Ευτυχισμένος Οσκαρ ★★★☆☆
(The Happy Prince, Ην. Βασίλειο, Βέλγιο, Ιταλία, Γερμανία, 2018, 105’)
- σκηνοθεσία: Ρούπερτ Εβερετ
- ηθοποιοί: Ρούπερτ Εβερετ, Κόλιν Φερθ, Εμιλι Γουάτσον
Ο Ρούπερτ Εβερετ, ο σπουδαίος Βρετανός ηθοποιός που ανέβηκε γρήγορα ως ζεν πρεμιέ αξιώσεων τη δεκαετία του ’80 κι είδε την καριέρα του να ταλαντεύεται όταν έκανε το coming out του, σε μια οριακά ανώριμη, τότε, κοινότητα του θεάματος, παρουσιάζει (με πρεμιέρα στο Φεστιβάλ Βερολίνου) την ταινία που δεν μπορεί να θεωρηθεί τίποτε λιγότερο από το έργο ζωής του κι ως τέτοιο συναρπαστικό.
Η ταινία καταπιάνεται με την τελευταία περίοδο της ζωής του Οσκαρ Γουάιλντ, συναντώντας τον όταν αποφυλακίζεται, ύστερα από δύο χρόνια στα κάτεργα, καταδικασμένος για σοδομισμό από καταγγελία του πατέρα του εραστή του. Ο Γουάιλντ, με την ψυχή του τσακισμένη αλλά το πνεύμα του ανέπαφο, ενώ έχει εκτίσει τη φρικτή ποινή του, έχει ακόμα να αντιμετωπίσει την καταδίκη της κοινωνίας, που μοιάζει ακόρεστη.
Ο Ρούπερτ Εβερετ φυσικά πρωταγωνιστεί, αλλά για πρώτη φορά επιπλέον γράφει και σκηνοθετεί, αναλαμβάνοντας ολόκληρη την έμπνευση και την ευθύνη του έργου του. Ως «πρωτάρης» και μάλιστα σ’ ένα φιλμ απαιτητικό, έχει στιγμές κερδισμένες και χαμένες, σκηνές πληθωρικές κι άλλες υπερβολικές ή φλύαρες, σημεία μεγαλειώδη και άλλα γκροτέσκ.
Είναι, ωστόσο, η βαθιά, ενστικτώδης και καλλιεργημένη μαζί γνώση του μιας κατατρεγμένης ιδιοφυΐας, που δίνει στην ταινία τη σπαρακτική κι εσωτερική της δύναμη: η απεικόνιση ενός ήρωα ντυμένου στον κυνισμό, ως όπλο κι ως άμυνα, με τον οποίο ο Οσκαρ Γουάιλντ κοιτάζει τις δικές του αποτυχίες, αδυναμίες, αλλά και της σαθρής κοινωνίας που τον λάτρεψε και τον κατέστρεψε. Εκείνου που, σαν τον «Ευτυχισμένο πρίγκιπα» του παραμυθιού του Γουάιλντ, βλέπει για πρώτη φορά την ασχήμια του κόσμου κι είναι διατεθειμένος να θυσιαστεί για να τη διώξει. Κι ακόμα, ο Εβερετ σχολιάζει, θαρραλέα κι εύστοχα, τη σημερινή εξουσία της κοινής γνώμης και την υποκρισία του καταστροφικού συντηρητισμού. Κι όλα αυτά, με τα σωστά και τα αξιαγάπητα λάθη του, τα κάνει με στιλ, τρυφερότητα και μια μοναδικά λαμπερή μελαγχολία.
