Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Είναι διασκεδαστικό που από τον καλλιτεχνικό διευθυντή του Φεστιβάλ Κανών, Τιερί Φρεμό, μέχρι τους ίδιους τους ηθοποιούς τού «The Lobster», όλοι χαρακτηρίζουν τη νέα ταινία του Γιώργου Λάνθιμου «παράξενη, δυσνόητη, αλλόκοτη». Κι όμως, το «The Lobster» είναι η πιο προσιτή, τρυφερή, ζεστή αν και πικρή, ταινία του Ελληνα δημιουργού, μια ιστορία αγάπης, αλλά περισσότερο μια ιστορία για την αγάπη, για όλους εκείνους τους κανόνες και τα όρια που υποτίθεται ότι την εξασφαλίζουν, αλλά στην πραγματικότητα τη διώχνουν μακριά, μια και η αγάπη βρίσκεται μόνο στην τομή των ορίων, στο ανάμεσα, στο «μισό» που ψάχνει πού θα κολλήσει.

Ο Ντέιβιντ (Κόλιν Φάρελ) ζει σε μια κοινωνία στην οποία κάποιος οφείλει να είναι μέρος ενός ζευγαριού για να λειτουργήσει κανονικά. Αν το ένα μέλος του ζευγαριού αποχωρήσει ή πεθάνει, το άλλο είναι αναγκασμένο να περάσει 45 μέρες σ’ ένα ειδικό ξενοδοχείο, με την ελπίδα εκεί να βρει νέο ταίρι. Αν δεν τα καταφέρει, θα μεταμορφωθεί σ’ ένα ζώο της επιλογής του έχοντας έτσι επιπλέον πιθανότητες να… ζευγαρώσει.

Αντίκρυ στο ξενοδοχείο βρίσκεται ένα δάσος όπου ζουν οι Μοναχικοί, στρατευμένοι επαναστάτες που μπορούν μεν να περνούν τις μέρες τους ελεύθερα, αλλά αποκλείουν κάθε είδους ερωτική ζωή ή συντροφικότητα. Ο Ντέιβιντ θα δοκιμαστεί στο ξενοδοχείο κι όταν οι μέρες του κοντεύουν να τελειώσουν ανεπιτυχώς, αντί να γίνει αστακός -το ζώο της επιλογής του-, θα προτιμήσει να το σκάσει για το δάσος. Τι κρίμα που εκεί θα βρει τον έρωτα, ο οποίος είναι όμως, πια, απαγορευμένος.

Το «The Lobster» χωρίζεται σε δύο ίσα μέρη. Το πρώτο, εκείνο του ξενοδοχείου, είναι το πιο συναρπαστικό κι επίσης το πιο αστείο, μ’ ένα κυνικό, υπονομευτικό χιούμορ, που ισοπεδώνει όλες τις νόρμες και τα στερεότυπα περί όμορφων κι αρμονικών σχέσεων («αν με τον σύντροφό σας αρχίσετε να τσακώνεστε, θα σας ανατεθεί ένα παιδί, συχνά αυτό βοηθάει»). Είναι ένα μέρος με αυστηρούς κανόνες, όπου δεν επιτρέπεται ό,τι δεν είναι απολύτως συγκεκριμένο, ό,τι βρίσκεται στο μεταίχμιο, όπως η αμφισεξουαλικότητα ή το… νούμερο 45 και μισό παπούτσι. Το δεύτερο μέρος, εκείνο του δάσους, των μοναχικών singles, που κι εκείνοι διέπονται από εξίσου απαράβατους κανόνες, χάνει ελαφρώς τον ρυθμό και τη δύναμή του, παρότι οδηγεί σ’ ένα βαθιά συγκινητικό φινάλε που αποζημιώνει με το παραπάνω.

Η σκηνοθεσία του Λάνθιμου είναι μεν χαρακτηριστικά δική του (κι ευτυχώς γιατί ως δημιουργός έχει μια έντονη και διακριτή προσωπικότητα), αλλά είναι και πολύ πιο φιλόξενη: τα κάδρα του αγκαλιάζουν, αντί ν’ ανατέμνουν, τους ήρωές του, η μελαγχολία του είναι τρυφερή κι όχι αποξενωτική, η φωτογραφία του Θύμιου Μπακατάκη, σε μπλε και γκρίζους φυσικούς φωτισμούς, είναι λυρική μ’ έναν δικό της, ειλικρινή και ενδοσκοπικό τρόπο. Οι ηθοποιοί του είναι ένα αληθινό ensemble, με τον Κόλιν Φάρελ να ξεχωρίζει στον σαφέστατα καλύτερο ρόλο της καριέρας του (φτιαγμένον κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση του σεναριογράφου Ευθύμη Φιλίππου;) και οι μουσικές επιλογές (και από το ελληνικό ρεπερτόριο) υπέροχες εκπλήξεις που καλό είναι να σας έρθουν ως τέτοιες.

