ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Λήδα Γαλανού
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το κλασικό αμερικανικό είδος ευτύχησε σε χέρια απρόβλεπτα, σαν του Γάλλου Οντιάρ και γνώριμα σαν των αδελφών Κοέν, ενώ η ερμηνεία του Γουίλεμ Νταφό στην ταινία του Τζούλιαν Σνάμπελ είναι από τις δημιουργικές του Φεστιβάλ Βενετίας.

Αποστολή: Βενετία 

Ο Ζακ Οντιάρ, ο Γάλλος δημιουργός του «Προφήτη», που με την προηγούμενη ταινία του, το «Dheepan», μόλις πριν από τρία χρόνια κέρδισε τον Χρυσό Φοίνικα στις Κάνες και μίλησε τόσο εύστοχα όσο κανείς για την τραγωδία του προσφυγικού στην Ευρώπη, μετέφερε το ενδιαφέρον του στην Αμερική, φυλάσσοντας την ψυχή του για τον άνθρωπο σε κάθε ήπειρο και καταλήγοντας μ’ ένα ακόμα απρόβλεπτο αριστούργημα.

Πρώτη αγγλόφωνη ταινία του, βασισμένη στο μυθιστόρημα του Πάτρικ ΝτεΓουίτ, μ’ ένα τρανταχτό καστ αποτελούμενο από τους Γιοακίν Φίνιξ, Τζον Σι Ράιλι, Τζέικ Τζίλενχαλ και Ριζ Αχμεντ, ο Οντιάρ στο «The Sisters Brothers» παρουσιάζει ένα κλασικότατο γουέστερν, με μαγευτικά ανοιχτά τοπία, που θα εντυπωσίαζαν από τον Τζον Φορντ ώς τον Κλιντ Ιστγουντ, αλλά με λόγο σκωπτικό που βασανίζει το αμερικανικό όνειρο και καρδιά τρυφερή για το ζοφερό μέλλον του κόσμου.

Με αφορμή ένα κουαρτέτο ανδρών που αναζητούν χρυσό στη Δύση -και μαζί συγχώρεση για τις αμαρτίες των γονιών τους ή των δικών τους-, αλλά παρασύρονται σε μια παρόρμηση πλεονεξίας, ο Ζακ Οντιάρ έκανε μια από τις ωραιότερες -μαζί με το «Roma» του Αλφόνσο Κουαρόν και το «The Favourite» του Γιώργου Λάνθιμου- ταινίες του Φεστιβάλ και της χρονιάς που έρχεται.

Μιλώντας στους δημοσιογράφους με αφορμή το «Sisters Brothers», ο Ζακ Οντιάρ ρωτήθηκε για το θέμα της ελλιπούς εκπροσώπησης γυναικών σκηνοθετών στα μεγάλα κινηματογραφικά φεστιβάλ κι απάντησε με την ωριμότητα που μόνο ένας Γάλλος διανοούμενος θα μπορούσε να επιδείξει: «Οι επιτροπές προγραμματισμού των μεγάλων φεστιβάλ απαντούν πάντα, ‘‘ναι, δεν υπάρχουν γυναίκες στο πρόγραμμα, αλλά εμείς κάναμε τη δουλειά μας. Οταν βλέπουμε μια ταινία, δεν αναρωτιόμαστε για το σκηνοθετικό φύλο. Μια καλή ταινία είναι μια καλή ταινία’’», είπε ο Οντιάρ.

«Ωστόσο, η ερώτηση που πρέπει να θέσουμε στους εαυτούς μας είναι, ‘‘Τα φεστιβάλ έχουν φύλο; Το προσωπικό του φεστιβάλ έχει φύλο;’’. Η απάντηση είναι απλή. Ναι. Πηγαίνω σε φεστιβάλ εδώ και 25 χρόνια. Εχω δει την Ανατολή, τη Δύση, τον Νότο, τον Βορρά, και δεν έχω δει καθόλου γυναίκες, άρα πιστεύω πως εκεί βρίσκεται το πρόβλημα. Ας αναρωτηθούμε, λοιπόν, για απλά πράγματα, πράγματα που μπορούμε να προσδιορίζουμε. Η ισότητα είναι μετρήσιμη, η δικαιοσύνη εφαρμόσιμη».

Και στην ενθουσιώδη αντίδραση των δημοσιογράφων, ο Οντιάρ απάντησε: «Οχι, δεν χειροκροτούμε, πράττουμε».

◼ Σε πιο γνώριμα γι’ αυτούς νερά κινήθηκαν οι αδελφοί Τζόελ και Ιθαν Κοέν, σκηνοθετώντας επίσης ένα γουέστερν, επίσης αλληγορικό, για τον θάνατο του αμερικανικού ονείρου, επίσης υπέροχο, αλλά πιο σχηματικό και πιο κυνικό από την ταινία του Ζακ Οντιάρ. Το «The Ballad of Buster Scruggs» είναι ένα σπονδυλωτό φιλμ, αποτελούμενο από έξι «παραβολές», όλες στην αμερικανική Δύση των πρώτων αποίκων (κατακτητών), γεμάτο καουμπόηδες κι Ινδιάνους και μια αίσθηση πικρής εγκατάλειψης.

