«Εζησα μια ευλογημένη ζωή. Είχα πάντα τον έλεγχο της δουλειάς μου, παρ’ ότι δουλεύω σε μια δύσκολη περιοχή της χολιγουντιανής μηχανής. Δεν ανακατεύονται με αυτά που κάνω κι έτσι, είτε οι ταινίες μου καταλήγουν καλές, είτε καταλήγουν να μην αρέσουν, δεν φταίει κανένας άλλος παρά μόνον εγώ», έλεγε σε συνέντευξή του το 2015 ο Αλαν Πάρκερ, ανακοινώνοντας τότε ότι αποσύρεται από τη σκηνοθεσία. Μια δουλειά την οποία περιέγραφε σαν καθημερινή μάχη, έχοντας να αντιμετωπίσει τα μεγάλα στούντιο, τους παραγωγούς, το μπάτζετ των ταινιών.
«Βούτηξα κάτω από τα σκοινιά και έμπαινα στο ρινγκ και έπαιζα γροθιές όλη μου τη ζωή προκειμένου να κάνω τη δουλειά μου. Οποιος έχει δουλέψει μαζί μου το ξέρει: Παλεύω για το δικαίωμά μου να κάνω την ταινία μου με τον τρόπο που θέλω».
Ο διάσημος Βρετανός σκηνοθέτης, βραβευμένος με Οσκαρ, Bafta και Χρυσές Σφαίρες, που κέρδισε πολλές μάχες στα πλατό, έχασε τη μάχη για τη ζωή την τελευταία μέρα του Ιουλίου, σε ηλικία 76 ετών, έχοντας κερδίσει ωστόσο διεθνή αναγνώριση και αποδοχή με πολυσυζητημένες ταινίες, διαφορετικού ύφους – από πολιτικά και κοινωνικά δράματα μέχρι μιούζικαλ.

Πρώτη απ’ όλες το «Εξπρές του μεσονυχτίου», του 1978, σε σενάριο του Ολιβερ Στόουν, βασισμένο στο ομότιτλο αυτοβιογραφικό βιβλίο του Μπίλι Χέιζ, με ήρωα έναν Αμερικανό φοιτητή που κλείστηκε στις τουρκικές φυλακές για πέντε χρόνια με την κατηγορία ότι προσπάθησε να περάσει λαθραία λίγα γραμμάρια χασίς, ενώ πέρασε τα πάνδεινα μέχρι να αποδράσει στην Ελλάδα.
Μια συγκλονιστική ταινία, που περιέγραφε τις απάνθρωπες συνθήκες στις τουρκικές φυλακές, τη διαφθορά του δικαστικού συστήματος και προκάλεσε τότε την αντίδραση της τουρκικής πλευράς, που μιλούσε για «δαιμονοποίηση». Τα γυρίσματα, διάρκειας έξι εβδομάδων, είχαν γίνει στη Μάλτα και, παρ’ όλο τον καύσωνα, ο Πάρκερ τα περιέγραφε ως μια ευχάριστη εμπειρία.
Στον γεμάτο μουσική «Πυρετό της δόξας» (1980) μετέφερε τον ενθουσιασμό και την εκρηκτική ενέργεια νέων καλλιτεχνών «κάθε κοινωνικής τάξης και φυλής», ονειροπόλοι μουσικοί, ηθοποιοί, χορευτές οι οποίοι έρχονται αντιμέτωποι με σκληρές αλήθειες, γνωρίζουν τον έρωτα και ζουν τη ζωή τους καθημερινά προσπαθώντας να αποδείξουν το ταλέντο τους και να αφήσουν το δικό τους στίγμα.

Εντελώς διαφορετικό το κλίμα στο πολιτικό θρίλερ «Ο Μισισιπής καίγεται» (1988), που μας μετέφερε στον αμερικανικό Νότο του 1964. Η δολοφονία τριών μελών του Κινήματος για τα Δικαιώματα των Μαύρων γίνεται αφορμή για να σταλούν στην Πολιτεία του Μισισιπή δύο αφοσιωμένοι πράκτορες του FBI, τους οποίους ερμηνεύουν ο Τζιν Χάκμαν και ο Γουίλεμ Νταφόε, με στόχο να διαπεράσουν το πέπλο της σιωπής που σκεπάζει ένα καθεστώς ρατσιστικής καταπίεσης και βίας, ώστε να οδηγηθούν στη Δικαιοσύνη οι δολοφόνοι.
Η ταινία χαρακτηρίστηκε από τους Τimes «μία από τις πιο σκληρές, ρεαλιστικές και επιδραστικές που έχουν δημιουργηθεί για τη μισαλλοδοξία και τη φυλετική βία», παρ’ όλο που ο Αλαν Πάρκερ δέχτηκε κριτική ότι δεν κατάφερε να δημιουργήσει ισχυρούς μαύρους χαρακτήρες.

Η μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία του πάντως, με εισπράξεις 14 εκατομμυρίων δολαρίων παγκοσμίως, ήταν η «Εβίτα» (1996), για τη ζωή της Εβίτα Περόν. Ο σκηνοθέτης είχε άσο στο μανίκι του τη Μαντόνα, η οποία, σύμφωνα με τον ίδιο, είχε πιέσει σκληρά για να κερδίσει το πρωταγωνιστικό ρόλο και του ορκίστηκε ότι «θα τραγουδούσε, θα χόρευε και θα έπαιζε με την καρδιά της». Ο Πάρκερ έμεινε ικανοποιημένος, αν και το κοινό διχάστηκε για τις υποκριτικές της ικανότητες.
Είχε προηγηθεί το 1982 η εμβληματική ταινία για τους Pink Floyd και το ιστορικό άλμπουμ τους «Τhe Wall», ένα ιμπρεσιονιστικό, εφιαλτικό κολάζ εικόνων και μουσικής, με τον καταθλιπτικό ροκ σταρ Μπομπ Γκέλντοφ να μην μπορεί να αποδεσμευτεί από το τραύμα του θανάτου του πατέρα του στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και την υπερπροστατευτική μητέρα του, χτίζοντας ένα φυσικό και συναισθηματικό τείχος για να προστατευτεί.
Ωστόσο, η πιο προσωπική ταινία που έκανε ποτέ και μια «καθαρτική εμπειρία», σύμφωνα με τον Αλαν Πάρκερ, ήταν το «Shoot the moon», το 1982, που αποδείχτηκε εισπρακτική καταστροφή κι ας είχε δύο άξιους πρωταγωνιστές, την Νταϊάν Κίτον και τον Αλμπερτ Φίνεϊ, να ερμηνεύουν ένα ζευγάρι του οποίου ο αποτυχημένος γάμος, ο χωρισμός και οι ερωτικές υποθέσεις κατέστρεψαν τα τέσσερα παιδιά τους.
