Ψυχρός πόλεμος ★★★★☆
(Zimna wojna, Πολωνία, Γαλλία, Ην. Βασίλειο, 2018, 88′)
- σκηνοθεσία: Πάβελ Παβλικόφσκι
- ηθοποιοί: Γιοάνα Κούλιγκ, Τόμας Κοτ, Σεντρίκ Καν, Ζαν Μπαλιμπάρ
Μια πενταετία μετά την «Ida», ο Πολωνός Πάβελ Παβλικόφσκι, κάνει τη δική του «Καζαμπλάνκα», το ομορφότερο love story σε μια εποχή όπου η ιστορία κατακερμάτιζε τις ανθρώπινες ζωές –και τιμάται με το Βραβείο Σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ Κανών– ανοίγοντας τον δρόμο και για το Οσκαρ Ξενόγλωσσης Ταινίας.
Το 1949, η Ζούλα, μια πανέμορφη, σαν σλάβικος άγγελος, ξανθιά κοπέλα, με φιλοδοξία που ξεπερνά τα αγγελικά χαρακτηριστικά της, γίνεται μέλος μιας κρατικής χορωδίας παραδοσιακής μουσικής. Εκεί θα την ερωτευτεί με πάθος ο διευθυντής του προγράμματος, Βίκτορ. Η ορχήστρα θέλει ν’ αναδεικνύει τα φολκλόρ τραγούδια της μεταπολεμικής -κομμουνιστικού μπλοκ- Πολωνίας, αυτά που μιλούν για «πόνο και ταπείνωση», όταν ακόμα τέτοιες λέξεις μοιάζουν πολύ μακρινές για τους ήρωες.
Οταν οι κομματάρχες αρχίσουν ν’ απαιτούν τα τραγούδια ν’ απευθύνουν περισσότερη αγάπη στον Στάλιν, ο Βίκτορ θ’ αυτομολήσει. Η Ζούλα δεν θα τον ακολουθήσει κι ο έρωτάς τους θα τραυματιστεί, όχι μοιραία, αλλά καθοριστικά. Από σκοτεινά night clubs με τζαζ απελπισία σε γεμάτα θέατρα αριστερής πίστης, οι δυο τους θα αγωνιστούν, απεγνωσμένα, να βρεθούν ξανά μαζί, σε μια Ευρώπη διχασμένη όπως και οι ίδιοι.
Και πάλι σε ασπρόμαυρο, τετράγωνο, academy κάδρο, ο Παβλικόφσκι χαρίζει ομορφιά που κόβει την ανάσα: χωρίζοντας πάντα το κάδρο του με μια νοητή γραμμή, στα τρία τέταρτα, στο ένα τέταρτο, διαγώνια, ώστε ο ήρωας ποτέ να μη βρίσκεται στο κέντρο, πάντα να τοποθετείται από το ίδιο του το περιβάλλον σε μια συγκεκριμένη θέση.
Κι αν στο δεύτερο μέρος η ταινία χαμηλώνει τους τόνους, γίνεται πιο «μπανάλ» από το συναρπαστικό πρώτο μέρος της, αυτό συμβαίνει γιατί έτσι πλήττεται και το ρομάντζο της Ζούλα και του Βίκτορ, που κουράζεται και φθείρεται και λυπάται.
Οπως όλοι ο άνθρωποι που δεν έχουν την ελευθερία των επιλογών, φυλακισμένοι σ’ έναν κόσμο που παίρνει αποφάσεις γι’ αυτούς. «Πάμε από την άλλη πλευρά, έχει καλύτερη θέα» θα πει η Ζούλα στον Βίκτορ κι αυτή είναι η επιλογή που μπορούν να κάνουν: από τη μία ή την άλλη πλευρά, για να βλέπουν καλύτερα και να ζουν χειρότερα, ή καθόλου. Αυτό είναι το love story της χρονιάς, μια από τις ομορφότερες ταινίες που έχουμε δει ποτέ, μια ψυχροπολεμική, κεντροευρωπαϊκή Καζαμπλάνκα που δεν σβήνει, αλλά γεννά τα όνειρα.
