ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Λήδα Γαλανού
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Suspiria  ★★½☆☆☆

(Ιταλία, ΗΠΑ, 2018, 152’)

  • σκηνοθεσία: Λούκα Γκουαντανίνο
  • ηθοποιοί: Ντακότα Τζόνσον, Τίλντα Σουίντον, Μία Γκοθ, Κλόι Γκρέις Μόρετς, Τζέσικα Χάρπερ

Ο Λούκα Γκουαντανίνο είναι ένας σκηνοθέτης της φόρμας, όπως έχει αποδείξει με το «Io Sono l’ Amore» ή με το «Κάτω από τον ήλιο». Καμιά φορά καταφέρνει στη φόρμα του να χωρέσει ουσία και συγκίνηση, όπως στο «Να με φωνάζεις με τ’ όνομά σου». Η «Suspiria» ανήκει στην πρώτη κατηγορία.

Εχοντας από μικρός μεγάλη αγάπη και θαυμασμό για το ιταλικό giallo και ειδικά για τη «Suspiria», που το 1977 έγραψε και σκηνοθέτησε ο Ντάριο Αρτζέντο, ο Γκουαντανίνο αποφάσισε να τη διασκευάσει, ως remake, προσεγγίζοντάς την από τη δική του σημειολογική, αισθητική και πολιτική ματιά.

Η δράση λαμβάνει χώρα στο Ανατολικό Βερολίνο του 1977. Εκεί φτάνει η Σούζι, μια νεαρή Αμερικανίδα με τη σκανδαλιστικά αθώα μορφή της Ντακότα Τζόνσον, κατ’ευθείαν από κοινότητα Μενονιτών στην Ομάδα Χορού Μάρκος στην οποία κερδίζει μια πολυπόθητη θέση, με δασκάλα την αυστηρή και θαυμαστή Μαντάμ Μπλανκ της Τίλντα Σουίντον. Γρήγορα όμως η Σούζι θ’ αρχίσει να υποψιάζεται ότι κάτω από τα πατώματα του αυστηρού κτιρίου όπου στεγάζεται η Ομάδα, υπάρχει κάτι πολύ σάπιο, κυριολεκτικά και μεταφορικά.

Στην ταινία του ο Γκουαντανίνο αποφασίζει να παραμερίσει το στοιχείο του τρόμου και να επενδύσει σε άλλες παραμέτρους.

Το πολιτικό πλαίσιο έχει δεσπόζουσα σημασία, μια και η ιστορία εκτυλίσσεται στο διχασμένο Βερολίνο, στη διχασμένη -όπως σήμερα, εννοεί ο σκηνοθέτης- Ευρώπη, τη χρονιά που ολοκληρώνεται η δίκη της Φράξιας του Κόκκινου Στρατού στις φυλακές Σταμχάιμ: οι ειδήσεις παρεμβάλλονται διαρκώς και κάτι θέλουν να πουν. Αλλά δεν το λένε.

Η ψυχανάλυση επίσης διαποτίζει την ταινία, τόσο μέσα από τον ήρωα του δρ Κλέμπερερ, που ψυχαναλύει την ηρωίδα και ψυχαναλύεται κι ο ίδιος, όσο και στην υπαινικτική εικονογράφηση των σχέσεων. Ο ίδιος ο δρ Κλέμπερερ προσθέτει στην αφήγηση μια ελλειπτική αναφορά στον ναζισμό και την ευγονική για επιπλέον εκατοστά στον μίτο. Ο χορός, εκτεταμένος και εξπρεσιονιστικός, μιλά για οδύνη και διαστρέβλωση, σωματική, πνευματική και ηθική, ενώ το γεγονός ότι ο θίασος των ηρωίδων αποτελείται αποκλειστικά από γυναίκες, διαφορετικών γενεών, θα έπρεπε κάτι να θίγει για τη γυναικεία δύναμη, παρότι δεν το κάνει.

Ολα αυτά τα στοιχεία ο Γκουαντανίνο τα ντύνει -σε αντίθεση με τα έντονα πρώτα χρώματα του Αρτζέντο- σε μια παλέτα της στάχτης και της γης, έξυπνη επιλογή ως συμβολισμός που όμως κάνει τον αντίκτυπο να ξεθωριάσει. Κι όλα αυτά τα στοιχεία συνθέτουν μια ταινία εικαστικής τελειότητας, εντυπωσιακής τόσο στο σύνολο όσο και στην παραμικρή της λεπτομέρεια, που όμως δεν έχει ρυθμό, δεν αποκτά ενδιαφέρον και, το κυριότερο, δεν είναι καθόλου τρομακτική, ούτε καν ανησυχητική.

