ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ερση Δάνου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο Εντ Χάρις εμπνέει τη συμπάθεια του θεατή όσο φαντάζομαι και την εμπιστοσύνη του σκηνοθέτη ότι μπορεί να βγάλει σε πέρας ό,τι ρόλο κι αν του δοθεί.

Με γερή βάση στο θέατρο, την αρρενωπή όψη του και τα αγγελικά γαλάζια μάτια, τον έχουμε απολαύσει σε ποικίλους χαρακτήρες, σε μικρές και μεγάλες ταινίες όπου η παρουσία του πάντα εμπλουτίζει, προσθέτει τη διάσταση της αλήθειας, πιστοποιεί την ποιότητα όλου του έργου.

Γιατί σίγουρα αυτόν θα θέλαμε να μας οδηγεί σε επικίνδυνες αποστολές στο Διάστημα («Οι κατάλληλοι άνθρωποι», 1983, «Aπόλλων 13», 1995) ή στον βυθό του ωκεανού («H άβυσσος», 1989), θα τον πιστεύαμε σαν συγγραφέα («Οι ώρες», 2002) ή παραγωγό («The Truman Show», 1998), θα μας τρόμαζε μέχρι θανάτου σαν αδυσώπητος δολοφόνος («Αναζητώντας τη δικαιοσύνη», 1995) και θα μας ενέπνεε την εμπιστοσύνη σαν εκτελεστής του νόμου («Η φίρμα», 1993).

Αλλά και του ίδιου οι καλλιτεχνικές ανησυχίες φανερώθηκαν με το σκηνοθετικό του ντεμπούτο γύρω από τον Αμερικανό ζωγράφο Τζάκσον Πόλοκ («Πόλοκ, ο ασυμβίβαστος», 2002).

Η ιδέα του αδέσμευτου καλλιτέχνη που υπάρχει μόνο ως αγωγός μιας μυστήριας έμπνευσης, που δεν συμβιβάζεται με τίποτα συνηθισμένο ούτε μεταφράζεται σαν ευημερία στην καθημερινότητα, κυριαρχεί στην ταινία ως η βαθύτερη αξία που ορίζει όχι μόνο το δημιούργημα, αλλά και την προσωπικότητα του ηθοποιού-σκηνοθέτη.

Μιλήσαμε μαζί του με την ευκαιρία της νέας ταινίας «Ζωή σε φιλμ» (Kodachrome) του Μαρκ Ρέισο, που παίζεται στα θερινά (και μη) σινεμά.

Ο Εντ Χαρις ερμηνεύει τον νοσταλγικό ρόλο ενός φωτορεπόρτερ από την εποχή του αναλογικού φιλμ. Η ταινία, ένα road movie χαρακτήρων, εξετάζει μια δύσκολη σχέση πατέρα-γιου μέσα στον χρόνο του παρελθόντος και του μέλλοντος.

Συνέντευξη

● Είχατε και έχετε μια μακράς διάρκειας, καταπληκτική σταδιοδρομία στη βιομηχανία του κινηματογράφου. Πώς θεωρείτε ότι έχει αλλάξει ο χώρος;

Ναι, έχω εργαστεί για πολλά χρόνια, και είμαι τυχερός που επέστρεψα στο θέατρο τον τελευταίο χρόνο με τη γυναίκα μου, Εϊμι Μάντιγκαν.

Παίξαμε σε τρία θεατρικά έργα στη Νέα Υόρκη και μερικά ακόμα στο Λονδίνο, πράγμα που το χάρηκα πολύ, ειδικά γιατί δούλεψα με την Εϊμι.

Αγαπώ πολύ το θέατρο, με αναζωογονεί και με ενθουσιάζει. Μου άρεσε επίσης η δουλειά μου στην τηλεοπτική σειρά «Westworld».

Δεν ξέρω πώς άλλαξε ή αλλάζει ο χώρος μας, αλλά ελπίζω ότι κι εγώ εξελίσσομαι ακόμα σαν ηθοποιός και ότι έχω χρόνο μπροστά μου για να αναλάβω κι άλλες τέτοιες προκλήσεις.