TOWN CINEMAS, ΑΙΓΛΗ, ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ, ΑΤΛΑΝΤΙΣ, ΔΑΝΑΟΣ, ΕΛΛΗ, ΖΕΑ, ΚΗΦΙΣΙΑ CINEMAX, ΛΑΜΠΡΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΡΑΣ ΑΙΓΑΛΕΩ
Κριντ ΙΙ ★★★☆☆
(Creed II, ΗΠΑ, 2018, 130’)
- σκηνοθεσία: Στίβεν Κέιπλ Τζούνιορ
- ηθοποιοί: Μάικλ Μπι Τζόρνταν, Σιλβέστερ Σταλόνε, Τέσα Τόμσον, Ντολφ Λούντγκρεν
Αν το «Κριντ», δίνοντας το φιλί της ζωής στον θρύλο που λεγόταν «Rocky», έφερε στο προσκήνιο τον Αντόνις Κριντ, γιο του Απόλο, το «Κριντ 2» ταξιδεύει ώς την Ουκρανία και λανσάρει τον γιο του Ιβαν Ντράγκο: το σίκουελ, σκηνοθετημένο όχι πια από τον εμπνευσμένο Ράιαν Κούγκλερ, αλλά από τον μάλλον διεκπεραιωτικό Στίβεν Κέιπλ, μοιάζει από τη μια ως αναμενόμενο reunion, από την άλλη δίνει στον Κριντ τη δύναμη και το ενδιαφέρον να σταθεί, πια, ως αυτόνομος ήρωας για τη νεότερη γενιά.
Πρωταθλητής με τη γροθιά του, διχασμένος πάντα ανάμεσα στο δικό του μέλλον και το χρέος του στη μνήμη του πατέρα του, ο Αντόνις Κριντ ετοιμάζεται να παντρευτεί την αγαπημένη του Μπιάνκα: τα σχέδιά του για μια νέα ζωή, όμως, πρέπει να μπουν στο ράφι, όταν ο Βίκτορ Ντράγκο, γιος του Ιβαν, ένα σωστό σάρκινο κτήνος φορτωμένο με την απόγνωση του πατέρα του (ο οποίος, όπως μαθαίνουμε, μετά την τότε ήττα του από τον Ρόκι μπήκε σε δυσμένεια από το σοβιετικό κράτος και τον παράτησε κι η άτιμη η Λουντμίλα της Μπριγκίτε Νίλσεν που κάνει εδώ μια αυτοκρατορική, σχεδόν σιωπηλή, επανεμφάνιση), διεκδικεί τον τίτλο και τη ζώνη του. Παρά τις συμβουλές του Ρόκι (ο Σιλβέστερ Σταλόνε σ’ έναν, θα έλεγες, τρυφερό ρόλο, μικρότερης βαρύτητας από της προηγούμενης ταινίας που τον έφερε υποψήφιο για Οσκαρ) να μην πέσει στην παγίδα, ο Κριντ δέχεται την πρόκληση.
Το «Κριντ 2» είναι σε όλα του προβλέψιμο: από τον τρόπο που κινηματογραφεί τις προπονήσεις των δύο μποξέρ (ακόμα όπως το πρώτο «Rocky») και τους αγώνες (ακόμα με τα κυκλικά πλάνα του Σκορσέζε στο «Οργισμένο είδωλο») ώς την καμπύλη των σχέσεων των ηρώων και το, φυσικά, φινάλε όπου θριαμβεύει το Καλό (ακόμα… ψυχροπολεμικό, θα έλεγε κανείς), μέχρι το ηθικό δίδαγμα ότι η πάλη με τον άλλον είναι η πάλη με τον εαυτό μας, μέχρι τις αισθαντικές ερμηνείες του Μάικλ Μπι Τζόρνταν και της Τέσα Τόμσον και τα μισόλογα μέσα από το ακίνητο στόμα του Σταλόνε. Ομως, η ταινία είναι αγνά ψυχαγωγική, με τον απαιτούμενο και πάντα ακαταμάχητο στο mainstream σινεμά, συνδυασμό δράσης, ρομάντζου και όμορφων κορμιών.
Μαρλίνα, η δολοφόνος σε τέσσερις πράξεις ★★½☆☆☆
(Marlina the Murderer in Four Acts, Ινδονησία, Γαλλία, Μαλαισία, Ταϊλάνδη, 2017, 93’)
- σκηνοθεσία: Μούλι Σουρία
- ηθοποιοί: Μάρσα Τίμοθι, Ντέα Πανέντρα, Εγκι Φέντλι, Γιόγκα Πρατάμα
Στην τρίτη μεγάλου μήκους ταινία της, η Μούλι Σουρία από την Ινδονησία κάνει μια υποδειγματικά συνεπή ταινία είδους, ένα γουέστερν εκδίκησης, με τη γυναικεία δύναμη στο επίκεντρο, γοητευτική, έστω κι αν η φόρμα της υπερτερεί του βάθους της.
