Ομοβροντία πυρών εναντίον της Ακαδημίας Κινηματογραφικών Τεχνών και Επιστημών ακολούθησε την προχθεσινή ανακοίνωση λίγων μεν, αλλά σαρωτικών αλλαγών στον τρόπο επιλογής και απονομής των Οσκαρ. Σύσσωμος ο Τύπος, ειδικά ο καθαρά κινηματογραφικός, απάντησε με ρεπορτάζ και αναλύσεις που είχαν βιτριολικούς τίτλους: «Σήμερα η βιoμηχανία του σινεμά πέθανε» (από ένα οργισμένο τουίτ του Ρομπ Λόου), «Η Ακαδημία είναι σε απόγνωση», «Το νέο Οσκαρ που ανακοίνωσε δεν είναι απλώς παράλογο, είναι προσβλητικό».
Διότι, η σημαντικότερη αλλαγή που αποφάσισε η Ακαδημία αφορά την προσθήκη ενός ακόμα Οσκαρ για το «καλύτερο δημοφιλές (λαϊκό) φιλμ». Ετσι τα Οσκαρ Καλύτερης Ταινίας γίνονται δύο! Αν και δεν έχει διευκρινίσει ακόμα η Ακαδημία με ποια κριτήρια θα δίνεται το νέο Οσκαρ (εισιτήρια, κόστος, κύρος παραγωγού;), είναι φανερό ότι με την εισαγωγή του οι ταινίες χωρίζονται σε δύο κατηγορίες, σ’ αυτές που κερδίζουν το πλατύ κοινό και στις πιο αρτιστίκ.
Μπορεί, πάντως, μια ταινία να είναι υποψήφια και για τα δύο βραβεία. Ο New Yorker όμως επιμένει. «Το χάος ανάμεσα στo σινεμά σαν τέχνη και το σινεμά σαν επιχείρηση είναι μεγαλύτερο από ποτέ. Οι ανακοινώσεις της Ακαδημίας αποδεικνύουν την αυξανόμενη ασχετοσύνη της με την κινηματογραφική τέχνη».
Ισως και να μη χρειάζεται και πολλή σκέψη για να καταλάβει κανείς τη λογική πίσω από το νέο Οσκαρ. Και ούτε είναι ανάγκη να ρέπεις σε συνωμοσίες για να δεις ότι η βιομηχανία, το Χόλιγουντ, τα μεγάλα στούντιο έχουν ψιλοθορυβηθεί που εσχάτως οι ταινίες που σκίζουν στο μποξ όφις ή πατώνουν στα Οσκαρ ή περιορίζονται στα τεχνικά βραβεία.
Ο New Yorker θυμίζει μια παλιά εποχή, το 1939, που υποψήφια για καλύτερη ταινία ήταν τα εννέα φιλμ που ήταν πρώτα στα κέρδη (ανάμεσά τους, βέβαια, και ιστορικές, αριστουργηματικές ταινίες, όπως η «Ταχυδρομική άμαξα» του Τζον Φορντ και η «Νινότσκα» του Ερνστ Λιούμπιτς). Δείτε, όμως, σε αντιδιαστολή, τι έγινε τα τελευταία δύο χρόνια.
Φέτος, δύο από τις υποψήφιες στην κατηγορία Καλύτερης Ταινίας ήταν ορατές μεν στο μποξ όφις, αλλά σε σχετικά χαμηλές θέσεις: η «Δουνκέρκη» στη δέκατη τέταρτη και το «Get οut» στη δέκατη πέμπτη. Ενώ η «Μορφή του νερού», που πήρε τελικά το Οσκαρ Καλύτερης Ταινίας, δεν πήγε πάνω από την τεσσαρακοστή έκτη θέση. Για να μην πάμε έναν χρόνο πίσω, που το «Moonlight» είχε κολλήσει στη θέση 97!
Κι ενώ καλές, αλλά μη εμπορικές ταινίες, χάρη στα Οσκαρ κερδίζουν εισιτήρια και βάζουν λεφτά στο ταμείο τους, αυτά που τα στούντιο τους είχαν αρνηθεί στην περίπτωση που ήταν (και συνήθως είναι) ανεξάρτητες, έρχεται τώρα η Ακαδημία να τους πετσοκόψει το όφελος αυτό. Να κλέψει λίγη από τη λάμψη που παίρνουν, στις ΗΠΑ και σε όλο τον κόσμο, και να την ξαναδώσει σε μπλοκμπάστερ.
Η αλήθεια πάντως είναι ότι όλα τα νέα μέτρα της Ακαδημίας, τρία στον αριθμό, κοιτάνε ευθέως (ούτε καν λοξώς, να τηρηθούν τα προσχήματα) προς τη βελτίωση της εμπορικότητας, των εσόδων από την τηλεοπτική μετάδοση της τελετής. Η τηλεθέασή της έπεσε φέτος 20% σε σχέση με το 2017, μόνο 26,5 εκατομμύρια θεατές την είδαν.
«Η Ακαδημία ελπίζει ότι αν το “Mama mia” είναι υποψήφιο για Οσκαρ “δημοφιλούς ταινίας”, όλο και κάτι θα τσιμπήσει», σχολιάζει φαρμακερά το Variety. Μαζί με την επιβράβευση των μπλοκμπάστερ, η τελετή θα σφίξει, δεν θα ξεπερνά τις 3 ώρες (φέτος έφτασε τις 4), ενώ θα γίνει προσπάθεια να πάρει περισσότερο τη μορφή ενός διασκεδαστικού σόου, παρά μιας γιορτής που επιβραβεύει τους καλύτερους μιας τέχνης.
Με αυτή τη λογική μια σειρά από ελάσσονα βραβεία (τι ταπεινωτικό) θα δίνονται στη διάρκεια των διαλειμμάτων για διαφημίσεις, θα μοντάρονται γρήγορα γρήγορα και θα μεταδίδονται στη συνέχεια.
Επιπλέον, το 2010 η τελετή θα μεταφερθεί από τις 23 στις 9 Φεβρουαρίου, διότι τώρα, έτσι όπως έχουν προηγηθεί των Οσκαρ πλήθος βραβεία από συντεχνίες και κριτικούς, με τους ίδιους και τους ίδιους να βραβεύονται, να ανεβαίνουν στη σκηνή και να ποζάρουν στα κόκκινα χαλιά, ο κόσμος έχει ήδη σκυλοβαρεθεί. Δεν υπάρχει καν λίγο σασπένς, μια έκπληξη. Τα μόνα που θα εξακολουθήσουν να προηγούνται είναι οι Χρυσές Σφαίρες και τα Critic’s Choice Αwards.