● Ποια διαφορά βλέπετε ανάμεσα στον κινηματογράφο και την τηλεόραση στις μέρες μας;

Αν εξαιρέσεις τα μπλοκμπάστερ, που αποτελούν ένα είδος από μόνα τους —τα έργα που κοστίζουν 150-200 εκ. δολάρια— οι ταινίες που προορίζονται για διανομή στις κινηματογραφικές αίθουσες και η δουλειά που βγαίνει από τα διάφορα καλωδιακά κανάλια δεν διαφέρουν πολύ. Και τα δύο παράγουν ενδιαφέρουσες και ποιοτικές δουλειές βασισμένες σε πολύ καλά σενάρια. Αλλά και στη φωτογραφία μοιάζουν.

● Τι θα κάνατε διαφορετικά στην αρχή της καριέρας σας αν είχατε τη γνώση που έχετε τώρα;

Το πιο σημαντικό πράγμα στην υποκριτική είναι η εξάσκηση, που θεωρώ ότι είναι ο μόνος τρόπος να εξελιχτεί κανείς σαν ηθοποιός, σε ερασιτεχνικά θεατρικά έργα με φίλους ή ταινίες, δεν έχει σημασία.

Υπάρχουν πολλά πράγματα που μπορείς να κάνεις, δουλεύοντας με τις αισθήσεις σου, τη φωνή, το σώμα και μια γενικότερη κατανόηση του εαυτού σου.

Αλλά η διαδικασία της υποκριτικής τέχνης έχει πάντα να κάνει με τη συνεργασία, με το να ακούς και να αντιδράς και να δημιουργείς δραματικές στιγμές με τους άλλους.

Ως ηθοποιός πρέπει λοιπόν να εξασκείς τη τεχνική σου, όπου και όποτε μπορείς.

● Ποια θεωρείτε την πιο χρήσιμη συμβουλή που έχετε πάρει ώς τώρα;

Δούλευα παλιά σε μια τηλεοπτική σειρά, όπου ο σκηνοθέτης μάς μίλησε για τη σπουδαιότητα του χιούμορ γενικά στη δουλειά μας. Ηταν αυτό που έπρεπε να ακούσω, γιατί μου έλειπε κάθε αίσθηση ελαφρότητας.

Από τότε το θυμόμουν ότι, σε όποιο ρόλο και αν παίζω, όσο δραματικός κι αν είναι, πρέπει να διατηρώ μια αίσθηση χιούμορ.

Ο Πολ Νιούμαν μού έδωσε ένα καλό παράδειγμα, γιατί χάριζε ζωντάνια και ελαφρότητα σε όλους τους ρόλους του.

● Πώς αποφεύγετε τη στασιμότητα;

Ειλικρινά, ακόμα αγαπώ πολύ τη δουλειά μου! Και προσπαθώ να κρατώ τον νου και την καρδιά μου ανοιχτά, διατηρώντας μια θετική στάση και ισορροπία με την προσωπική μου ζωή. Μια ζωή έχουμε. Δεν θέλω να την περάσω στη μιζέρια.

● Γιατί πιστεύετε πώς το road trip movie παραμένει ένα από τα πιο δημοφιλή είδη του αμερικανικού κινηματογράφου;

Το road trip είναι μια περιπέτεια που ποτέ δεν ξέρεις πού θα σε οδηγήσει. Αυτό από μόνο του είναι ελκυστικό.

Επιπλέον, ταξιδεύεις συνήθως με κάποιον άλλο και αυτό έχει τη ρομαντική του διάσταση. Αλλά και η χώρα μας είναι τεράστια, με μεγάλη ποικιλία.

● Εχετε συνεργαστεί με σπουδαίους σκηνοθέτες. Θα ήθελα όμως να σας ρωτήσω για την άλλη πλευρά του νομίσματος. Ποιο είναι το κοινό χαρακτηριστικό των κακών σκηνοθετών;

Οτι δεν επικοινωνούν καλά, ενώ ενδιαφέρονται περισσότερο για την τεχνική πλευρά του κινηματογράφου και λιγότερο για την ανάπτυξη των χαρακτήρων ή την εμβάθυνση μιας σκηνής.