ΝΙΡΒΑΝΑ, ΙΝΤΕΑΛ, ΟΣΚΑΡ, ΚΗΦΙΣΙΑ CINEMAX, ΑΙΓΛΗ, ΑΤΛΑΝΤΙΣ, ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΠΑΤΗΣΙΩΝ, ΣΙΝΕΡΑΜΑ, ΣΙΝΕΑΚ, WEST CITY ΠΕΡΙΣΤΕΡΙ, ΒΑΡΚΙΖΑ
Η νύχτα με τις μάσκες ★★★★☆
(Halloween, ΗΠΑ, 2018, 106′)
- σκηνοθεσία: Ντέιβιντ Γκόρντον Γκριν
- ηθοποιοί: Τζέιμι Λι Κέρτις, Τζούντι Γκριρ, Αντι Μάτιτσακ, Γουιλ Πάτον, Νικ Κασλ
Αν πρόκειται κάποιος να καταπιαστεί με το «φρεσκάρισμα» -ή sequel, σ’ αυτή την περίπτωση– μιας κλασικής, ρηξικέλευθης στην εποχή της, ταινίας είδους, ας το κάνει όπως ο Ντέιβιντ Γκόρντον Γκριν στο νέο «Halloween», που βρίσκεται σε απ’ ευθείας σύνδεση, σεναριακή, αισθητική και νοηματική, με την ταινία του Τζον Κάρπεντερ του 1978, που κλείνει φέτος τα σαράντα.
Η «Νύχτα με τις Μάσκες» εκτυλίσσεται ισάριθμα χρόνια μετά τα γεγονότα εκείνης της ταινίας και βρίσκει τους δύο κεντρικούς ήρωές της εξίσου σημαδεμένους. Ο serial killer Μάικλ Μάγιερς είναι σε φυλακή υψίστης ασφαλείας (η πρώτη μας συνάντηση μαζί του, σε ένα προαύλιο-σκακιέρα μαζί με άλλους επικίνδυνους ισοβίτες ριζωμένους στο έδαφος με κύβους-βαρίδια είναι ήδη μια εμπνευσμένη σκηνή ανθολογίας), παρακολουθούμενος όχι πια από τον δρ Λούμις, αλλά από τον μαθητή του, δρ Σαρτέν, που μοιάζει να έχει αναπτύξει μια ιδιαίτερη εμμονή με τον δολοφόνο.
Η Λόρι Στρόουντ έχει ζήσει μια ζωή στο όριο της παράνοιας, αγκιστρωμένη στον τρόμο, που της έχει κοστίσει δυο γάμους και την κηδεμονία της κόρης της, Κάρεν, που τώρα μεγαλώνει τη δική της έφηβη κόρη, Αλισον. Η Λόρι έχει μετατρέψει το σπίτι της σε οχυρό και οπλοστάσιο μαζί, περιμένοντας την επόμενη έλευση του Μάικλ, σχεδόν έχοντας ανάγκη να τον αντιμετωπίσει ξανά για να ξορκίσει τις αναμνήσεις της. Κι αυτό, φυσικά, θα συμβεί, με αφετηρία ένα λεωφορείο που μεταφέρει τους φυλακισμένους σε άλλο ίδρυμα, σε μια διαδρομή που θα πάει μοιραία στραβά.
Σε μια καριέρα ετερόκλητη και θαρραλέα, ο Γκριν, κατ’ αρχάς, παραδίδει ένα συναρπαστικό θρίλερ –slasher movie πιο σωστά– μ’ ένα καλοδουλεμένο σενάριο, με ήρωες που ξεδιπλώνουν αληθινούς χαρακτήρες, με ξαφνιάσματα, τρομάρες, τολμηρές ανατροπές, διασκεδαστικά ξεσπάσματα, αίμα, μαχαίρια και… κρεμάσματα από απρόσμενα σημεία, συνθέτοντας με υπομονή (καμία βιασύνη στον στακάτο ρυθμό του) και κέφι ένα φιλμ που θα ενθουσίαζε ακόμα και χωρίς την προϊστορία του.
Ταυτόχρονα, επειδή η προϊστορία υπάρχει, ο Γκριν φροντίζει να κάνει τις αναφορές του στον Τζον Κάρπεντερ και στην ταινία του ’78 με μεγάλο σεβασμό στη μυθολογία, αλλά και στο ίδιο το σινεμά που ο Κάρπεντερ λάνσαρε, επενδύοντας στην ουσία του κι όχι μόνο στην πανηγυρική συμμετοχή στο φιλμ της Τζέιμι Λι Κέρτις, αλλά και του Νικ Κασλ που είχε και πριν 40 χρόνια υποδυθεί τον Μάικλ Μάγιερς κάτω από τη χαρακτηριστική μάσκα του.
