Ο Ραμίν Μπαχράνι βρέθηκε πριν από δέκα χρόνια στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης με την πρώτη του ταινία, το «Man Push Cart», κέρδισε μάλιστα το Βραβείο Κοινού. Ο Αμερικανός σκηνοθέτης, ιρανικής καταγωγής, ακολουθεί τον δικό του πολιτικό χάρτη στο σύγχρονο σινεμά, με αναγνώριση και επιτυχία. Φέτος βρίσκεται στο Φεστιβάλ με τη νέα του ταινία, το «99 Homes», με πρωταγωνιστές τον Αντριου Γκάρφιλντ και τον Μάικλ Σάνον, μια εξαιρετικά δυναμική, αιχμηρή και εύστοχη κριτική για τις κατασχέσεις σπιτιών στη Φλόριντα και τη διαφθορά της σύγχρονης Αμερικής, που έκανε την πρεμιέρα της στο Φεστιβάλ της Βενετίας. Από κοντά, μας μίλησε για έμπνευση και… για ταυτότητα, κινηματογραφική και ανθρώπινη.
•Τι έρχεται πρώτο, το αβγό ή η κότα;
Η αρχή κάθε διαδικασίας είναι το σημαντικότερο κομμάτι της. Μετά τις πρώτες ταινίες μου, που μάλλον δοκιμαζόμουν και δοκίμαζα, έχω αποφασίσει και αφιερώνω τον περισσότερο χρόνο στο να πάρω τις αποφάσεις μου και στο να δουλέψω τη δομή τους, ξανά και ξανά. Επιπλέον, επειδή η μυθοπλασία αναπτύσσεται με τη φαντασία, αλλά βασίζεται πρωτίστως σε κάποιου είδους έρευνα, συνηθίζω να επισκέπτομαι πολλές φορές το μέρος όπου θα γυρίσω την ταινία, να μελετάω τους χώρους, τον τόπο, να μιλάω με ανθρώπους, να τους ακούω προσεκτικά και να τσεκάρω απέναντί τους την αλήθεια του σεναρίου μου.
•Οταν έρθει η έμπνευση, δεν την αφήνεις.
Το 2001 ήμουν στο Παρίσι, είχα πάει εκεί χωρίς λεφτά, δεν είχα καν πού να μείνω, ήταν ακριβώς μετά την 11η Σεπτεμβρίου. «Εμενα» στη Βιβλιοθήκη του Κέντρου Πομπιντού, είχε ζέστη, πολλά βιβλία και τηλεοράσεις, όπου μπορούσες να δεις το πρόγραμμα σε πολλές γλώσσες. Είδα Αφγανούς συγκεντρωμένους να παρακολουθούν τα βίντεο από τις βόμβες του Μπους που έπεφταν στη χώρα τους και με επηρέασε έντονα. Μου ήρθε στο μυαλό ο «Μύθος του Σίσυφου» του Αλμπέρ Καμί και το πώς θα μπορούσα μ’ αυτήν την αφορμή να κάνω μια ταινία. Τα μάζεψα και γύρισα επί τόπου στη Νέα Υόρκη, στο Ground Zero, που τότε, ακόμα, ήταν ένα σημείο φρίκης. Ολόγυρα βρίσκονταν Αφγανοί πωλητές φαγητού με τα τροχήλατά τους και τους πλησίασα -μπορούμε να επικοινωνήσουμε επειδή ξέρω ιρανικά. Με αντιμετώπιζαν με σχετικό πανικό: νόμιζαν ότι ήμουν CIA -εκείνη την εποχή αν είχες καφέ δέρμα ή ήσουν μετανάστης αυτόματα φοβόσουν. Ενας ήταν ιδιαίτερα φιλικός, πήγα στο μαγαζί του στο Μπρούκλιν, ήπιαμε τσάι και ξεκίνησα την περιπέτεια του «Man Push Cart», την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία μου.
•Δεν υπάρχουν τέλειες ταινίες.