Ο Γκουαντανίνο, χαρακτηριστικά εστέτ δημιουργός, ύφανε ένα θεαματικό εικαστικό, αρχιτεκτονικό, φωτογραφικό και χορευτικό ιστό, ένα εντυπωσιακό κουκούλι για την ταινία του, που χορταίνει τα μάτια. Μόνο που μέσα σ’ αυτό δεν κατάφερε να χτίσει την ανησυχία, τον καθαρό τρόμο που απαιτεί η ιστορία του, καταλήγοντας μ’ ένα πανέμορφο δημιούργημα χωρίς εντάσεις.

VILLAGE MALL, VILLAGE PARK ΡΕΝΤΗ, VILLAGE ΠΑΓΚΡΑΤΙ, VILLAGE ΦΑΛΗΡΟ, WEST CITY ΠΕΡΙΣΤΕΡΙ, ΑΕΛΛΩ CINEMAX, ΑΤΛΑΝΤΙΣ ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΖΙΩΤΖΙΟΣ, ΕΛΛΗ, ΚΗΦΙΣΙΑ CINEMAX, ΜΙΚΡΟΚΟΣΜΟΣ, ΝΙΡΒΑΝΑ, ΣΠΟΡΤΙΝΓΚ, ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ

Peterloo  ★★½☆☆☆

(Ην. Βασίλειο, 2018, 154’)

  • σκηνοθεσία: Μάικ Λι
  • ηθοποιοί: Ρόρι Κινίαρ, Μαξίν Πικ, Νιλ Μπελ

Την πιο μεγαλεπήβολη ταινία της καριέρας του έκανε ο Μάικ Λι με το «Peterloo», ανατρέχοντας στη βρετανική ιστορία και συνδέοντάς τη με τη σημερινή πολιτική βία και τη θέση των media στην καταγραφή της επικαιρότητας: σ’ ένα φιλμ δυσβάστακτα βραδυφλεγές που μόνο στο τέλος αποζημιώνει και θυμίζει τη σοφία του σκηνοθέτη του.

Η ταινία ξετυλίγεται λίγο μετά τη μάχη του Βατερλό στο Μάντσεστερ και αφηγείται την πραγματική σφαγή του 1819, όταν η αστυνομία και ο στρατός έπνιξαν στο αίμα μια ειρηνική διαμαρτυρία πολιτών για τον φόρο στα σιτηρά. Οπως πάντα στο έργο του Μάικ Λι, η ταινία είναι ανθρωποκεντρική κι ευαίσθητη, μόνο που αυτή τη φορά τα κάδρα του γεμίζουν με πλήθη, η φιλοδοξία του γίνεται επική και το φιλμ παραδίδει ένα στεντόρειο μήνυμα.

Ο ρυθμός είναι εξαντλητικά αργός, οι ήρωες πολλοί και με λίγο χρόνο στην οθόνη ο καθένας, φαινομενικά αδιάκριτες μικρές ιστορίες αντρών και γυναικών που για όλη σχεδόν τη διάρκεια της ταινίας δεν καταφέρνουν να τραβήξουν το ενδιαφέρον ή την ταύτιση. Για να συνδεθούν όμως όλες στο σαρωτικό φινάλε -κι ακόμα, μετά το φινάλε, στη σκέψη του θεατή- σ’ ένα ψύχραιμο «κατηγορώ» για όλα τα πεδία μάχης σε περίοδο ειρήνης.

NOVACINEMA ODEON ΓΛΥΦΑΔΑ, NOVACINEMA ODEON ΜΑΡΟΥΣΙ, ODEON ΟΠΕΡΑ, ΑΒΑΝΑ ΧΑΛΑΝΔΡΙ, ΑΕΛΛΩ CINEMAX, ΓΑΛΑΞΙΑΣ, ΣΠΟΡΤΙΝΓΚ

Οι στάχτες μιας αγάπης  ★★½☆☆☆

(Jiang hu er nv, Κίνα, Γαλλία, Ιαπωνία, 2018, 137’)