Ακόμα περισσότερο ο Γιώργος Λάνθιμος κάνει μια ταινία που σε τραβά μέσα της, αντί να σε κρατά απέναντί της. Ισως γιατί το θέμα και οι ήρωές του είναι τέτοια που ο θεατής εύκολα (ή έστω διστακτικά) καθρεφτίζεται μέσα τους. Είναι δύσκολο να είσαι μόνος, είναι δύσκολο και ν’ αγαπάς. Τα ζευγάρια και οι singles έχουν χωριστεί σε δύο στρατόπεδα, το καθένα με την ξεκάθαρη στρατηγική του. Κι ανάμεσά τους, αν πέσει σαν βόμβα το πού θα έφτανες για να κρατήσεις έναν έρωτα, κανείς δεν ξέρει ποιο ακριβώς κιτάπι να συμβουλευτεί. Κι αυτήν την τόσο προσωπική και τρυφερή αλήθεια ο Λάνθιμος κι ο Φιλίππου την αποτυπώνουν οπωσδήποτε στιλιζαρισμένα, αλλά χωρίς η διαλογική, υποκριτική ή σκηνοθετική επιτήδευση να πλακώνει την ουσία, σαν ένα ευαίσθητο φιλμ που σκηνοθέτησαν μαζί ο Γουές Αντερσον με τον Λαρς Φον Τρίερ. Κι αυτός ο συνδυασμός είναι συναισθηματικά και εικαστικά εκρηκτικός. Μπορεί ο «Κυνόδοντας» να ήταν λοιπόν το φιλμ που έφερε τον Γιώργο Λάνθιμο όχι μόνο στις Κάνες, αλλά και στο παγκόσμιο προσκήνιο, αλλά το «The Lobster» είναι η καλύτερη ώς τώρα ταινία του κι εκείνη που τον εξελίσσει ως δημιουργό.

Γιώργος Λάνθιμος

«Είχα δημιουργική ελευθερία και πληρώσαμε και τον κόσμο»

Στη συνέντευξη Τύπου που ακολούθησε την πρώτη προβολή του «The Lobster», ο Γιώργος Λάνθιμος, περιστοιχισμένος από ολόκληρο το καστ του, εξήγησε ότι αυτή τη φορά, μαζί με τον σεναριογράφο Ευθύμη Φιλίππου, θέλησαν να κάνουν μια ταινία για τις σχέσεις, τις ανθρώπινες σχέσεις, μ’ έναν τρόπο ρομαντικό. «Το ότι έκανα μια ταινία που είναι συμπαραγωγή και γυρίστηκε στην Ιρλανδία με διεθνές καστ δεν σημαίνει ότι δημιουργικά είναι διαφορετική. Είναι όπως και οι προηγούμενες που κάναμε στην Ελλάδα, απλώς αυτή τη φορά πληρώσαμε τον κόσμο! Είχα μεγάλη δημιουργική ελευθερία, κάναμε αυτά που θέλαμε στο όριο που μπορούσαμε, οι παραγωγοί μου με υποστήριξαν απόλυτα, η εμπειρία ήταν διαφορετική λόγω χώρας, είχε τους δικούς της κανόνες που μ’ έκαναν να νιώσω λίγο σαν τον ήρωα, αλλά η προσέγγιση είναι ακριβώς η ίδια».

Το μεγάλο καστ του –τον πρωταγωνιστή Κόλιν Φάρελ πλαισιώνουν οι Ρέιτσελ Γουάις, Τζον Σι Ράιλι, Μπεν Γουίσο, Λεά Σεντού, Αριάν Λαμπέντ και Αγγελική Παπούλια– ο Λάνθιμος το είδε σαν ένα φυσικό βήμα της διαδικασίας: «Για μένα το κάθε βήμα της δημιουργίας της ταινίας είναι ξεχωριστό, ποτέ δεν σκέφτομαι την εικόνα όταν γράφουμε το σενάριο, για παράδειγμα. Οταν έχουμε το σενάριο, μετά σκέφτομαι τους χώρους και μετά ποιοι θα παίξουν. Δεν υπάρχουν περιγραφές των ηρώων στο σενάριο, οπότε άρχισα να σκέφτομαι ποιος θα ήταν ωραίο να ενσάρκωνε τον κάθε ήρωα, τι πίστευα ενστικτωδώς ότι θα λειτουργήσει. Κι είχα την τύχη οι ηθοποιοί που ήθελα, να θέλουν κι εκείνοι! Είναι μια διαρκής διαδικασία του ν’ αντλείς από την πραγματικότητα και να συνθέτεις κάτι που, ελπίζεις, δεν έχεις σκεφτεί πριν».

Ο Λάνθιμος αστειεύτηκε μιλώντας για τις κινηματογραφικές αναφορές του στην ταινία: «Η ποπ κουλτούρα, το σινεμά που έχω δει, φυσικά μ’ έχουν επηρεάσει. Ομως εκείνο που περισσότερο απ’ όλα είδα όταν προετοιμαζόμουν για την ταινία, ήταν το βρετανικό ριάλιτι “The Hotel”! Ως προς τους σκηνοθέτες, με επηρεάζουν λιγότερο οι ταινίες τους και περισσότερο το ήθος ή η φιλοσοφία τους».

Οσο για το αν θα ξανακάνει ταινία στην Ελλάδα στο μέλλον, ο Λάνθιμος ήταν… διπλωματικά ανοιχτός: «Στην εποχή μας, ο κόσμος ζει και δουλεύει οπουδήποτε –είναι ευκολότερο να κάνεις μια ταινία στα αγγλικά και με μεγαλύτερα μέσα απ’ ό,τι στην Ελλάδα. Ομως, να, αρχικά δεν ήξερα ότι αυτή εδώ η ταινία θα γυριζόταν στην Ιρλανδία. Είναι απρόβλεπτο το είδος της δουλειάς που κάνουμε. Δεν έχω αυτή τη στιγμή κάποιο σχέδιο συγκεκριμένα για μια ταινία στην Ελλάδα, αλλά φυσικά θα ξαναγύριζα εκεί αν το ένιωθα σωστό, δεν αποκλείω τίποτα».