Κι επιπλέον, χωρίς φανφάρες αλλά με ξεκάθαρο δυναμισμό, ο Γκριν έχει κάτι νέο να πει, για τη δική μας ιστορική στιγμή, για τη γυναικεία μαχητικότητα, όταν, στην ταινία του, η εμβληματική scream queen δεν είναι πια μία, αλλά τρεις μαζί, τρεις συνεχόμενες γενιές γυναικών που ως ομάδα αντιμετωπίζουν το Κακό. Προσφέροντας fun, νοσταλγία και ουσία, ο Γκριν κερδίζει το στοίχημα και με τη συνήθεια των sequels/reboots/origin stories και με τον ίδιο τον μύθο του σινεμά με τον οποίο αναμετριέται.
ODEON ESCAPE ΙΛΙΟΝ, ODEON STARCITY, VILLAGE MALL, VILLAGE PARK ΡΕΝΤΗ, VILLAGE ΑΓ. ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ, VILLAGE ΠΑΓΚΡΑΤΙ, VILLAGE ΦΑΛΗΡΟ, TOWN CINEMAS, WEST CITY ΠΕΡΙΣΤΕΡΙ, ΑΕΛΛΩ CINEMAX, ΑΘΗΝΑΙΟΝ ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ, ΑΙΓΛΗ ΧΑΛΑΝΔΡΙ, ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΚΑΛΛΙΘΕΑ, ΑΝΟΙΞΗ ΧΑΪΔΑΡΙ, ΖΕΑ, ΛΑΜΠΡΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΡΑΣ ΑΙΓΑΛΕΩ, ΝΑΝΑ CINEMAX, ΟΝΑΡ ΑΝΑΚΑΣΑ, 3 ΑΣΤΕΡΙΑ Ν. ΗΡΑΚΛΕΙΟ, ΦΟΙΒΟΣ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙ
Ταξιδεύοντας με τον Μίκη ★★☆☆☆
(Ελλάδα, Γερμανία, 2017, 88′)
- σκηνοθεσία: Αστέρης Κούτουλας
- ηθοποιοί: Στάθης Παπαδόπουλος, Σάντρα φον Ρούφιν
Ο Αστέρης Κούτουλας δεν κάνει ένα ντοκιμαντέρ για τον Μίκη Θεοδωράκη. Αφιερώνει μεγάλο μέρος της ταινίας του, καταγράφοντας στιγμές και λεγόμενα του ίδιου του εμβληματικού μουσικού, με έμφαση στις συνθέσεις του, κυρίως τις συμφωνικές, και στον αντίκτυπο της τέχνης και της προσωπικότητάς του, κυρίως στο εξωτερικό. Αυτό το μέρος, ο Κούτουλας το συνδέει μ’ ένα κομμάτι μυθοπλασίας, χορού ντυμένου με τη μουσική του Θεοδωράκη, με μια ανεξάρτητη αφήγηση με χαλαρούς συνδέσμους με την ιστορία του Μίκη.
Παράλληλα, εμβολίζει την αφήγηση με ντοκουμέντα από την Ελλάδα της κατοχής, του εμφυλίου, της χούντας και των ταραχών των τελευταίων χρόνων στην Αθήνα. Το κίνητρο και η έμπνευση είναι φιλόδοξα, αλλά το αποτέλεσμα είναι άνισο: πλούσιο και σπάνιο υλικό, αντιπαραβάλλεται με το μπανάλ κομμάτι της μυθοπλασίας, η πολιτική ματιά εισάγεται από τον σκηνοθέτη, χωρίς όμως να προσεγγίζεται στο ελάχιστον από τον Θεοδωράκη, σε μια άτακτη χρονική σειρά που προσπαθεί να είναι εξπρεσιονιστική αλλά δεν καταφέρνει να αγκιστρωθεί πουθενά. Ενα φιλμ περισσότερο Κούτουλας και λιγότερο Μίκης κι όχι ακριβώς από πρόθεση.
