«Μην ξεχνάτε ότι είμαι πολύ νέα σκηνοθέτις, αλλά ηθοποιός μιας κάποιας ηλικίας», είπε χθες χαμογελαστή, με τα ωραία ελληνικά της, κι ας έψαχνε πότε πότε καμιά λέξη, η πανέμορφη Βαλέρια Γκολίνο. Ηρθε για ακόμα μια φορά στην Αθήνα με κινηματογραφική αφορμή, το 31ο Πανόραμα Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου βεβαίως, «γιατί κανείς δεν μπορεί να πει όχι στον Νίνο, αλλά ήταν ευκαιρία να δω και τη μαμά μου». Κατευθείαν από το Λος Αντζελες, με εμφανές τζετ λαγκ («για μένα είναι τώρα 4 τη νύχτα»), η ηθοποιός κάθισε δίπλα στον καλλιτεχνικό διευθυντή του Πανοράματος, Νίνο Φένεκ Μικελίδη, και απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις.
Η δεύτερη ταινία της, «Ευφορία», με την οποία ξεκίνησε χθες το Πανόραμα στο «Ιντεάλ», τα πηγαίνει περίφημα. Μετά τις Κάνες όπου έκανε πρεμιέρα τον Μάιο στο «Eνα Κάποιο Βλέμμα», παίζεται συνεχώς σε μεγάλα φεστιβάλ, πήγε και στις ΗΠΑ, ενώ οι Ιταλοί, που όπως είπε η σκηνοθέτις «δεν βλέπουν πια ιταλικές ταινίες», όταν βγήκε στις αίθουσες πριν από έναν μήνα η δική της, «έκαναν την έκπληξη, την υποδέχτηκαν με ενδιαφέρον και αγάπη». Και κάπως έτσι ηρέμησε η Γκολίνο. Οχι ότι, όπως είπε, δεν ήξερε ότι είχε κάνει καλή δουλειά, αλλά «η δεύτερη ταινία είναι πάντα πιο δύσκολη για τον σκηνοθέτη, συνήθως είναι χειρότερη από την πρώτη και όλοι σε περιμένουν στη γωνία να δουν αν αξίζεις πραγματικά».
Η Ελληνο-ιταλίδα σταρ, γεννημένη στη Νάπολη από μπαμπά Ιταλό και μαμά Ελληνίδα, που μετά το διαζύγιο των γονιών της μεγάλωσε και έβγαλε το σχολείο στην Αθήνα, έχει ήδη πίσω της μια καριέρα 30 και πλέον χρόνων. Ξεκίνησε πολύ μικρή, στα 16 της, όταν η Βερτμίλερ την ανακάλυψε τυχαία, ένα Πάσχα που το περνούσε στην Ιταλία, και της έδωσε τον ρόλο της κόρης του Ούγκο Τονιάτσι στην ταινία «Scherzo del destino in agguato dietro l’ angolo come un brigante da strada». Aπο κει και πέρα η διαδρομή της ως ηθοποιού είναι πασίγνωστη. Και εκρηκτική.
«Μου φάνηκαν όλα εύκολα, είχα μεγάλη τύχη στην αρχή», ομολόγησε χθες. Κέρδισε πολύ νωρίς, το 1986, ένα σημαντικό βραβείο ερμηνείας στο Φεστιβάλ Βενετίας, το Volpi Cup, για το «Storia d’ amore» του Φραντσέσκο Μαζέλι, που το διπλασίασε το 2015 για το «Por Amor Nostro» του Τζουζέπε Γκουαντίνο – η μόνη μαζί με τις Σίρλεϊ ΜακΛέιν και Ιζαμπέλ Ιπέρ που το έχουν πάρει δύο φορές.
«Πιο δύσκολη αποδείχτηκε η συνέχεια της καριέρας μου», παραδέχτηκε η Γκολίνο, «να κρατήσω έναν ρυθμό, να κάνω πράγματα που μου άρεσαν, να αποκτήσω συναίσθηση της δουλειάς που κάνω, να τη μάθω καλά, να προσέξω τις επιλογές μου». Ο δρόμος της -ήταν και μια κούκλα- την έφερε επί χρόνια στην Αμερική, όπου έπαιξε, ανάμεσα σε άλλες ταινίες, και στο «Rain man», το κορίτσι του Τομ Κρουζ. «Φαίνεται ότι ο Μπάρι Λέβινσον σκέφτηκε πως μια Ευρωπαία ηθοποιός, με άλλη κουλτούρα και διαφορετική προφορά, θα έκανε πιο σύνθετη την ταινία του», είπε. «Είναι πάντως αυτή για την οποία πέρασα από τις περισσότερες οντισιόν».
