ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Λήδα Γαλανού
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Αποστολή: Βενετία  

Οταν πριν από λίγα χρόνια ο Κλιντ Ιστγουντ είχε δηλώσει ότι ετοιμάζει μια νέα βερσιόν τού «Ενα αστέρι γεννιέται», ο Τύπος είχε αντιμετωπίσει το εγχείρημα με ελαφριά ειρωνεία –πόσο μάλλον όταν, σύντομα, ο Ιστγουντ αποχώρησε από το σχέδιο και τη σκηνοθεσία ανέλαβε, στην πρώτη του προσπάθεια και πίσω από την κάμερα, ο Μπράντλεϊ Κούπερ. Το αποτέλεσμα διαψεύδει κάθε κυνισμό, αρκεί κανείς να αποδεχτεί ότι η κλασική ιστορία, το μουσικό μελόδραμα που ξεδιπλώθηκε στην οθόνη για πολλοστή φορά (μετά τα ζευγάρια Τζάνετ Γκέινορ και Φρέντρικ Μαρτς του ’37, Τζούντι Γκάρλαντ και Τζέιμς Μέισον του ’54, Μπάρμπρα Στρέιζαντ και Κρις Κριστόφερσον του ’76, για να μη μιλήσουμε για Αλίκη Βουγιουκλάκη και Δημήτρη Παπαμιχαήλ), είναι εξ ορισμού ένα πληθωρικό και μελαγχολικό παραμύθι.

Ετσι προσέγγισε κι ο Μπράντλεϊ Κούπερ την ταινία του, γεμίζοντάς τη συναίσθημα, δράμα, μουσική κι ένα αδιέξοδο, μεγάλο ρομάντζο, κερδίζοντας το στοίχημα με το mainstream σινεμά. Ο ίδιος, ως πρωταγωνιστής, έχει τον ακαταμάχητο συνδυασμό αρρενωπού και ευάλωτου καλλιτέχνη, η Lady Gaga, στον πρώτο της ρόλο στο σινεμά, χωρίς να υπερβαίνει την περσόνα της είναι ζεστή και τρυφερή, η ταινία δεν ξεχνά το χιούμορ, πλημμυρίζει από συγκίνηση και την ερχόμενη σεζόν όχι απλώς θα σπάσει τα ταμεία, αλλά θα φτάσει και ώς τα Οσκαρ.

Αφοσιωμένη στην ταινία, η Lady Gaga, η θεά των μεταμορφώσεων, δέχτηκε μ’ ευκολία ν’ αφήσει να φανεί, σ’ ένα μεγάλο βαθμό, το… αληθινό της πρόσωπο: «Την πρώτη φορά που βρεθήκαμε με τον Μπράντλεϊ, εκείνος κρατούσε ένα μαντιλάκι ντεμακιγιάζ και μου το ακούμπησε στο πρόσωπο» είπε η σταρ στους δημοσιογράφους. «Είναι γνωστό ότι μου αρέσουν οι μεταμορφώσεις, αλλά μου άρεσε που εδώ θα ήμουν ο εαυτός μου. Οταν ξεκίνησα την καριέρα μου, σίγουρα δεν ήμουν το πιο όμορφο κορίτσι στο δωμάτιο. Εγραφα όμως τα δικά μου τραγούδια. Επαιρναν λοιπόν τα δικά μου τραγούδια και τα έδιναν σε κοπέλες πιο όμορφες από εμένα, οι οποίες όμως δεν έγραφαν τα δικά τους τραγούδια. Κάποια στιγμή αποφάσισα ότι δεν ήθελα να ξαναπάρει κανείς τα τραγούδια μου!»

● Μόλις ένα χρόνο μετά τον θρίαμβο του «Να με φωνάζεις με τ’ όνομά σου», ο Λούκα Γκουαντανίνο κατέθεσε το δικό του opus για το ιταλικό και διεθνές σινεμά, το ριμέικ της «Suspiria», της εμβληματικής ταινίας τρόμου που υπέγραψε πρώτος ο Ντάριο Αρτζέντο το 1977. Η ιστορία τοποθετείται αυτή τη φορά στο «διχασμένο Βερολίνο», στην ανατολική πλευρά, και νοτίζεται από τη γερμανική μνήμη του πολέμου, του ναζισμού αλλά και την επικαιρότητα της δίκης της RAF. Η Ντακότα Τζόνσον, ως νεαρή φέρελπις χορεύτρια, κερδίζει μια πολυπόθητη θέση στην Ακαδημία Χορού Μάρκος, κάτω από την καθηγήτρια και χορογράφο Μαντάμ Μπλανκ της Τίλντα Σουίντον –για να διαπιστώσει σταδιακά ότι τα πατώματα της Ακαδημίας ποτίζονται εκτός από ιδρώτα και με αίμα κι ότι κάτι απειλητικό και μυστηριώδες ανασαίνει στα θεμέλιά της.

Ο Γκουαντανίνο, χαρακτηριστικά εστέτ δημιουργός, ύφανε έναν θεαματικό εικαστικό, αρχιτεκτονικό, φωτογραφικό και χορευτικό ιστό, ένα εντυπωσιακό κουκούλι για την ταινία του, που χορταίνει τα μάτια. Μόνο που μέσα σ’ αυτό δεν κατάφερε να χτίσει την ανησυχία, τον καθαρό τρόμο που απαιτεί η ιστορία του, καταλήγοντας μ’ ένα πανέμορφο δημιούργημα χωρίς εντάσεις.

