ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Βένα Γεωργακοπούλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Δεκατέσσερα χρόνια μακριά από το σινεμά ο Γιώργος Πανουσόπουλος και ξαφνικά νά τον με μια νέα ταινία, μια «ονειροπαρμένη κωμωδία», τη χαρακτηρίζει, κι έχει ακριβώς έναν τίτλο που τα λέει όλα, από τραγούδι, μάλιστα, του Ακη Πάνου. «Σ’ αυτή τη χώρα κανείς δεν ήξερε να κλαίει». Δεν βγαίνει απλώς την Πέμπτη στις αίθουσες από τη Feelgood.

Το φεστιβάλ «Νύχτες Πρεμιέρας», που άλλωστε τη φιλοξενεί κι αυτό, οργανώνει στον αγαπημένο σκηνοθέτη ρετροσπεκτίβα, ολοκληρωμένη και ερεθιστική. Για να μάθουν και οι νεότεροι τι εστί «Ταξίδι του Μέλιτος» και γιατί όλη η Αθήνα ερωτεύτηκε κάποτε τον Αρη Ρέτσο στους «Απέναντι», για να θυμηθούν και οι παλιότεροι τις ταινίες του που διαγωνίστηκαν σε Βερολίνο («Μανία», 1985) και Βενετία («Μ’ αγαπάς;» 1998), γιατί, φυσικά, το ελληνικό σινεμά δεν περίμενε τον Λάνθιμο για να βγει έξω από τα σύνορά μας.

Ενα νησί στο Αιγαίο, διαφορετικό, αναρχικό, ελεύθερο, ταξιδεύει μοναχικό στον κόσμο έχοντας στήσει έναν καταδικό του τρόπο ζωής. Μέσα στις απολαύσεις, την ομορφιά και τη δημιουργία. Ενα ντρεσαρισμένο, συμβατικό και επιτυχημένο ζευγάρι καταφτάνει για να το μελετήσει, αυτή οικονομολόγος (αποκάλυψη η Μαργαρίτα Πανουσοπούλου, κόρη του σκηνοθέτη και της Μπέτυς Λιβανού), αυτός Γάλλος ευρωβουλευτής. Η συνέχεια επί της οθόνης (η ταινία, όσο κι αν νομίζετε ότι τη φαντάζεστε, έχει μέχρι και σασπένς) και ο λόγος στον δημιουργό της.

• Πώς νιώσατε στο πλατό, μετά από τόσα χρόνια; Χαρά; Αγχος;

Κούραση. Μια κούραση που δεν μου πέρασε ακόμα.

• Και πώς βγήκε αυτό το τόσο ευφρόσυνο αποτέλεσμα;

Οι Ικαριώτες κάνανε την ταινία. Οι περισσότεροι ηθοποιοί είναι ερασιτέχνες, μόνο πέντε είναι επαγγελματίες – τέσσερις Ελληνες κι ένας Γάλλος.

• Το ‘χανε ή τους στρώσατε στη δουλειά και στις πρόβες;

(γελάει) Είναι ασυνεπείς, δεν είναι φανατικοί της δουλειάς, δεν την αγαπάνε, γι’ αυτό και με κούρασαν. Τέτοιους, όμως, ακριβώς δεν έψαχνα;

• Την έχουν δει την ταινία; Εχετε σκοπό να τους κάνετε μια προβολή;

Θα πάμε την άλλη εβδομάδα.

• Τον ξέρατε χρόνια τον τόπο τους;

Οχι, καθόλου, συμπτωματικά τον ανακάλυψα. Οταν έγραψα το σενάριο, το 2012, δεν είχα καν στον νου μου την Ικαρία· είχα φτιάξει ένα δικό μου φανταστικό νησί. Με πήγε, όμως, εκεί μια Πόντια φίλη μου που έχει παντρευτεί Ικαριώτη και έβαλα κάτω το σενάριο και ό,τι είχα γράψει το έβλεπα μπροστά μου.

Οχι τόσο ο τόπος, αλλά οι κάτοικοί του. Ηταν οι ήρωες της ταινίας μου, οι ίδιοι ακριβώς. Εδωσα και σε μερικούς ντόπιους να το διαβάσουν, κι εκείνοι έλεγαν ότι το είχα γράψει εξ αρχής γι’ αυτούς. Καμιά φορά τούς λέω ότι το νησί τους δεν είναι ωραίο, αυτοί είναι ωραίοι και θα πήγαινα όπου πήγαιναν αυτοί. Και νευριάζουν.

