Στην τελευταία του συνομιλία με τον Ινγκμαρ Μπέργκμαν –θυμόταν ότι– ο μεγάλος σκηνοθέτης τού είχε πει: «Μαξ, ήσουνα το πρώτο και το καλύτερο Στραντιβάριους που πήρα ποτέ στα χέρια μου». Και φυσικά ο Μαξ φον Σίντοφ δεν ξέχασε ποτέ αυτή τη φράση. Γιατί, όσο πολλά και θαυμαστά έκανε στην πολύχρονη καριέρα του, με τον Μπέργκμαν παρέμεινε μέχρι τέλους ταυτισμένος, στις δικές του ταινίες αναδείχτηκε το ιδιαίτερο ταλέντο του, από αυτές πήρε φόρα για να κατακτήσει ακόμα και το Χόλιγουντ.
Ο ψηλός, ξανθός, επιβλητικός Σουηδός ηθοποιός με το βαθιά εκφραστικό πρόσωπο, ένας από τους κορυφαίους της ιστορίας του σινεμά, έφυγε από τη ζωή στα 90 του χρόνια. Το ανακοίνωσε η σύζυγός του Κατρίν, χωρίς όμως να κάνει γνωστό το πότε ακριβώς πέθανε και την αίτια θανάτου του. Είχε αρχίσει, όμως, να χάνει τη δύναμή του, να βαραίνει, όσο κι αν ήταν δραστήριος μέχρι τέλους, αφού μόλις τον Αύγουστο του 2018 είχε έρθει στην Ελλάδα για τα γυρίσματα μιας ταινίας για τη σφαγή των Καλαβρύτων, το «Echoes of the Past» του Νικόλα Δημητρόπουλου, παραγωγή της ελληνικής εταιρείας Foss Productions.

Γεννημένος το 1929 ως Καρλ Αντολφ φον Σίντοφ στο Λουντ της νότιας Σουηδίας, με πατέρα καθηγητή Πανεπιστημίου και μητέρα δασκάλα, ενδιαφέρθηκε από μικρός για την υποκριτική. Σπούδασε στο Βασιλικό Δραματικό Θέατρο της Στοκχόλμης και «έπεσε» στον δρόμο του Μπέργκμαν το 1955, όταν πήγε να δουλέψει στο Δημοτικό Θέατρο του Μάλμε, με το οποίο ήδη συνεργαζόταν ο μεγάλος σκηνοθέτης.

Στη διάρκεια των επόμενων χρόνων ο φον Σίντοφ έπαιξε σε πολλές ταινίες του, μικρούς ή πρωταγωνιστικούς ρόλους. Συνολικά, και σε δύο χρονικές φάσεις, οι δύο άντρες συνεργάστηκαν σε πάνω από έντεκα ταινίες. Με κορυφαία –ίσως σκηνοθετικά για τον Μπέργκμαν, σίγουρα για τη φιλμογραφία και την εικόνα του Μαξ φον Σίντοφ– την «Εβδομη Σφραγίδα» του 1957. Εκεί όπου ως Ιππότης που επιστρέφει από τις Σταυροφορίες παίζει τη ζωή του σε μια παρτίδα σκάκι με τον Θάνατο.
Αλλες σημαντικές ταινίες του με τον Μπέργκμαν: «Η πηγή των Παρθένων», «Μέσα από τον σπασμένο καθρέφτη», «Αγριες φράουλες». Ηδη από τις αρχές του 1960 ο διεθνής κινηματογράφος αρχίζει να ενδιαφέρεται για τον γοητευτικό Σουηδό που μπορεί να παίξει τους πιο δύσκολους ρόλους και ψάχνει γι’ αυτόν νέες περιπέτειες. Ηταν και ο ίδιος αεικίνητος, ανήσυχος, του άρεσε να δοκιμάζει τα πάντα.