Κι ενώ δεν ξέρουμε και μάλλον ποτέ δεν θα μάθουμε πώς θα φανεί στον Ντάριο Αρτζέντο η επαναπροσέγγιση της ταινίας του, ξέρουμε καλά ότι ο Λούκα Γκουαντανίνο τρέφει παιδικό θαυμασμό για τον σκηνοθέτη. Οπως είπε: «Αν είμαι φαν του Ντάριο Αρτζέντο; Ω, Ντάριο! Τον αγαπώ τον Ντάριο! Δεν θα καθόμουν εδώ αν δεν ήταν ο Ντάριο. Θα σας πω και μια μικρή ιστορία.

Οταν ήμουν 15 χρόνων, ίσως και μικρότερος, στο Παλέρμο, είδα τη “Suspiria”, ενθουσιάστηκα και μετά είδα κι όλα τα έργα του. Ενα καλοκαίρι λοιπόν χτύπησε το τηλέφωνο στο σπίτι και κάποιος είπε στη μαμά μου ότι ο Αρτζέντο είναι στην πόλη και τρώει σε ένα εστιατόριο. Και φυσικά πήγα, μόνος μου. Περίμενα για ώρες απέξω, κοιτούσα από το παράθυρο, για να τελειώσει το γεύμα του. Μάλλον ο Ντάριο τότε, γνωστός για τις παράνοιές του, θα αναρωτιόταν ποιος είναι αυτός που τον κοιτάει από το παράθυρο. Ντάριο, ήμουν εγώ!».

● Μιλώντας για… μετρ του σινεμά, το Φεστιβάλ Βενετίας παρουσίασε την «καινούργια» ταινία του Ορσον Γουέλς, «The Other Side of the Wind» -πράγμα που ακούγεται εντυπωσιακό, αλλά δυστυχώς δεν ήταν. Η ταινία, που ο σκηνοθέτης των αριστουργημάτων προόριζε, πριν από 48 χρόνια, να είναι η τελευταία του αλλά έμεινε ημιτελής, ολοκληρώθηκε από τον σκηνοθέτη, φίλο του και συμπρωταγωνιστή, μαζί με τον Τζον Χιούστον, του φιλμ, Πίτερ Μπογκντάνοβιτς. Από 100 ώρες υλικού που είχε γυρίσει ο Γουέλς, ο Μπογκντάνοβιτς συνέθεσε ένα αφηγηματικό δίωρο εξαιρετικά… meta!

Στην ταινία ένας σκηνοθέτης (Χιούστον), μεγάλος σε ηλικία και διάσημος, προσπαθεί να βρει χρήματα για να ολοκληρώσει το φιλμ του: χρησιμοποιεί τις γνωριμίες του σ’ ένα πάρτι που διοργανώνει προς τιμήν του μία από τις ηθοποιούς του. Στη διάρκεια του πάρτι η ομάδα της ταινίας κάνει αποτυχημένες διαπραγματεύσεις αφήνοντας να φανεί η διχόνοια που τη διασπά, ενώ παράλληλα προβάλλονται σκηνές από την «ταινία» που έχουν ήδη γυριστεί. Διαφορετικά φορμά, διαφορετικές χρωματικές παλέτες, συνθέτουν μια ταινία χαοτική (παραγωγής του Netflix, όπου και θα προβληθεί το φιλμ), στην πραγματικότητα αφόρητη, μέσα στην οποία φυσικά διακρίνονται τμήματα μαγικά, ανοίγοντας την όρεξη γι’ αυτό που θα μπορούσε να έχει γίνει αν ο Ορσον Γουέλς είχε απλώς θελήσει ή προλάβει.

● Κι επειδή Φεστιβάλ δεν είναι μόνο οι ταινίες του, στη Mostra η σύγχρονη Ιταλία δεν δίστασε να δείξει το ακροδεξιό προφίλ της: ως αποτέλεσμα της στρατηγικής του υπουργού Εσωτερικών, Ματέο Σαλβίνι, δύο από τους πρωταγωνιστές της ταινίας «aKasha» βρίσκονται αποκλεισμένοι στην πατρίδα τους. Οι Μοχάμεντ Τσακάντο και Καμάλ Ρμαντάν, πρόσφυγες από το Σουδάν στην Ουγκάντα, έχουν αιτηθεί άσυλο στην Ευρώπη αλλά η υπόθεσή τους ακόμη εκκρεμεί. Αποτέλεσμα, παρότι το Φεστιβάλ Βενετίας και οι παραγωγοί της ταινίας ζητούν να τους δοθεί μια ειδική, προσωρινή βίζα, μοιάζει απίθανο να συμβεί κάτι τέτοιο, όταν η Ιταλία αρνείται έτσι κι αλλιώς τον ελλιμενισμό πλοίων που μεταφέρουν πρόσφυγες, πόσο μάλλον τη φιλοξενία δύο ηθοποιών μιας ταινίας.

Η Αθήνα άφησε το σημάδι της στο τμήμα Orizzonti με τη διαγωνιζόμενη μικρού μήκους ταινία του Θανάση Νεοφώτιστου «Λεωφόρος Πατησίων», που καταχειροκροτήθηκε αυθόρμητα κι ενθουσιωδώς. Η ταινία, μ’ ένα 12λεπτο μονοπλάνο, ακολουθεί τη διαδρομή μιας κοπέλας στην, ας το πούμε, αφιλόξενη πόλη, στην περιοχή του Μουσείου και των Εξαρχείων, όσο εκείνη ανακαλύπτει ότι βρίσκεται μπροστά σ’ ένα δίλημμα ζωής –και θανάτου. Με αυξανόμενη ένταση, ακόμα και με υπαρξιακή αγωνία και με σκηνοθετική σιγουριά, ο Νεοφώτιστος, βραβευμένος στη Δράμα για την «Προσευχή» του, χτίζει μια αφαιρετική ταινία με εκπληκτικό ρυθμό επιβεβαιώνοντας το ταλέντο του.