Η ταινία, όπως και το «Roma» του Αλφόνσο Κουαρόν, είναι παραγωγή του Netflix, στις περισσότερες χώρες δηλαδή θα προβληθεί μόνο στη streaming πλατφόρμα, ωστόσο οι αδελφοί Κοέν είχαν κάτι να πουν για τον τρόπο προβολής της ταινίας τους.

Είπε ο Ιθαν Κοέν: «Το “The Ballad of Buster Scruggs” θα βγει και κανονικά στις αίθουσες. Η κινηματογραφική του διανομή ήταν κάτι πολύ σημαντικό για εμάς. Είναι πολύ σημαντικό να το δουν οι θεατές και στη μεγάλη οθόνη και το Netflix μάς στήριξε σε αυτή μας την απόφαση». Για να προσθέσει ο Τζόελ Κοέν: «Το ότι περισσότερες εταιρείες χρηματοδοτούν και στηρίζουν ταινίες έξω από το mainstream σύστημα, είναι πάρα πολύ σημαντικό. Μας κρατάνε ζωντανούς. Ολοι οι καλοί χωράνε».

◼ Εάν το «Στο κατώφλι της αιωνιότητας» του Τζούλιαν Σνάμπελ, η εξπρεσιονιστική βιογραφία του Βίνσεντ Βαν Γκογκ είναι ένα φιλμ που απευθύνεται περισσότερο στις αισθήσεις, κινούμενο με τον καταιγιστικό ρυθμό με τον οποίο έτρεχε η τραυματισμένη σκέψη του Ολλανδού καλλιτέχνη, η ερμηνεία του Γουίλεμ Νταφό στον πρωταγωνιστικό ρόλο ήταν ξεκάθαρα από τις πιο δημιουργικές και τολμηρές των ταινιών του Φεστιβάλ.

Ο Νταφό βρήκε τους δικούς του συνδετικούς κρίκους με τον ζωγράφο: «Ο Βαν Γκογκ αποτέλεσε πηγή έμπνευσης κι ήταν απόλυτα ευκρινής σε όσα έλεγε. Ενιωσα μεγάλη ταύτιση μ’ αυτό. Νομίζω ότι οι δυσκολίες στη ζωή του προέκυπταν, όταν είχε αυτά τα ιδιαίτερα οράματα. Και δεν κατάφερνε να συμφιλιώσει αυτές τις εικόνες με το πώς θα τις επικοινωνούσε στους ανθρώπους, πώς θα τους μιλούσε για πιο κοινότοπα πράγματα για την καριέρα, τις κοινωνικές συμβάσεις, τη σεξουαλικότητα. Αυτός ήταν ο αγώνας του».

◼ Την πιο μεγαλεπήβολη ταινία της καριέρας του έκανε ο Μάικ Λι με το «Peterloo», ανατρέχοντας στη βρετανική ιστορία και συνδέοντάς τη με τη σημερινή πολιτική βία και τη θέση των media στην καταγραφή της επικαιρότητας. Η ταινία ξετυλίγεται λίγο μετά τη μάχη του Βατερλό, στο Μάντσεστερ και αφηγείται την πραγματική σφαγή του 1819, όταν η αστυνομία και ο στρατός έπνιξαν στο αίμα μια ειρηνική διαμαρτυρία πολιτών για τον φόρο στα σιτηρά.

Οπως πάντα, στο έργο του Μάικ Λι η ταινία είναι ανθρωποκεντρική κι ευαίσθητη και, αν φαινομενικά τραβά περισσότερο απ’ όσο χρειάζεται, συνδέει τις μικρές ιστορίες ανδρών και γυναικών με τις οποίες καταπιάνεται σ’ ένα ψύχραιμο «κατηγορώ» στο σαρωτικό φινάλε, ένα πεδίο μάχης σε περίοδο ειρήνης.

Παρά το διαφορετικό ύφος του «Peterloo», ο Μάικ Λι, φυσικά, δεν αλλάζει χιλιοστό την κοσμοθεωρία του. Είπε στη συνέντευξη Τύπου της ταινίας: «Το σινεμά ενδιαφέρεται ν’ απεικονίζει τις ζωές τού 1% του πληθυσμού, επειδή είναι πιο φωτογενές: όμορφοι σταρ σε όμορφα σπίτια με όμορφα ρούχα. Ποιος αντέχει να βλέπει την αλήθεια; Τα βάσανα του κόσμου δεν είναι φωτογενή».