Ομως, όπως μας έλεγε το 2018, που τον είχαμε συναντήσει στην Αθήνα, «μπορεί να είχα τη χαρά να δουλέψω με πολλούς σημαντικούς σκηνοθέτες, κανένας, όμως, δεν μπορεί να συγκριθεί με τον Μπέργκμαν. Μου λείπει πάρα πολύ. Είχε, όσο κι αν σας φαίνεται παράξενο, μια μεγάλη αίσθηση του χιούμορ και ένα τεράστιο ενδιαφέρον για τους ανθρώπους. Σε όλη μου την καριέρα χρησιμοποιούσα τις ιδέες του και την τεχνική που είχα μάθει κοντά του. Ενδεχομένως, πολύ επηρεασμένος από αυτόν, να είχα για κάθε ταινία ένα όραμα κοντινό στο δικό του».
Σημασία έχει πως το άνοιγμά του έξω από τη Σουηδία τού πρόσφερε σημαντικούς ρόλους και μια διασημότητα χωρίς όρια. Εγινε Χριστός στην «Ωραιότερη Ιστορία του κόσμου» (1965) του Τζορτζ Στίβενς. Το 1973 ήρθε ο Γουίλιαμ Φρίντκιν με τον «Εξορκιστή» του, ταινία που, όπως αυτές του Μπέργκμαν, έγραψε ιστορία, να τον κάνει ηλικιωμένο αλλά έμπειρο και αποφασισμένο ιερέα στο να βγάλει τον Σατανά μέσα από τη Λίντα Μπλερ. Επαιξε τους κακούς, όπως έναν πληρωμένο δολοφόνο στις «Τρεις μέρες του Κόνδορα» του Σίντνεϊ Πόλακ (1975). Ο Γούντι Αλεν τον ενέταξε στους αγχωμένους διανοούμενους του Μανχάταν στη «Χάνα και οι αδελφές της» (1986). Ο Στίβεν Σπίλμπεργκ τον έκανε αφεντικό του Τομ Κρουζ στο «Minority Report» (2002).

Καμιά ταινία με τον Μπέργκμαν δεν του έδωσε υποψηφιότητα για Οσκαρ, κι ας έκανε κι άλλες μαζί του, στα ενδιάμεσα της διεθνούς καριέρας του («Ντροπή», «Επαφή»). Ο Δανός Μπίλε Ογκουστ, μετά σαράντα χρόνια καριέρας, χάρισε στον μεγάλο Σουηδό ηθοποιό την πρώτη του υποψηφιότητα για Οσκαρ α’ ρόλου με τον σπαραχτικό ρόλο ενός βασανισμένου μετανάστη και αφοσιωμένου πατέρα, στην ταινία «Πέλε, ο κατακτητής» (1988). Και μετά, πάλι με μια λιτή, δραματική ερμηνεία στην ταινία του Στίβεν Ντάλντρι «Εξαιρετικά δυνατά και απίστευτα κοντά» κέρδισε υποψηφιότητα για Οσκαρ β’ ρόλου, το 2011, παίζοντας, χωρίς ούτε στιγμή να ανοίγει το στόμα του, τον παππού μικρού αγοριού, που έχει χάσει τον μπαμπά του στους Δίδυμους Πύργους.

Οσο ο Μαξ φον Σίντοφ μεγάλωνε, το σινεμά δεν έπαυε να του δίνει ευκαιρίες, είχε ανάγκη τις μεγάλες ερμηνείες του (όπως στο συγκλονιστικό «Το σκάφανδρο και η Πεταλούδα» του Τζούλιαν Σνάμπελ το 2007) ή απλώς ένα μικρό «πέρασμα» από την οθόνη ενός κινηματογραφικού μύθου σαν κι αυτόν (δεν δίστασε να παίξει το 2015 και να γίνει είδωλο για το νεανικό κοινό στο «Star Wars: Η δύναμη ξυπνάει», αλλά και στην έκτη σεζόν του «Game of Thrones»).
«H καριέρα μου δεν ήταν ποτέ μονότονη, με πήγαινε από το ένα άκρο στο άλλο», μας είχε πει. «Φυσικά, έχω κάνει και ταινίες, για τις οποίες έχω μετανιώσει, όχι πολλές όμως. Γενικά είμαι ευγνώμων που είχα όλες αυτές τις ευκαιρίες, άλλωστε με έφεραν και στην Ελλάδα».
Εδώ και πολλά χρόνια, από τη δεκαετία του ’80, είχε εγκαταλείψει και τη Σουηδία. Ζούσε με τη δεύτερη σύζυγό του, Γαλλίδα Κατρίν Μπρελέ, στη Ρώμη. «Δεν υπάρχει ένα μέρος στον κόσμο που να μπορώ να το πω “πατρίδα” μου», είχε πει στους «Νιου Γιορκ Τάιμς». «Αλλά η Σουηδία είναι η χώρα στην οποία όλο και λιγότερο νιώθω σαν στο σπίτι μου».