• Πώς σας ήρθε στο μυαλό να γράψετε μια ουτοπία;

Ουτοπία, ακριβώς όπως το λες. Την εποχή που άρχισα να γράφω το σενάριο, όπως άλλωστε και σήμερα, μόνο μία είδηση υπήρχε, τα οικονομικά. Με ενοχλούσε πάρα πολύ. Ηθελα να ξεφύγω. Δηλαδή, σκεφτόμουνα, εμείς ζούμε με τα οικονομικά στο μυαλό μας, με τις τράπεζες; Για άλλα πράγματα ζούμε, πιο σπουδαία από τα οικονομικά. Και είπα να κάνω αυτή την ταινία.

• Ποια είναι για σας αυτά τα σπουδαία;

Ο έρωτας, η ομορφιά, το γέλιο, η χαρά, το τραγούδι, η μουσική. Αυτό που λένε οι άνθρωποι στην ταινία, ότι τα λεφτά είναι ντεμοντέ, δεν λερώνουμε τα χέρια μας με λεφτά.

• Ε, έχουν βρει έναν… πλάγιο τρόπο να μη χρησιμοποιούν χρήματα –να μην τον αποκαλύψουμε–, γιατί και νερό και ηλεκτρικό έχουν και φόρους πληρώνουν. Αυτό πάντως με τα χρήματα ακούγεται λίγο αντιφατικό από έναν άνθρωπο σαν κι εσάς, που κάνει ένα πολύ ακριβό επάγγελμα.

Δεν τα προτείνω, βέβαια, στα σοβαρά όλα αυτά· δεν αποτελούν λύσεις· είναι αστεία, για να γελάσουμε. Το λέει και ο Ακης Πάνου στο ρεφρέν του τραγουδιού του, «άσ’ τον να λέει, του ‘χει σαλέψει το μυαλό». Από την άλλη, όμως, νισάφι πια με τα χρήματα, έξι χρόνια έκανα να τα βρω για την ταινία.

• Με τέτοιο όνομα και ιστορία;

Στην εποχή μας δεν υπάρχουν λεφτά για τους γέρους, για τον Πανουσόπουλο, για τον Περάκη. Προτιμούν τους νέους, και έτσι πρέπει, αυτό είναι το σωστό, κι εγώ αν ήμουνα Κέντρο Κινηματογράφου θα ‘λεγα: «στον Πανουσόπουλο θα δώσω τώρα χρήματα;».

• Οταν κι εσείς ήσασταν νέος και ανερχόμενος, πώς ήταν τα πράγματα, ποιο ήταν το δικό σας στήριγμα;

Ο Τσεμπερόπουλος και ο Περάκης, οι δικοί μου άνθρωποι. Στο Κέντρο πήγαινα, αλλά δεν έλεγα «να κάνω αυτή την ταινία;», αλλά «θα κάνω αυτή την ταινία. Θα μπείτε;». Κι αυτοί, επειδή ντρέπονταν να πουν όχι, έλεγαν ναι.

• Πόσο διαφορετικά ξεκινήσατε στα νιάτα σας, «Ταξίδι του μέλιτος», «Οι απέναντι». Μοναξιά, μελαγχολία, γερατειά. Και ξαφνικά, τώρα, ένας αναρχικός ύμνος στη χαρά της ζωής. Πώς το εξηγείτε;

Το έχει απαντήσει ο Νίκος Παναγιωτόπουλος. «Οταν γερνάμε κάνουμε κωμωδίες, όταν είμαστε νέοι, βρίζουμε», έλεγε. Περιμένω να δω πότε θα σταματήσει να βρίζει ο Οικονομίδης. Θα γεράσει και θα βρίζει; Το λέω επειδή μου αρέσει πολύ ο Γιάννης, όπως μου αρέσει και ο Λάνθιμος.

• Στην ταινία πετάτε κάποιες μπηχτές για την Ευρώπη, για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Υπάρχουν πολιτικά στοιχεία, δεν είναι μια ουτοπία εν κενώ, είναι μια αντίδραση απέναντι σε κάτι που υπάρχει.

Η Ευρώπη πάει κατά διαόλου. Αλλά μη με κάνετε να μιλήσω πολιτικά, η πολιτική για μένα είναι φτηνό πράγμα, τη σιχαίνομαι. Νιώθω θυμό απέναντι σε πολιτικούς και τραπεζίτες. Ειδικά οι δικοί μας οι πολιτικοί είναι το χειρότερο είδος που υπάρχει.

• Το τέλος της ταινίας χωράει πολλές αναγνώσεις. Spoiler δεν κάνουμε, αλλά, εσείς τι λέτε, θα αντέξει στον χρόνο το νησάκι σας;

Το τέλος, όπως και να το δει κανείς, δεν είναι κακό. Οχι, δεν θα χαθεί ποτέ αυτός ο τόπος, που είναι ανάμεσα στον Απόλλωνα και τον Διόνυσο.