαγε στο μαγικό κόσμο του ψυχισμού και των συναισθημάτων στις αρχές της δεκαετίας του ’60, στο απόγειο της «χρυσής» εποχής του ελληνικού σινεμά. Τότε που η “Φίνος Φιλμς” γέμιζε αίθουσες ασφυκτικά με αστραφτερά, εμπορικά προϊόντα. Σε μια περίοδο, που, σε αντίθεση με τα δεδομένα που επικρατούσαν ως τότε, τόσο στο πλατύ κοινό όσο και σ’ εκείνο του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης (που μόλις τότε έκανε το ξεκίνημά του), όπου η δομή ενός έργου καθοριζόταν από τις επιθυμίες του κοινού κι όπου ο σκηνοθέτης θύμιζε διευθυντή ορχήστρας όσον αφορά στη λειτουργία του, ανέτειλε μια κινηματογραφία στην οποία ο σκηνοθέτης αποτελούσε ο ίδιος ολόκληρη την ορχήστρα, μεταφέροντάς μας την προσωπική του άποψη για το περιβάλλον που απαθανάτιζε η κάμερά του. Μια τάση που βρισκόταν σε σύμπλευση με το γαλλικό «Νέο Κύμα», το βρετανικό “Free Cinema” ή το Βραζιλιάνικο “Cinema Novo” και που συνδέονταν άρρηκτα με το αποκαλούμενο Σινεμά των Δημιουργών».
O Γιαννέλης σημειώνει πως ο αθεράπευτα ρομαντικός σκηνοθέτης «κατάφερε να μετουσιώσει όλες τις ανωτέρω νεότευκτες, καλλιτεχνικές αρετές με τον πλέον ιδεώδη (και γηγενή) τρόπο, αποτελώντας, μαζί με τους Κακογιάννη και Κούνδουρο, ένα αρραγές τρίπτυχο πίσω από το οποίο θα συνέπλεαν αρχικά όλοι οι “παρείσακτοι” του εμπορικού, κινηματογραφικού κατεστημένου. Με αρχή την κατανυκτική όσο και ενθουσιώδη προβολή του ντοκιμαντέρ “Μακεδονικός Γάμος” (στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης στις 23 Σεπτεμβρίου 1960) και το διεθνώς αναγνωρισμένο ως αντιπολεμικό αριστούργημα “Ουρανός”, ο Κανελλόπουλος προκαλεί σύγκρουση με τη βαλτώδη βεβαιότητα
της εποχής του και μας χαρίζει συναισθηματική ανάταση, καθώς ευθυγραμμίζει τις γραμμές των προσώπων και τις ψυχές των πρωταγωνιστών του με τον ατελείωτο ορίζοντα.
»Με το ίδιο, συχνά ανατρεπτικό, πάθος, ο ασυμβίβαστος, αυτός, αντικομφορμιστής, απομονωμένος σκηνοθέτης, που αρνιόταν να ενταχθεί στην εποχή του, θα συνεχίσει, με την ίδια εμμονή, να αντιμετωπίζει τις ανθρώπινες σχέσεις, τον έρωτα αλλά και τα αδιέξοδα της ζωής, σε ταινίες όπως η “Εκδρομή”, η “Παρένθεση” και το “Ρομαντικό σημείωμα”, ταινίες που, αν και στην εποχή τους δεν είχαν την επιτυχία που τους άξιζε, παραμένουν μέχρι σήμερα δείγματα εξαίρετα ενός πρωτοποριακού κινηματογράφου, που δεν έχει χάσει τίποτα από την ομορφιά και τη δύναμή του».