  • σκηνοθεσία: Ζία Ζάνγκε
  • ηθοποιοί: Ζάο Τάο, Λιάο Φαν, Ξου Ζενγκ

Κανείς δεν είπε ποτέ ότι ο Ζία Ζάνγκε, ο πιο sui generis από τους σύγχρονους Κινέζους σκηνοθέτες, είναι μετρημένος: αυτή η αμετροέπειά του όμως είναι που δίνει σε όλες και σ’ αυτή, την πιο φιλόδοξη ταινία του (μετά τα «Αίσθηση αμαρτίας», «Πέρα από τα βουνά»), μια διάσταση που υπερβαίνει τον άνθρωπο και μαζί μιλά μόνο γι’ αυτόν. Η κεντρική ηρωίδα, η Κιάο, σώζει τον μαφιόζο αγαπημένο της αλλά για χάρη του φυλακίζεται για πέντε χρόνια. Βγαίνοντας -και για την επόμενη δεκαετία- θα διανύσει μήκη και πλάτη της χώρας και της ψυχής της, αναζητώντας μόνο τον έρωτά του.

Ποπ μουσικές και μαζί μια οικοδομούμενη κοινωνία, συντηρητικές αρχές και συναισθηματικές εκρήξεις, εναλλαγές φόρμας (από σινεμασκόπ σε academy, από drones σε μονοπλάνα), συνδέονται σ’ ένα φιλμ φλύαρο αλλά κατά βάθος λυρικό, δυνατά φεμινιστικό, ένα συλλογισμό πάνω σε ό,τι μένει σταθερό σε μια αχανή χώρα που αλλάζει διαρκώς: τις προσωπικές επιλογές και τα αναπόφευκτα τιμήματα.

ΑΣΤΥ, ΠΤΙ ΠΑΛΑΙ

Bohemian Rhapsody  ★★☆☆☆

(Ην. Βασίλειο, Η.Π.Α., 2018, 134’)

  • Σκηνοθεσία: Μπράιαν Σίνγκερ
  • Ηθοποιοί: Ράμι Μάλεκ, Λούσι Μπόιντον, Μπεν Χάρντι

Μια πορεία σαν αυτή των Queen, της βρετανικής ροκ (και στην πορεία glam rock) μπάντας που συγκλόνισε τις δεκαετίες του ’70 και του ’80 και του μνημειώδους frontman τους, του Φρέντι Μέρκιουρι, που έζησε σε μια διαρκή, μεγαλειώδη υπέρβαση και πέθανε το 1991 από AIDS, άξιζε καλύτερη τύχη από το να ταυτιστεί με την τελευταία κατηγορία εναντίον του σκηνοθέτης της ταινίας, Μπράιαν Σίνγκερ, για αποπλάνηση ανηλίκου.

Ακόμα περισσότερο, άξιζε καλύτερη τύχη από μια ταινία με κατεβασμένες τις εντάσεις, απλοϊκά εξωραϊσμένη, όπου όχι μόνο ο αφηγηματικός ρυθμός της είναι pianissimo, αλλά και όσα συμβαίνουν είναι λες περασμένα με το μαγικό φίλτρο της Ντίσνεϊ (σίγουρα με τη σφραγίδα έγκρισης των εναπομεινάντων Queen), καλά, βολικά κι ευγενικά.

Η μπάντα συγκρούεται αλλά γρήγορα συγχωρούν ο ένας τον άλλον ως οικογένεια, οι εγωισμοί ξεσπαθώνουν αλλά γρήγορα μαζεύονται και η ερωτική πλευρά του Μέρκιουρι εντοπίζεται πολύ περισσότερο στη σχέση του με τη Μέρι Οστιν παρά στην gay ζωή του. Ωστόσο τα τραγούδια των Queen ξεχύνονται από την οθόνη συγκινώντας όσους τ’ αγάπησαν τότε ή τώρα, οι συναυλιακές σκηνές κι εκείνες των ηχογραφήσεων είναι οι μόνες που είναι γυρισμένες με πραγματική δύναμη κι ο Ράμι Μάλεκ δίνει, από μόνος του κι όχι από τον ρόλο, μια ερμηνεία τόσο σπαρακτική και τόσο πληθωρική, που αποτίνει ο ίδιος τον φόρο τιμής στον Φρέντι Μέρκιουρι, τον οποίο η ταινία αποφεύγει κομψά.