Δεν απομακρύνθηκε, όμως, ποτέ από την Ευρώπη. «Εδώ ένιωθα ότι ήταν η… αληθινή αγορά μου», είπε. «Ο,τι ταινία κι αν έκανα στην Αμερική, όσο ενδιαφέρουσα κι αν ήταν, ήξερα ότι εδώ θα ήταν ακόμα καλύτερη, ακόμα και στην Ελλάδα, όπου με μεγάλη χαρά συνεργάστηκα δυο φορές με τον Ανδρέα Πάντζη».
Και ξαφνικά, εκεί γύρω στο 2002, όχι μόνο επέστρεψε στην Ευρώπη, αλλά έκανε και μια εντυπωσιακή στροφή στη σκηνοθεσία. Η πρώτη της ταινία, το «Μέλι», με θέμα την ευθανασία, που «κανένας παραγωγός δεν ήθελε να την κάνει» και αναγκάστηκε με τον σύντροφό της, τον καλό ηθοποιό Ρομπέρτο Σκαρμάτσιο, να φτιάξουν τη δική τους εταιρεία, είχε μεγάλη επιτυχία, ξεπέρασε κάθε προσδοκία.
«Μου άλλαξε τη ζωή, πήρα μια καινούργια κατεύθυνση», εξήγησε η Γκολίνο, που πάντως την ηθοποιία δεν την εγκατέλειψε. «Ηθελα από πολλά χρόνια να γυρίσω δικές μου ταινίες, αλλά δεν το πολυέλεγα, δεν τα λες αυτά τα πράγματα», γέλασε. Μιλάει με πάθος για τη δουλειά πίσω από την κάμερα, για τη σχέση της με τους ηθοποιούς και με τις συνσεναριογράφους της (γυναίκες και στενές της φίλες), για τη μαγεία του μοντάζ. Και εξηγεί γιατί και στις δύο ταινίες της, πρώτα στο «Μέλι», τώρα στην «Ευφορία», η θεματολογία έχει μια σχέση με τον θάνατο.
«Στο σινεμά ο θάνατος είναι είτε βίαιος είτε φαντασμαγορικός και στιλιζαρισμένος. Είναι, όμως, μέρος της ζωής μας κι ας μην πολυμιλάμε γι’ αυτόν, κι ας τον φοβόμαστε και τον απωθούμε. Ηθελα στις ταινίες μου να υπάρχει ως αίσθηση, αλλά να μην τον βλέπουμε, να ξεκινάω από αυτόν για να μιλήσω για άλλα πράγματα, τη ζωή, την ελπίδα, την αγάπη».
Θα γύριζε μια ταινία στην Ελλάδα; «Μη βιάζεστε», γέλασε, «μόνο δύο έχω κάνει. Αλλά θα μου άρεσε πολύ, μπορεί να λείπω χρόνια, αλλά έχω μέσα μου τη δική μου Ελλάδα. Φτάνει να βρω μια καλή ιστορία». Και η Ιταλία της, που αναστατώνει την Ευρώπη με τη λαϊκίστικη κυβέρνησή της; «Δεν ξέρω τι να πω», απάντησε, «νιώθω παράξενα με αυτή τη συνεργασία δυο κομμάτων (σ.σ. Λέγκα και 5 Αστέρια) που είναι τόσο διαφορετικά ιδεολογικά μεταξύ τους. Η γλώσσα τους είναι άσχημη, διχάζει τον κόσμο και τον παραπλανά. Αλλά δεν κατηγορώ μόνο αυτούς, είναι το προϊόν χρόνων απαξίωσης της πολιτικής και αδιαφορίας».
Ιnfo: «Πανόραμα», έως 5 Δεκεμβρίου στο «Τριανόν». Ολο το πρόγραμμα στο www.panoramafest.com
