ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ερση Δάνου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Φαίνεται πως ο 81χρονος σερ Αντονι Χόπκινς τα έχει δοκιμάσει όλα. Από ρομαντικά δράματα ώς ταινίες τρόμου και φαντασίας, ο Αγγλος ηθοποιός έχει καταφέρει μέσα σε πέντε δεκαετίες να φτάσει σε ένα απαράμιλλο επίπεδο ποιότητας.

Από τη μία, θα μπορούσε ίσως κάποιος να παραπονεθεί ότι παρ’ όλη την ποικιλία των ρόλων του το παίξιμό του δεν διαφέρει πολύ, από την άλλη δεν υπάρχει χαρακτήρας που έχει υποδυθεί χωρίς πιστότητα. Αντίθετα, ο Χόπκινς μάς πείθει όπου και όπως αυτός θέλει.

Οι κυματισμοί της μεγάλης του καριέρας φανερώνουν ένα παιχνίδισμα που συμφωνεί με τη γενικότερη στάση του στη ζωή: Τίποτα, μας λέει, δεν αξίζει να το παίρνουμε πολύ στα σοβαρά. Τίποτα επομένως δεν τον εμποδίζει να παίζει Σέξπιρ (στο θέατρο και το σινεμά) και μεγαλόπνοα δράματα («Επιστροφή στο Χάουαρντς Εντ» 1992, «Τα απομεινάρια μιας μέρας» 1993, «Στη χώρα της σκιάς» 1993, «Αμιστάντ» 1997, «Τίτος» 1999), ανατριχιαστικές ταινίες τρόμου («Η σιωπή των αμνών», 1991, «Hannibal» 2001), ή κωμωδίες και ταινίες φαντασίας («Η μάσκα του Ζορό» 2002, «Αλέξανδρος» 2004, «Ο άνθρωπος των ρεκόρ» 2005, «Beowulf» 2007, «Τhor» 2011, «Nώε», 2014).

Οπως η ποικιλόμορφη σταδιοδρομία του έτσι και η προσωπική του ζωή δεν υστερεί σε περιπέτειες, διανύοντας μια δύσκολη παιδική και νεανική ηλικία που τον οδήγησε στον αλκοολισμό ή στην επιτυχία στην τέχνη, την υποκριτική αλλά και τη ζωγραφική, ενώ απολαμβάνει έναν από τους υψηλότερους τίτλους που μπορεί να δοθούν σε έναν Βρετανό και γίνεται «Ιππότης του Τάγματος της Βρετανικής Αυτοκρατορίας».

Βλέποντας τον άνθρωπο και τον ηθοποιό στο σύνολο του έργου και του βίου του, διαπιστώνουμε μια εξαιρετική ευελιξία όχι μόνο στην πράξη αλλά και στην κοσμοθεωρία του, για την οποία μίλησε στη συνέντευξη που ακολουθεί με αφορμή τηλεταινία του βασισμένη στο σεξπιρικό έργο «Βασιλιάς Λιρ» (Amazon Studios/BBC).

Μιλάει πάντα βιαστικά και χαμηλόφωνα, κοιτώντας σε με το διαπεραστικό, λίγο φλεγματικό του βλέμμα και το γλυκό, σχεδόν παιδικό μειδίαμα που σε ανατριχιάζει και σε αποσβολώνει ταυτόχρονα όταν θυμάσαι πού αλλού το έχεις δει…

Συνέντευξη

• Εχει ειπωθεί ότι ο «Βασιλιάς Λιρ» είναι το μεγαλύτερο τραγικό έργο. Συμφωνείτε;

Δεν ξέρω. Αυτό που ξέρω είναι ότι όταν έπαιξα τον ίδιο ρόλο πριν από 30 χρόνια σε μια πολύ καλή θεατρική παράσταση στο Λονδίνο με τον Ντέιβιντ Χέιρ, ήμουν πολύ νέος. Ημουν 47 χρόνων και θα έλεγες ότι σε αυτή την ηλικία κάτι γνωρίζουμε… Ομως μας μπερδεύει το εγώ μας, κάνοντάς μας να νομίζουμε ότι έχουμε γνώση.