Πριν πολλά χρόνια δούλεψα με κάνα δυο σκηνοθέτες, που νομίζω ότι ήθελαν απλά να κάνουν μια ταινία χωρίς να τους ενδιαφέρει πραγματικά το θέμα τους.

● Ποια είναι η διαδικασία που ακολουθείτε όταν σας καλούν να συμμετάσχετε σε μια ταινία;

Συνήθως συναντώ τον σκηνοθέτη πριν συμφωνήσω να συνεργαστώ και συνήθως η απόφασή μου εξαρτάται από το πόσο αφοσιωμένος/η είναι στο υλικό, αλλά και το όραμά του/της…

Αν δεν είσαι ο σκηνοθέτης μιας ταινίας, το τελικό αποτέλεσμα δεν εξαρτάται από σένα.

Είναι, λοιπόν, σημαντικό να διαλέγεις καλούς συνεργάτες.

● Η πείρα σας στη σκηνοθεσία λειτουργεί σαν ένας παράγοντας στις αποφάσεις σας; Εχει αλλάξει τον τρόπο που εξετάζετε ένα σενάριο;

Εχοντας σκηνοθετήσει ο ίδιος, κατανοώ περισσότερο τη μεγάλη ευθύνη που φέρει ο σκηνοθέτης. Εχω επίγνωση του γεγονότος ότι έχει να αντιμετωπίσει ένα σωρό προβλήματα και αυτό με κάνει πιο διαλλακτικό.

Πέρα από αυτό όμως, η σκηνοθετική εμπειρία μου μου δίνει τη δυνατότητα να μοιράζομαι τις σκέψεις μου για κάποια σκηνή, όπως έκανα με τον Μαρκ Ρέισο, τον σκηνοθέτη του «Kodachrome».

● Τώρα είστε σε μια πολύ καλή φάση της καριέρας σας, στο θέατρο, την τηλεόραση και τον κινηματογράφο. Υπήρχαν όμως και δύσκολες στιγμές;

Οταν τελείωσα τη σχολή, δούλευα σε ένα θεατράκι στην Πασαντένα και περνούσα πολύ καλά, έμενα στο Σιέρα Μάντρε σχεδόν χωρίς να πληρώνω νοίκι.

Οι δυσκολίες ξεκίνησαν όταν άρχισα να προχωρώ στη δουλειά και να πηγαίνω σε ακροάσεις, συχνά με όχι αξιόλογους ανθρώπους έχοντας έναν τυχαίο ατζέντη.

Εκείνες τις μέρες δεν πήρα καμία δουλειά, αισθανόμουν ανήσυχος και αποτυχημένος. Ευτυχώς που έπαιζα στο θέατρο ταυτόχρονα και έτσι συνέχιζα να μαθαίνω.

Από τότε, όμως, δεν μου πήγαινε η πλευρά της δουλειάς μου σαν μπίζνες, αν και τώρα το έχω πια ξεπεράσει κι αυτό.

● Πρόκειται να σκηνοθετήσετε πάλι στο εγγύς μέλλον;

Δεν έχω σκηνοθετήσει τίποτα από το 2007 όταν έκανα το «Appaloosa» και ελπίζω τώρα ότι θα γυρίσω το φθινόπωρο μια ταινία που βασίζεται στο βιβλίο «The Clown».

Υπάρχουν καλοί ρόλοι για όλους μας, τη γυναίκα μου, την κόρη μου και μένα…

Πρόκειται για έναν σερίφη σε μια μικρή πόλη της Μοντάνα, ο οποίος μια νύχτα εκτελεί τη βάρδια του παρακολουθώντας έναν γέρο δολοφόνο. Κι έχει να κάνει με τη σχέση που αναπτύσσεται μεταξύ τους, όπως και τη σχέση μεταξύ των συζύγων τους.

Η ιστορία εξελίσσεται σε κάτι σαν θρίλερ, αλλά που στη βάση της πραγματεύεται τους διάφορους χαρακτήρες.

Διασκεύασα μόνος μου το βιβλίο σε σενάριο και νομίζω πως ερεθίζει αρκετά το ενδιαφέρον.