Στο πλαίσιο της θεματικής ενότητας «Κινηματογράφος και πόλη» η Ταινιοθήκη της Ελλάδος και το Φεστιβάλ Αθηνών συνδιοργάνωσαν στον θερινό κινηματογράφο «Λαΐς» προβολές τριών κλασικών ταινιών του βωβού γυρισμένων στην Αθήνα και στο Βερολίνο του Μεσοπολέμου. Και στις τρεις το σημερινό ενδιαφέρον εστιάζει στην παρουσία/παρουσίαση των πόλεων, που συντελείται μέσα από την τότε ακόμη ολόφρεσκη ματιά πρωτοπόρων κινηματογραφιστών.
Στις 29/6/2019 προβλήθηκαν «Οι περιπέτειες του Βιλλάρ» (1924) και το «Ανθρωποι την Κυριακή» (1929/30) με ζωντανή μουσική υπόκρουση από τον συνθέτη Μηνά Αλεξιάδη, ενώ την επομένη, 30/6, προβλήθηκε η ταινία «Κοινωνική σαπίλα» (1932) σε μουσική επένδυση Κωνσταντίνου Βήτα. Παρακολουθήσαμε την πρώτη από τις δύο προβολές αποκομίζοντας άριστες εντυπώσεις.
Τρεις παραστάσεις στον θερινό κινηματογράφο «Λαΐς»
Τον έμπειρο Μηνά Αλεξιάδη είχαμε ακούσει και παλαιότερα να συνοδεύει με ζωντανή μουσική ταινίες του βωβού κινηματογράφου των Γερμανών πρωτοπόρων Λότε Ράινινγκερ (1899-1981) και Βάλτερ Ρούτμαν (1887-1941). Ηταν προ εξαετίας, τον Ιούλιο του 2013, όταν στον υπαίθριο χώρο δίπλα στο Θέατρο «Τρένο Στο Ρουφ» είχε χαρίσει ήχο στις πρώτες γερμανικές ταινίες κινουμένων σχεδίων, καθώς επίσης σε κάποιες από τις πρώτες αφαιρετικής εικαστικής αισθητικής.
Αυτή τη φορά η πρόκληση ήταν διαφορετική: πώς να συμπορευτεί ηχητικά με το βωβό ξετύλιγμα μιας κινηματογραφικής αφήγησης επεισοδίων που διαδραματίζονται –εν μέρει– μέσα στο περιβάλλον δύο πόλεων, οι οποίες, εκάστη στα μέτρα της, περνούν στον (εκ)μοντερνισμό σε επίπεδο φυσικό αλλά και ανθρώπινων ηθών. Οι ταινίες προβλήθηκαν σε ψηφιακά αποκατεστημένες κόπιες, χαρίζοντας τη βέλτιστη δυνατή ποιότητα εικόνας. Καθισμένος στο πλάι και απέναντι από την οθόνη ο Αλεξιάδης έπαιξε σε ηλεκτρικό πιάνο και synthesizer, συνεισφέροντας σάουντρακ που συνομίλησαν διακριτικά με το αισθητικό ήθος και την αφηγηματική μανιέρα εκάστου δημιουργού.
Στις αλά-Σαρλό αντιρεαλιστικά και στιλιζαρισμένα κωμικές «Περιπέτειες του Βιλλάρ» των Χεπ/Σφακιανού ένας ανεύθυνος, ερωτύλος νεαρός πιάνει δουλειά σε ένα καθαριστήριο, αλλ’ όταν γνωρίζει τυχαία μια νέα παρατάει τη δουλειά και ακολουθεί το αντικείμενο του πόθου του στην αθηναϊκή πρωτεύουσα της εποχής: Πλάκα, Στύλους Ολυμπίου Διός, Ηρώδειο, Πανεπιστημίου, Φάληρο…
Η μουσική του Αλεξιάδη αναπαρήγαγε τον νευρικό, σπιντάτο ρυθμό της γεμάτης κωμικά «γκαγκ» αφήγησης, αναπλάθοντας ενίοτε τον υπονοούμενο ήχο (σκηνή με νέγρικη μπάντα τζαζ στο Φλοίσβο). Η «ταινία δίχως ηθοποιούς» «Ανθρωποι την Κυριακή» των Ζιόντμακ/Ούλμερ είναι σπάνιο δείγμα της «Νέας Αντικειμενικότητας» στον κινηματογράφο, γυρισμένη λίγο πριν την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία.
Στο Βερολίνο της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, πέντε νέοι φεύγουν από την πολύβουη μεγαλούπολη για μια κυριακάτικη εκδρομή σε μια λίμνη στα περίχωρα. Για την πιο αβίαστη πραγματολογική αφήγηση και τη μοντερνιστικά αισθητικοποιημένη ματιά της ταινίας η μουσική του Αλεξιάδη κινήθηκε παράλληλα, σε πιο ατμοσφαιρική διάσταση, με τρόπο που προσομοίαζε στην ορχηστρική συνοδεία στην όπερα, δηλαδή δίνοντας υπόσταση στις διαθέσεις.
Τι αποκομίσαμε από την εμπειρία πέρα από μια αναψυκτική βραδιά καλοκαιρινού σινεμά σε ταράτσα με φυτά; Με δεδομένο τον σημερινό εθισμό στη συμφωνική φλυαρία του σύγχρονου κινηματογραφικού σάουντρακ, σίγουρα μας συγκίνησε η πάντα ευπρόσδεκτη υπενθύμιση της αρχαίας εμπειρίας του «ζωντανού» αυτοσχεδιαστικού σάουντρακ στα πλήκτρα. Πρόκειται για πρακτική που συνόδευσε τον κινηματογράφο από τη γέννηση του μέχρις ότου αυτός έπαψε να είναι «βωβός», στον Μεσοπόλεμο.
Τη δουλειά αυτή έκαναν για λόγους βιοπορισμού ταλαντούχοι μουσικοί, μεταξύ των οποίων και πολλοί συνθέτες όπως ο Θεόφραστος Σακελλαρίδης στην Αθήνα και, βέβαια, ο Νίκος Σκαλκώτας στα χρόνια της παραμονής του στο Βερολίνο˙ μάλιστα –ποιος ξέρει;– δεν αποκλείεται ο δεύτερος μέχρι και να είχε συνοδεύσει με τους αυτοσχεδιασμούς του την ταινία των Ζιόντμακ/Ούλμερ!
Προσφέροντας μια διακριτικά διαφοροποιημένη αναβίωση αυτής της ξεχασμένης αισθητικής εμπειρίας, ο Αλεξιάδης υποστήριξε με θεατρικό ένστικτο δράσεις, προοικονόμησε ή υπογράμμισε συναισθηματικές φορτίσεις, εμπλούτισε καθημερινές ατμόσφαιρες άλλων εποχών, έκανε ευφυές αλλ’ όχι εξυπνακίστικο μουσικό χιούμορ. Κυρίως ξανασυνέδεσε για λίγο την απλή διασκέδαση με την έννοια της ψυχαγωγίας στην πιο λεπτή της εκδοχή!