O Λόρενς Ολίβιε είπε κάτι ενδιαφέρον, ότι φτάνεις σε μια ηλικία που έχεις περισσότερη γνώση απ’ ό,τι 10 χρόνια πριν. Η ειρωνεία είναι ότι συνήθως είσαι ή πολύ νέος για να παίξεις τον Λιρ ή πολύ μεγάλος, όταν δεν έχεις καθόλου μνήμη πια (γέλια). Δυστυχώς είμαι στην ηλικία του Λιρ τώρα. Και δεν τα πήγα άσχημα στην παράσταση του Εθνικού Θεάτρου αλλά πάντα ήθελα να μου δοθεί πάλι η ευκαιρία. Τώρα μου φαίνεται ο ρόλος συγκινητικός γιατί τον καταλαβαίνω περισσότερο…

Ερχεται μια στιγμή που ξυπνάς και λες «δεν είμαι παρά ένας ανόητος γέρος»

Θα σας ομολογήσω κάτι: Δεν ξέρω τι σημαίνει να είσαι ηθοποιός. Πάντα αισθανόμουν κάπως εκτός των καταστάσεων. Ο τρόπος που λειτουργώ είναι να μπαίνω στην πράξη κατευθείαν, χωρίς πολλά λόγια. Ο πατέρας μου πάντα μου έλεγε να το βουλώνω και να τελειώνω. Την ίδια στάση έχω κι εγώ. Καταλαβαίνω λοιπόν τον Λιρ και την τραγωδία του. Ξέρει ακριβώς πόσο δολοπλόκες είναι οι δύο του κόρες γιατί αυτός τις μεγάλωσε μέσα στην αυστηρότητα.

Για τη μικρότερη κόρη του όμως, την Κορντέλια, νιώθει οίκτο γιατί η μητέρα της πέθανε στη γέννα. Της δίνει σπαθί, τόξο και βέλος, την ανεβάζει στο άλογο, τη μεταχειρίζεται σαν αγόρι. Και φυσικά τον πληγώνει κατάβαθα όταν τη ρωτάει «με αγαπάς;» και αυτή απαντάει «όχι». Ομως είναι άνδρας που δεν δείχνει τη θλίψη του αλλά την καταπνίγει μαζί με τον πόνο μέχρι που του τρώει τα σωθικά. Αυτό τον καταστρέφει. Και θυμάμαι ότι ο πατέρας μου και ο παππούς μου ήταν έτσι – πληγωμένοι άνδρες.

Κατάλαβα στο γύρισμα τι θα πει πόνος – γνωρίζεις ότι εσύ τον έχεις προκαλέσει και ότι είναι ο καρπός της ανοησίας σου. Κι έρχεται μια στιγμή που ξυπνάς και λες «δεν είμαι πάρα ένας ανόητος γέρος». Είναι κάτι που το έχω ζήσει. Ηταν λοιπόν για μένα μια καλή και εύκολη εμπειρία. Η προετοιμασία όμως βοηθάει τον ηθοποιό να εξοικονομεί ενέργεια, γιατί ξέρει πότε να επιταχύνει και πότε να επιβραδύνει τον ρυθμό του.

Οταν πεθαίνει η Κορντέλια, ο Λιρ ξέρει ότι ο θάνατος είναι ολοκληρωτικός. Γι’ αυτό και ζήτησα από τον σκηνοθέτη Ρίτσαρντ Εϊρ να δείξει τη σήψη, το μπλε και σταχτί σώμα. Υπάρχει όμως και κάτι απελευθερωτικό στη σκέψη ότι αυτό είναι όλο. Δεν είμαστε σπουδαίοι. Βλέπω γύρω μου στη δουλειά μου ανθρώπους να νομίζουν πως είναι κάποιοι και θέλω να τους ψιθυρίσω στο αυτί – «ένας κλόουν είσαι, ηθοποιός, μην παίρνεις τον εαυτό σου τόσο στα σοβαρά». Κανείς δεν νοιάζεται για το τι σκέφτεσαι. Μόνο εσύ ενδιαφέρεσαι.

Οταν κάποιοι ηθοποιοί συμπεριφέρονται με αγένεια νομίζοντας πως είναι μεγάλοι και τρανοί, θέλω να τους πω «ξυπνήστε, είστε ένα τίποτα». Αυτό όμως σημαίνει και μια υπαρξιακή απελευθέρωση: «Δεν είσαι τίποτα». Αυτό είναι όλο κι όλο το παιχνίδι. Ολοι θα πεθάνουμε.

• Θα λέγατε ότι λόγω αυτής της αποστασιοποίησής σας, ένας ρόλος σαν αυτόν του Χάνιμπαλ Λέκτερ στη «Σιωπή των αμνών» είναι εύκολος για σας;

Αποστασιοποίηση, σωστά. Νομίζω ότι το κόλπο στη ζωή είναι να μη σε νοιάζει πολύ τι γίνεται. Να σε νοιάζει λίγο, ναι, όχι όμως υπερβολικά. Να μην έχεις μεγάλες προσδοκίες… Η αποστασιοποίησή μου με βοηθάει στη δουλειά και στη ζωή μου, είναι ενσωματωμένη μέσα μου…

Ο Καρλ Γιουνγκ είπε κάποτε ότι έρχεται ο καιρός, συνήθως κοντά στα 50 σου, που βλέπεις στον ορίζοντα τον θάνατο, τη θνητότητά σου, και τότε επιστρέφεις στη ζωή για να την απολαύσεις. Τι απολαμβάνεις; Το γεγονός ότι είσαι ζωντανός, αυτό φτάνει. Αγαπώ πολύ την Αμερική, έχω ζήσει εδώ πολλά χρόνια, αλλά ο φόβος και η άρνηση του θανάτου είναι το αδύναμο σημείο της κουλτούρας μας.