Με πρεμιέρα στο Δεκαπενθήμερο Σκηνοθετών του Φεστιβάλ Κανών, επίσημη υποβολή της Ινδονησίας για το Ξενόγλωσσο Οσκαρ, η ταινία παρακολουθεί τη Μαρλίνα στη διαδρομή της για κάθαρση, μεταφορικά και κυριολεκτικά. Η χήρα Μαρλίνα ζει στη φάρμα της σ’ ένα κατάξερο νησί της Ινδονησίας που θυμίζει με κάθε τρόπο το φαρ γουέστ. Οταν μια συμμορία ανδρών εισβάλει στο σπίτι της κι απειλήσει να κλέψει τα ζώα της και να τη βιάσει, η Μαρλίνα σκοτώνει τους άντρες, κόβει το κεφάλι του αρχηγού τους και μ’ αυτό ανά χείρας ως λάφυρο, παίρνει τον δρόμο για να καταγγείλει το συμβάν στις αρχές.
Αυτή η πορεία προς τη δικαιοσύνη, άρα την εξιλέωση, δομείται σε κεφάλαια και διατυπώνεται με τον αφαιρετικό, ναΐφ τρόπο ενός λαϊκού μύθου. Στο πέρασμά της, η Μαρλίνα συναντά πρόσωπα που, με τη σειρά, καταδεικνύουν μια διαβρωμένη κοινωνία φυλετικής ανισότητας.
Με τη δωρική, επιβλητική μορφή της Μάρσα Τίμοθι ως όχημα και έμβλημα, με το στέρφο τοπίο να πλαισιώνει την υπαρξιακή, επιβεβλημένη στις γυναίκες, μοναξιά, με στοιχεία σουρεαλισμού και κατάμαυρου χιούμορ να ανατρέπουν κάθε τόσο το προβλέψιμο, η «Μαρλίνα» δεν ξεπερνά τα στερεότυπα στα οποία εξ αρχής έχει αποφασίσει να περιοριστεί, τα διατυπώνει, όμως, με τέτοια εικαστική και υφολογική ένταση που, αν μη τι άλλο, μένουν αξέχαστα.
Η σιωπηλή επανάσταση ★★½☆☆☆
(Das schweigende Klassenzimmer, Γερμανία, 2018, 111’)
- σκηνοθεσία: Λαρς Κράουμε
- ηθοποιοί: Λέοναρντ Σάιχερ, Τομ Γκράμεντς, Λένα Κλένκε, Γιόνας Ντάσλερ, Χέρμαν Λέμκε
Μετά την «Υπόθεση Φριτς Μπάουερ», ο Λαρς Κράουμε ανοίγει άλλο ένα κεφάλαιο του διχασμού και της ενοχής της μεταπολεμικής Γερμανίας, ντύνοντας και πάλι τη συναρπαστική πραγματικότητα με το ύφος του εύπεπτου ιστορικού μελοδράματος.
Βασισμένη στα απομνημονεύματα του Ντίτριχ Γκάρστκα, η ταινία εκτυλίσσεται το 1956, στο Στάλινσταντ, στην Ανατολική Γερμανία της σοβιετικής κυριαρχίας, σε μια τάξη τελειόφοιτων μαθητών. Eξι αγόρια και κορίτσια, πληροφορούμενα (παράνομα, φυσικά, από τα «δυτικά μέσα»), για μια εξέγερση με θύματα, στην Ουγγαρία, αποφασίζουν να συμπαρασταθούν, τηρώντας ενός λεπτού σιγή μέσα στην αίθουσα. Η πράξη τους ξεκινά ως ατίθαση αντίδραση στην εξουσία, αλλά θα οδηγήσει σε τεράστιο τίμημα για τα ίδια και τις οικογένειές τους.
