Μας είχε ανοίξει την περιέργεια η ταινία «Οίκτος» του Μπάμπη Μακρίδη. Aπό τον Ιανουάριο, που έκανε την πρεμιέρα της στο περίφημο Φεστιβάλ του Sundance, εκεί όπου βασιλεύει, εκτός από τον ιδρυτή του, Ρόμπερτ Ρέντφορντ, η αφρόκρεμα του αμερικανικού ανεξάρτητου σινεμά, είχαμε χάσει τον λογαριασμό στα βραβεία, σε κάθε σχεδόν φεστιβάλ που ακολούθησε, από Ρότερνταμ μέχρι Λουξεμβούργο.
Και ήρθε καπάκι η επιλογή της για την πρώτη μακριά λίστα υποψηφίων για το Ευρωπαϊκό Βραβείο Κινηματογράφου -η μόνη ελληνική.
Τώρα που ετοιμάζεται να παιχτεί στην πατρίδα της, η απορία μας λύθηκε. Ο «Οίκτος», δεύτερη ταινία του Μακρίδη μετά το τόσο weird «L» (2012), πάντα με συν-σεναριογράφο τον Ευθύμη Φιλίππου, είναι μια πολύ δυνατή, εντυπωσιακή μαύρη κωμωδία. O ήρωας, ένας συνηθισμένος οικογενειάρχης, αδυνατεί να ζήσει αν δεν ξυπνά τον οίκτο των άλλων, αν δεν περιφέρεται, κακομοίρης, με το φωτοστέφανο του θύματος.
Το απολαμβάνει, τον εξιτάρει, δίνει νόημα στη ζωή του. Τόσο που όταν εκλείπει η βασική αιτία για την οποία ο περίγυρός του τον συμπαθεί και λυπάται, δηλαδή η άρρωστη γυναίκα του γίνεται καλά, φτάνει στα άκρα για να εξασφαλίσει τον οίκτο.
Η ταινία κάνει πρεμιέρα την Πέμπτη (27/9) στην κεντρική αίθουσα της Στέγης του Ιδρύματος Ωνάση, στο πλαίσιο του φεστιβάλ «Νύχτες Πρεμιέρας» (με προσκλήσεις). Από την επομένη, και για δέκα μέρες, θα μετακομίσει στη Μικρή Σκηνή της Στέγης (28 Σεπτεμβρίου έως 7 Οκτωβρίου), κάτι που δεν έχει ξαναγίνει. Είναι μια ενδιαφέρουσα κινηματογραφική πρωτιά για το ίδρυμα, που έχει ήδη μπει στην παραγωγή ταινιών -ο «Οίκτος» είναι η δεύτερη ταινία του.
• Πώς γεννήθηκε η ιδέα της ταινίας;
Σε μια από τις πρώτες κουβέντες που κάναμε με τον Ευθύμη για το ποιο θα είναι το επόμενο βήμα μας, κάποιος από τους δυο μας, δεν θυμάμαι ποιος, είπε τη λέξη «οίκτος».
• Είχα την αίσθηση ότι βλέπω μια ταινία για τη μισή ελληνική κοινωνία και κουλτούρα, η τάση μας για κλάψα και αυτολύπηση είναι εντυπωσιακή.
Ε, ναι, σαν λαός είμαστε λίγο drama queen. Πάντα παραπονιόμαστε, μας αρέσει, αλλά ένα βήμα μπροστά δεν κάνουμε. Νομίζω ότι αυτό το πράγμα είναι παντού δίπλα μας, κι εγώ το κάνω καμιά φορά, πολύ μικρός, ειδικά στην εφηβεία, το είχα πιο έντονα. Ολοι μας λίγο-πολύ στην εφηβεία βυθιζόμαστε δήθεν στη γλυκιά μελαγχολία για να μας προσέχουν, η μουσική που ακούμε είναι μόνο μελαγχολική, χαρούμενη καμιά.
• Η δικιά μου γενιά είχε τον Καζαντζίδη.
Εμείς πάλι ακούγαμε Joy Division.
• Είναι λιγάκι σύμβολο ο ήρωάς σας;
Γιατί όχι; Σκεφτήκαμε ότι ίσως είχε στα παιδικά του χρόνια ένα τραυματικό γεγονός, μια απώλεια, μια εγκατάλειψη, που η αρρώστια της γυναίκας του τού το ξαναθυμίζει. Ξαναγεννιέται μέσα του η ανάγκη του για πένθος, για τον οίκτο των άλλων, σαν να έχει περάσει στο DNA του. Υπάρχει πάντως οίκτος και οίκτος. Υπάρχει ο οίκτος που νιώθω για έναν ζητιάνο, έναν άστεγο και του αφήνω δέκα ευρώ κι ένα μπλουζάκι και περπατάω μετά περήφανος. Δηλαδή το κάνω όχι για τον άλλο, αλλά για τον εαυτό μου. Και υπάρχει και ο οίκτος που εξετάζει η ταινία. Που κάνεις τα πάντα για να τον εκμαιεύσεις, που χωρίς αυτόν και το φωτοστέφανο του θύματος δεν είσαι ευτυχισμένος.