• Πώς μπορεί ένας γλυκός άνθρωπος σαν εσάς να παίξει τον ρόλο του ανθρωποφάγου Χάνιμπαλ Λέκτερ όμως;

Οταν διάβασα το σενάριο, το ήξερα, το αισθάνθηκα στη σπονδυλική στήλη μου πως μπορώ να παίξω τον ρόλο. Οχι σαν τέρας αλλά σαν έναν άνθρωπο ήσυχο που στέκεται στη μέση του κελιού του περιμένοντας την Κλαρίς (Τζόντι Φόστερ) γιατί τη μυρίζει καθώς τον πλησιάζει… Είναι ανατριχιαστικό!

• Τι σας θυμώνει στον κόσμο μας;

Τίποτα πολύ. Πιο πολύ με μπερδεύει η στάση μερικών που υπερηφανεύονται, ειδικά στον χώρο μας. Δεν ξοδεύω τον χρόνο μου με θυμό πάντως, απολαμβάνω τη ζωή μου που είναι απόρροια της θέσης μου στον καλλιτεχνικό χώρο, η οποία, παρεμπιπτόντως, είναι πάλι τυχαία. Νιώθω ευγνωμοσύνη γιατί δεν μιλάμε παρά για ένα παιχνίδι στο οποίο μπήκα πριν από 60 χρόνια, όταν ακόμα δεν ήμουν σίγουρος για τίποτα. Ηθελα να γίνω μουσικός, πιανίστας, αλλά κατέληξα στην ηθοποιία εντελώς κατά τύχη.

Κοιτάζω έξω από το παράθυρό μου, στην παραλία του Μαλιμπού, και αναρωτιέμαι: Πώς έφτασα ώς εδώ; Οχι, δεν μπορώ να σπαταλάω τον χρόνο μου σε θυμούς. Είμαι όμως ανήσυχος. Θέλω να ξέρω λεπτομέρειες – τι ώρα θα φτάσω στο ραντεβού, με ποιο αυτοκίνητο, ποιο δρόμο θα πάρω, σε ποιο δωμάτιο πρέπει να πάω. Εχω βλέπετε Ασπεργκερ (σ.σ. μορφή πολύ ελαφρού αυτισμού) και πρέπει να ξέρω τα πάντα – την τρελαίνω τη γυναίκα μου! (γέλια)… Με φωνάζει «χαρούμενο ιπποπόταμο» γιατί δεν μ’ αρέσει να χορεύω ούτε να βγαίνω τα βράδια.

• Με την άνθηση της τηλεόρασης, βλέπετε περισσότερα τηλεοπτικά προγράμματα;

Οχι. Καμιά φορά βλέπω ντοκιμαντέρ στο Netflix ή παλιές ταινίες –είδα τον «Πολίτη Κέιν»– κι αυτό είναι όλο. Βρίσκω την τηλεόραση πολύ βαρετή και χάσιμο χρόνου. Προτιμώ να διαβάζω και να παίζω πιάνο. Οχι μόνο τα έχουμε δει όλα, αλλά και μας πιέζει η πληθώρα πληροφοριών που θα ήθελα να μην υπάρχει.

Είναι σοβαρό το πρόβλημα. Μας εμποδίζει από το να επικοινωνούμε μεταξύ μας. Αλλά πάλι δεν θέλω να κατακρίνω τίποτα, εκφράζω μόνο τη γνώμη μου. Αφήνω λοιπόν την μπαταρία του κινητού να πέσει και δεν βλέπω τηλεόραση.

• Εχετε υποδυθεί πολλούς ρόλους σε πολλές ταινίες. Υπάρχουν κάποιοι που ξεπηδούν στη μνήμη σας;

Ο Βασιλιάς Λιρ είναι από τους πιο αγαπητούς μου των τελευταίων χρόνων. Με απατάει η μνήμη μου, όταν πηγαίνω πίσω είκοσι χρόνια, δεν μπορώ να θυμηθώ ακριβώς πώς αισθανόμουν. Μου άρεσαν «Τα απομεινάρια μιας μέρας», «Η σιωπή των αμνών» ή ο «Νίξον» του Ολιβερ Στόουν.