Τοποθετώντας κάποιους από τους πιο αναγνωρισμένους Γερμανούς ηθοποιούς -και δικούς του «μόνιμους»- σαν τον Χέρμαν Λέμκε και τον Μπούργκχαρτ Κλάουσνερ, στο πλάι, ο Κράουμε δίνει βήμα και αέρα σε μια ομάδα νέων ερμηνευτών, με ρομαντικά, γοητευτικά πρόσωπα και τον αέρα του ζωντανού ιδεαλισμού. Η ιστορία του, πέρα ώς πέρα αληθινή, καταπιάνεται με τα σκοτεινά χρόνια της μοιρασμένης Γερμανίας του ψυχρού πολέμου, με το πώς η περίοδος αυτή χώρισε οικογένειες και βύθισε νεανικά όνειρα στην απόγνωση. Ο Κράουμε, ωστόσο, αφηγείται σκηνοθετικά υπογραμμίζοντας διαρκώς το συναίσθημα με μουσική, κρατώντας τους ήρωες στερεοτυπικούς, μονοδιάστατους και φτάνοντας σ’ ένα φινάλε, μεταξύ «Κύκλου των χαμένων ποιητών» και «Σπάρτακου», από το οποίο δεν λείπουν καν τα βιολιά.
Ο Δρόμος μας
(Ελλάδα, 2018, 100’)
- σκηνοθεσία: Κώστας Σταματόπουλος, Σήφης Στάμου, Παυλίνα Αγαλιανού
Οχι τόσο ντοκιμαντέρ, με την έννοια της έρευνας και της τεκμηρίωσης, όσο μια ταινία-φόρος τιμής στην ιστορία των 100 χρόνων από τη δημιουργία του ΚΚΕ, με παραγωγό την Κεντρική Επιτροπή του κόμματος.
Ξεκινώντας από την ίδρυση του ΚΚΕ στον Πειραιά, το 1918, μια ανάσα από τη Ρωσική Επανάσταση, η ταινία αποτυπώνει τη δράση του Κομμουνιστικού Κόμματος στην Ελλάδα, με άγκυρα την εργατική τάξη και λιμάνια τις στιγμές κρίσης, τον πόλεμο, τον Εμφύλιο, τη χούντα, φτάνοντας μέχρι σήμερα.
Οι σκηνοθέτες επιλέγουν, πολύ ατυχώς, μέρη της ταινίας να είναι δραματοποιημένα και χλιαρά ή η αφήγηση να γίνεται με στομφώδη λόγο, είτε από ηθοποιούς που μιλούν στην κάμερα (Λίλα Καφαντάρη, Δημήτρης Αλεξανδρής, Μαριάνθη Σοντάκη, Παύλος Ορκόπουλος) είτε με πιο ατμοσφαιρικό voice over (Δημήτρης Καταλειφός, Κώστας Καζάκος, Ελένη Γερασιμίδου, Διονύσης Ξενάκης), με κείμενο, ωστόσο, βγαλμένο λες από τις σελίδες του Οδηγητή.
Εκείνο που στ’ αλήθεια απλώνει τη δύναμή του στην ταινία είναι το πραγματικό, αρχειακό υλικό (μέρος του από τα αρχεία των Τάσου Ψαρρά και Νίκου Καβουκίδη), κινηματογραφημένο ή φωτογραφημένο, που αρκεί για να συγκινήσει και να παρασύρει.
Οπως είναι φυσικό, απ’ όταν η ταινία μπαίνει στη δεκαετία του ’90, η ουσία της εξασθενεί και την πάλη διαδέχονται συνέδρια, την πηγαία ορμή υποκαθιστούν ειρωνικά πλάνα του Αλέξη Τσίπρα μαζί με τον Ντόναλντ Τραμπ. Η ταινία δεν προτιμά την κριτική σκέψη, δεν στοχάζεται, δεν καταφέρνει (με το υλικό, άλλωστε), να συνομιλήσει με το σήμερα, πόσο μάλλον με το αύριο, ή ν’ αποτελέσει κάτι παραπάνω από την προπαγάνδα στην οποία και επισήμως αποσκοπεί. Είναι το αληθινό υλικό, όπως κι η αληθινή ιστορία, του ΚΚΕ από το ’20 ώς το ’80, ο θησαυρός της ταινίας, που αξίζει κανείς ν’ απομονώσει και να θαυμάσει.