• Είναι τόσο διαφορετική από το «L», την πρώτη σας υπερβολικά σουρεαλιστική και «κλειστή» νοηματικά ταινία. Ο «Οίκτος» είναι κλινικός, καθαρός, σαφής. Πώς προέκυψε αυτή η αλλαγή;
Είναι το στυλ γραφής μου όλα αυτά τα χρόνια στη διαφήμιση, το είχα μέσα μου. Σ’ αυτή την ταινία πήγαινε πολύ, το θέμα υπαγορεύει τη γραφή. Αλλωστε, είχαμε πει με τον Ευθύμη ότι θέλουμε να κάνουμε κάτι διαφορετικό από την πρώτη μας ταινία, που ήταν πιο αφηρημένη.
• Θα μπορούσατε με το ίδιο θέμα να είχατε γυρίσει μια τρελή κωμωδία.
Δεν το θέλαμε, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχει κωμικό στοιχείο. Στην Αμερική το κοινό γελούσε πάρα πολύ, οι Ευρωπαίοι όχι και τόσο. Ισως επειδή οι Αμερικανοί είναι πιο απελευθερωμένοι.
• Είμαι σίγουρη πως πολλοί θα δουν, άσχετα αν το παραδεχτούν, τον εαυτό τους στην ταινία.
Σε μια προβολή στο Ρότερνταμ σηκώθηκε ένας νεαρός, μιλούσε ασταμάτητα και με ένταση επί είκοσι λεπτά, νόμιζα ότι θα με σκοτώσει γιατί είχε συνέχεια το χέρι του πίσω στην πλάτη του, μου ‘λεγε και ο Ευθύμης «έχει όπλο». Είπε πως είναι ο ήρωας, ότι κάνει όλα αυτά που δείχνουμε. Και μετά ήρθε με αγκάλιασε και είπε «θα κοιμηθώ ήσυχα απόψε». Κάτι είχε γίνει μέσα του. Αυτός δεν είναι ο στόχος του σινεμά; Ναι, να διασκεδάσουμε τον κόσμο. Αλλά ακόμα καλύτερα αν μπορέσουμε να τον βοηθήσουμε να καταλάβει τι συμβαίνει μέσα του.
• Οταν είχα δει το όνομα του πρωταγωνιστή, του Γιάννη Δρακόπουλου, γνωστού από το σταντ απ και κάτι κωμικά σίριαλ, είχα εκπλαγεί αρνητικά. Τώρα το παίρνω πίσω, είναι έξοχος. Πώς τον διαλέξατε;
Από την οντισιόν πέρασαν οι πάντες, δραματικοί και κωμικοί ηθοποιοί. Στον Γιάννη καταλήξαμε τρεις μήνες πριν από το γύρισμα. Ηταν πρόταση των υπεύθυνων του κάστινγκ, τον είδα αργά ένα βράδυ, που ήταν μάλιστα κουρασμένος, αλλά αμέσως ένιωσα την ενέργεια που χρειαζόμουν. Και ξέρετε τι πιστεύω; Ολοι αυτοί οι κομίντιεν του σταντ απ, από τον Αντι Κάουφμαν μέχρι τον Λένι τον Βρομόστομο, κρύβουν μέσα τους μια μεγάλη κατάθλιψη. Κι αυτό ήθελα, έναν κωμικό θλιμμένο. Οταν του είπα, ξέρεις, Γιάννη, θα έχεις πολύ κλάμα στην ταινία, απάντησε «κλαίω συχνά». «Εδώ είμαστε», σκέφτηκα. Του εξήγησα τον ρόλο, του έβαλα μουσικές, γιατί με βοηθάνε να εισάγω ανθρώπους στο μουντ. Και πήγαμε σετ με ελάχιστες διορθώσεις επί τόπου.
• Γιατί διαλέξατε να βγει η ταινία στη Στέγη;
Το Ίδρυμα Ωνάση είναι συμπαραγωγός στην ταινία. Είχαμε καταλήξει ότι θα βγούμε κλασικά, σε ένα-δυο σινεμά. Και ξαφνικά η παραγωγός μου, η Αμάντα Λιβανού, έριξε την ιδέα: «Γιατί να μην τη βγάλουμε μη συμβατικά; Γιατί δεν μιλάμε στη Στέγη;». Η Στέγη ενθουσιάστηκε. Καταλήξαμε να παιχτεί εκεί η ταινία δέκα μέρες, σαν να είναι μια οποιαδήποτε… παράσταση. Νιώθω ότι θα μας βγει καλά η επιλογή μας.