Αλλά οι μνήμες δεν είναι πάντα αληθινές, τις εξωραΐζουμε, οπότε δεν μπορώ να πω ότι θυμάμαι. Ομως ο ρόλος μου στον «Βασιλιά Λιρ» είναι πολύ φρέσκος… Θυμάμαι την πρώτη μέρα του γυρίσματος με λεπτομέρεια, όταν συνάντησα την Εμα Τόμσον και όλους τους άλλους, τον Ρίτσαρντ Εϊρ, και είχα τη διαίσθηση πως όλα θα πάνε καλά. Η ηθοποιία είναι μία τέχνη.

Αισθάνομαι σαν τον ξυλουργό που έρχεται και σε ρωτάει πού θέλεις το ένα και το άλλο πράγμα. Εκεί βρίσκεται το πάθος για τη δουλειά μου – στο να συναρμολογώ τα διάφορα κομμάτια του δραματικού οικοδομήματος μαζί με τους άλλους ηθοποιούς. Και παρ’ όλο που έπαιζα τον πρωταγωνιστικό ρόλο πρόσεχα να μην παραγκωνιστεί κανένας ηθοποιός, κάτι που συμβαίνει καμιά φορά, οι δεύτεροι ρόλοι να εξυπηρετούν αποκλειστικά τον πρώτο.

• Τι είναι αυτό που σας χαροποιεί περισσότερο στη ζωή σας τώρα;

Το γεγονός ότι ζω ακόμα. Α, και ότι ήρθα στο ξενοδοχείο παίρνοντας τον δρόμο με τη μυρωδιά του ωκεανού, ότι συνάντησα τον ατζέντη μου πίνοντας τσάι και αποφεύγοντας το ψωμάκι με τη σοκολάτα (γέλια). Αυτό είναι που κάνει τη ζωή ωραία, το να έχεις επιλογές. Ο πατέρας μου νόμιζε ότι δεν είχα καμιά ελπίδα και ανησυχούσε για μένα.

Ούτε εγώ είχα ιδέα τι θα κάνω, αισθανόμουν άχρηστος. Ο πατέρας μου ήταν φούρναρης και είχε το μαγαζί του μεταξύ του σπιτιού μας και του φούρνου. Ηταν Πάσχα, θυμάμαι, και είχε ψήσει ψωμάκια σε σχήμα σταυρού που ήθελε να μεταφέρω στο μαγαζί. Μου λέει λοιπόν, «βγάλε τα χέρια από τις τσέπες, στάσου όρθιος και πήγαινέ τα αυτά στη μητέρα σου στο μαγαζί». Μετά από λίγο βγαίνει η μητέρα μου και λέει «πού πήγαν τα ψωμάκια;».

Ο πατέρας μου: «Είπα στον Αντονι να σ’ τα φέρει, μα πού είναι;». Ημουν στον πάνω όροφο του σπιτιού παίζοντας πιάνο. Ανεβαίνει λοιπόν ο πατέρας μου με τα τριχωτά του χέρια γεμάτα αλεύρια και με ρωτάει. Του απαντάω «το ξέχασα». Μου λέει «τι παίζεις;». «Μπετόβεν». «Γι’ αυτό κουφάθηκες κι εσύ!» (γέλια).

Δεν μπορώ να πω oτι ευθύνομαι για την πορεία της ζωής μου εκτός από τις επιλογές που έκανα αφού είχα πάρει τον δρόμο μου. Παρακολουθώ ένα σκληρό πρόγραμμα στο Νetflix για τις φυλακές της Αμερικής, πρόκειται για ένα βάρβαρο, ανεπανόρθωτο σύστημα που διαλύει οικογένειες. Είναι πολύ λυπηρό να βλέπεις μια νέα, έξυπνη γυναίκα, κατεστραμμένη από τον αλκοολισμό και τα ναρκωτικά, να αναρωτιέται τι θα σκέφτεται γι’ αυτήν η γιαγιά της… Και αναπολώ τότε τη δική μου ζωή απορώντας πώς τη γλίτωσα, πώς δεν έπεσα κι εγώ στον υπόνομο.

Πραγματικά δεν ξέρω γιατί. Βλέπω τους άστεγους, τους ναρκομανείς που παραπαίουν στους δρόμους, εκεί στη γωνία είδα έναν άνδρα με ένα χέρι και ένα πόδι από τον πόλεμο στο Αφγανιστάν… Πώς μπορώ να έχω παράπονα από τη ζωή μου;

Δεν γνωρίζουμε τίποτα για τα μαρτύρια των ανθρώπων. Τα βλέπουμε στους δρόμους κάθε μέρα, αυτοκτονίες, κατάθλιψη, ψυχικές ασθένειες… παιδιά που εγκαταλείπονται, δολοφονούνται, επικρατεί το χάος στις πόλεις χωρίς να ξέρουμε την αιτία. Είμαστε προϊόντα των συνθηκών μας, ωστόσο μπορούμε να τις ξεπεράσουμε αν καταφέρουμε να βρούμε μια σπίθα μέσα μας, μια σπίθα θέλησης για τη ζωή.