Η κατηγορούμενη  ★★☆☆☆

(Acusada, Αργεντινή, Μεξικό, 2018, 108’)

  • σκηνοθεσία: Γκονζάλο Τομπάλ
  • ηθοποιοί: Λάλι Εσπόζιτο, Λεονάρντο Σμπαράλια, Γκαέλ Γκαρσία Μπερνάλ

Η έφηβη Ντολόρες κατηγορείται για τη δολοφονία της καλύτερης φίλης της. Οσο το κορίτσι προετοιμάζεται με τους γονείς της για τη δίκη, ο Τύπος και τα social media βγάζουν τα δικά τους συμπεράσματα ανεβοκατεβάζοντας ραγδαία τη δημοτικότητά της, ενώ μέσα στο σπίτι αναπτύσσεται η αβεβαιότητα και η καχυποψία, ακόμα κι από την ίδια την Ντολόρες που δεν θυμάται τα μοιραία γεγονότα.

Σύγχρονο θρίλερ, με τις σχετικές ανατροπές κι αποκαλύψεις, που δεν ξεπερνά σε ένταση και σενάριο επεισόδια αντίστοιχων τηλεοπτικών σειρών, παρότι μοιάζει, κυρίως στην ηθική κριτική του να παίρνει τον εαυτό του περισσότερο σοβαρά.

Ο Καρυοθραύστης και τα Τέσσερα Βασίλεια  ★★½☆☆☆

(The Nutcracker and the Four Realms, ΗΠΑ, 2018, 99’) 

  • σκηνοθεσία: Λάσε Χάλστρομ, Τζο Τζόνστον 
  • ηθοποιοί: Μακένζι Φόι, Κίρα Νάιτλι, Έλεν Μίρεν, Μόργκαν Φρίμαν 

Η νεαρή και καλόκαρδη Κλάρα μεταφέρεται σ’ ένα παραμυθένιο σύμπαν, το βασίλειο της Ζαχαρένιας Νεράιδας, αλλά αναλαμβάνει να αναμετρηθεί με την Κόκκινη Μητέρα για να επαναφέρει, νομίζει, την ειρήνη στο βασίλειο, έχοντας στο πλευρό της τον πιστό της Μολυβένιο Στρατιώτη. Ελεύθερη διασκευή του κλασικού παραμυθιού -και με τη μουσική του Τσαϊκόφσκι και με μπαλετικές σκηνές επίσης-, φέρνει ατμόσφαιρα Χριστουγέννων και σίγουρα θα παρασύρει με τα λιγουρευτά του χρώματα και τα αλλόκοτα πλάσματα το παιδικό κοινό (η ταινία προβάλλεται και μεταγλωττισμένη). Στους λίγο πιο μεγάλους ωστόσο, παρά τη γλύκα της, το ολόλαμπρο καστ της και το διόλου ευκαταφρόνητο μπάτζετ της, θα μοιάσει περισσότερο με άσκηση χειροτεχνίας για τις γιορτές και όχι επί τούτου. 

Motherland  

(Ελλάδα, 2018, 85’) 

  • σκηνοθεσία: Γιώργος Ευθυμίου 
  • ηθοποιοί: Γιώργος Ευθυμίου, Γιάννης Δεληβέης, Μαίρη Τσώνη, Αντώνης Σπίνουλας, Αντώνης Γκρίτσης 

Ο Γιώργος Ευθυμίου κάνει μόνος του ως auteur (κι αυτός δεν είναι σαρκαστικός χαρακτηρισμός) την πρώτη του ταινία, παρεμπιπτόντως και μια επιπλέον ευκαιρία να δούμε στην οθόνη τη Μαίρη Τσώνη που έφυγε πέρσι από τη ζωή. Η ιστορία, που δεν αποτελεί το βασικό στοιχείο της ταινίας, ακολουθεί έναν ράπερ στην πορεία του να συναντήσει τη νεκρή μητέρα του: πορεία που διακόπτεται από πραγματικές ή φαντασιακές συναντήσεις.

Ο Ευθυμίου αποπειράται να κάνει underground σινεμά, ενσωματώνοντας στην ταινία του obscure φιγούρες της πόλης και μια γενική αίσθηση υπέρβασης, παρακμής, μονομανίας, περιθωρίου, στη γραμμή που το έκανε στις αρχές της καριέρας του ο Κώστας Ζάπας. Το αποτέλεσμα είναι μια ταινία αφόρητη, εν μέρει επίτηδες κι εν μέρει κατά λάθος, παρότι η πρόταση του Ευθυμίου έχει αληθινό ενδιαφέρον, προδιαγράφοντας έναν σκηνοθέτη με τη δυνατότητα να κάνει ξεχωριστό σινεμά, αν από τη μια πλευρά ξεφύγει από την ασταμάτητη αυτοαναφορικότητά του κι από την άλλη βρει κάτι ουσιαστικό να πει.