Οι ταινίες που ο καθένας μας θαυμάζει απεριόριστα είναι γεμάτες ατέλειες κι αυτό είναι καταπληκτικό. Αν σκεφτείτε τους σύγχρονους Αμερικανούς σκηνοθέτες –και δεν μιλώ για τη γενιά του Σκορσέζε, αλλά για την επόμενη– ο σπουδαιότερος αναμφισβήτητα είναι ο Πολ Τόμας Αντερσον. Το «There Will Be Blood» έχει τουλάχιστον 45 λεπτά που δεν βγάζουν κανένα νόημα, το «The Master» έχει ένα ολόκληρο κομμάτι που χάνει τον ειρμό του. Αλλά δεν υπάρχει δημιουργός με τόσο ξεχωριστή ικανότητα στην κάμερα, τόσο μεγαλειώδεις ιδέες, τόσο πρωτοποριακή κινηματογραφική σκέψη.
•Το αμερικανικό σινεμά δεν έχει λεφτά.
Μπορείς να διεκδικήσεις και να πάρεις στην Αμερική ένα τεράστιο budget για την ταινία σου, αν κάνεις περιπέτεια βασισμένη σε κόμικς ή ένα υπερθέαμα σαν το «Avatar». Αλλά αν πας σ’ ένα χρηματοδότη και του πεις ότι θέλεις να κάνεις ένα «δράμα», είναι σαν να του λες «θέλω να σου σκοτώσω τη μάνα». Συνηθίζω ν’ ακούω, στα DVD των ταινιών που μου αρέσουν, τον σχολιασμό από τους σκηνοθέτες για να μαθαίνω. Ακούω τον Κεν Λόουτς που λέει, να γυρίζετε την ταινία με τη σειρά της εξέλιξής της. Και θέλω να πω, “Κεν, καλή τύχη αν έρθεις στην Αμερική”. Ή τους αδελφούς Νταρντέν που λένε ότι κάνουν 70 λήψεις για μια σκηνή. Μα τι κάνουν, την «Οδύσσεια του Διαστήματος»; Αν κάνεις κάτι τέτοιο στην Αμερική, θα βγεις εκτός budget από την πρώτη μέρα. Εμείς είμαστε αναγκασμένοι να κάνουμε γύρω στις 25 μέρες γύρισμα συνολικά. Κάνω μόνος μου τη διαχείριση του προϋπολογισμού μου.
•Η κινηματογραφική σχολή δεν είναι απαραίτητη για ένα σκηνοθέτη.
Φοίτησα στο Columbia θεωρία κινηματογράφου –ποτέ δεν διδάχτηκα σκηνοθεσία, μοντάζ, καθοδήγηση ηθοποιών. Απλώς έκανα πάρα πολλές, πολύ κακές μικρού μήκους ταινίες. Κάπου στην όγδοη, λέω, τουλάχιστον τώρα βγάζει κάποιο νόημα. Ποτέ δεν δούλεψα στην κινηματογραφική βιομηχανία, από επιλογή, επειδή φοβήθηκα ότι θα καταστρέψει τη φαντασία μου. Αντίθετα, δούλεψα σε ξενοδοχείο, σε μπαρ, ως οδηγός φορτηγού, σε telemarketing. Είναι πολύ χρήσιμο για ένα σκηνοθέτη να μάθει πώς να πουλάει κάτι σε κάποιον που πραγματικά δεν το χρειάζεται. Κι ότι όταν κάποιος σου πει «ναι», πρέπει να το βουλώσεις αμέσως.
•Δεν είμαι απλώς «το παιδί μεταναστών».
Αγαπώ τις πολιτισμικές καταβολές μου, η οικογένειά μου ήρθε στην Αμερική από το Ιράν, αντλώ από αυτήν την παράδοση, αλλά θεωρώ ότι δίνεται σ’ αυτό μεγαλύτερη έμφαση, επειδή το όνομά μου δεν είναι… Μπίλι Γουάιλντερ. Εχω γεννηθεί και μεγαλώσει στην Αμερική, είμαι Αμερικανός, αλλά για τις πρώτες τέσσερις ταινίες μου μ’ έλεγαν Ιρανο-Αμερικανό ή και απλώς Ιρανό. Στον κόσμο αρέσει αυτό για κάποιο λόγο, το βρίσκει εξωτικό ή «πολιτικό», αλλά δεν έχει καμιά ισχύ σήμερα. Αν σε απασχολεί η εθνικότητα κάποιου, κάτι φοβάσαι. Υπάρχει μεγάλη καχυποψία και υπεραπλούστευση των πραγμάτων. Φοβάμαι ότι όλος ο πολιτισμός θα πνιγεί σ’ ένα ομαδικό, χυδαίο selfie. Κι εσείς μπορείτε να κάνετε κάτι για να το σταματήσετε αυτό.