Mandy ★★★½☆☆
(ΗΠΑ, Βέλγιο, Ην. Βασίλειο, 2018, 121′)
- σκηνοθεσία: Πάνος Κοσμάτος
- ηθοποιοί: Νίκολας Κέιτζ, Αντρεα Ράιζμπορο, Λάινους Ρόουτς
Στην Αμερική του 1983 και του συντηρητισμού του Ρόναλντ Ρέιγκαν, ο Ρεντ και η Μάντι ζουν τον έρωτά τους, σαν πρωτόπλαστοι, μακριά από την κοινωνία των ανθρώπων, στη μυστηριακή ατμόσφαιρα ενός σπιτιού στο δάσος.
Οταν η Μάντι τραβήξει την προσοχή του αρχηγού μιας θρησκευτικής σέκτας με «στρατιώτες» μια ομάδα σατανιστών μηχανόβιων, το χλομό κορίτσι με τα μαύρα μακριά μαλλιά θα βρεθεί άγρια δολοφονημένο κι ο Ρεντ, οπλισμένος μ’ ένα custom made τσεκούρι κι ένα αλυσοπρίονο, θ’ αναζητήσει εκδίκηση, βαμμένη σε άφθονο ζεστό αίμα.
Ο ελληνικής καταγωγής Αμερικανός σκηνοθέτης Πάνος Κοσμάτος, στη δεύτερη ταινία του μετά το «Beyond the Black Rainbow», δεν καταφέρνει απλώς να δώσει, επιτέλους, στον Νίκολας Κέιτζ την ευκαιρία για έναν αληθινά σαρωτικό ρόλο.
Επιπλέον, ακολουθώντας το μονοπάτι του σινεμά τρόμου, ντύνει την ιστορία του μ’ ένα πανωφόρι ψυχεδέλειας, ή χίπικης-φολκ ελευθερίας, ριγμένο αισθαντικά πάνω από λατρευτικές αναφορές στο σκληρό ροκ ως τρόπο ζωής, στους Black Sabbath και τους Iron Maiden, στην κέλτικη μυθολογία της αθωότητας και της βίας, του κατάμαυρου ρομαντισμού που συνδέεται μόνο με το θάνατο.
Τουλάχιστον, στο πρώτο μέρος του, πριν πάρει τον δρόμο για ένα εκρηκτικό, μονομανές σπλάτερ με τον Νίκολας Κέιτζ ως εκδικητή να κορυφώνει ιλιγγιωδώς τη βία. Με αιθέρια μουσική υπόκρουση από τον Γιόχαν Γιοχάνσον, ένα φιλμ φτιαγμένο με την αγάπη του fanboy, που βλέπεται σε κύματα διασκέδασης, γέλιου και αδρεναλίνης, αλλά και με μια εφηβική και γι’ αυτό παθιασμένη σοβαρότητα.
VILLAGE PARK ΡΕΝΤΗ, ΔΑΝΑΟΣ, ΖΕΑ, ΝΑΝΑ CINEMAX, ΡΕΝΑ ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟΥ
Ο τελευταίος παρτιζάνος ★★½☆☆☆
(Ελλάδα, 2018, 74′)
- σκηνοθεσία: Ανδρέας Χατζηπατέρας
Ενας νεότατος σκηνοθέτης, στην πρώτη του μεγάλου μήκους δουλειά, καταπιάνεται με τον 95χρονο, τώρα, Μανώλη Γλέζο, κοιτάζοντάς τον με μάτια φρέσκα και με διαχρονικό σεβασμό. Σκηνοθετικά συμβατικό, ένα ντοκιμαντέρ παρατήρησης, πιάνει την ιστορία του Γλέζου –μέσα από τα δικά του, συχνά οργισμένα, πάντα με χιούμορ και δυναμισμό, λόγια κι από ντοκουμέντα των περασμένων οκτώ δεκαετιών- και ωφελείται από τη μαγνητική προσωπικότητά του.
Οσο ο Γλέζος επιμένει ότι η ζωή κι η δουλειά του «δεν είναι μόνο η σημαία, υπάρχει και το πριν, υπάρχει και το μετά», η ταινία αναμετριέται με τη σημερινή έννοια του «ήρωα», με την αξία της αλήθειας, με την τιμιότητα, το θάρρος και τη δημοκρατία. Ενα ντοκιμαντέρ σε καμία περίπτωση καινοτόμο, αισθητικά ή αφηγηματικά, αλλά ευαίσθητο, διερευνητικό και, τελικά, πετυχημένο στην επιθυμία του να χαρτογραφήσει την πορεία και τη σκέψη ενός εμβληματικού ανθρώπου.
