ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Λήδα Γαλανού
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το 1903 στους πρόποδες της Ακρόπολης βοσκούσαν πρόβατα. Δήμαρχος της πόλης, με τις πρώτες αυτοδιοικητικές εκλογές της Ελλάδας του 20ού αιώνα που έγιναν εκείνη τη χρονιά, ήταν ο Σπυρίδων Μερκούρης. Ηταν η χρονιά που η ταινία του Εντγουιν Σ. Πόρτερ «Η μεγάλη ληστεία του τρένου» έμελλε να διδάξει τι σημαίνει μοντάζ στο σινεμά κι όπου στο Σικάγο γεννιόταν ο Βιντσέντε Μινέλι.

Αυτή ήταν κι η χρονιά που είδε ένα από τα πρώτα θερινά σινεμά της Αθήνας, την «Αίγλη Ζαππείου», να λειτουργεί, στη θέση όπου βρίσκεται και τώρα, για υπαίθριες προβολές ταινιών, με εισιτήριο και πλανόδιους πωλητές.

Μετά τους «περιοδεύοντες κινηματογράφους», τους μερακλήδες μεροκαματιάρηδες που με ένα πανί και μια μηχανή προβολής και με καρέκλες δανεικές από τα γύρω σπίτια έστηναν σινεμά σ’ ολόκληρη την Ελλάδα, το θερινό όπως το ξέρουμε σήμερα άρχισε να παίρνει μορφή.

Παρότι το θερινό σινεμά είναι τόσο ταυτισμένο με την κοινωνική ζωή των Ελλήνων, από τότε ώς σήμερα, οι φορές που κάνει την εμφάνισή του μέσα σε ταινίες είναι ελάχιστες, διακριτές και… χαρακτηριστικές της εποχής και του κινηματογραφικού ύφους.

Κλασικότερη και γνωστότερη, η σχετική σκηνή στο «Της κακομοίρας (Ο Μπακαλόγατος)» του Ντίνου Κατσουρίδη, του 1963. Οσο ο κακομοίρης ο Ζήκος του Κώστα Χατζηχρήστου περνά το βράδυ του στο μπακάλικο του Παντελή, ο Κιτσάρας του Νίκου Ρίζου, καλοπερασάκιας και κοσμοπολίτης, πάει θερινό σινεμά.

Η νεολαία μασουλάει πασατέμπο, ένας κύριος κοιμάται του καλού καιρού δίπλα στην κυρία του και το κοινό, ενθουσιασμένο και με γέλιο γαργαριστό, παρακολουθεί τον Ντιν Μάρτιν και τον Φρανκ Σινάτρα να κάνουν ένα σαλούν γυαλιά-καρφιά. Σε κάθε μπουνιά, ο Κιτσάρας συμμετέχει: «Φυλάξου, ρε!». Είναι το «4 για το Τέξας», το γουέστερν του Ρόμπερτ Ολντριτς, που, όντως, βγήκε την ίδια χρονιά και στην Ελλάδα. Τι κι αν η ταινία είναι έγχρωμη, εμείς τη βλέπουμε ασπρόμαυρη μέσα από τη χαμηλότερου budget κωμωδία της Finos Film.

Μπορεί το πανέμορφο «Σινέ Ψυρρή» να διέκοψε τη λειτουργία του πριν από τέσσερα χρόνια, όμως διασώζεται, σε κάθε περίπτωση, στο ίδιο το σινεμά στην ταινία «Polaroid» του Αγγελου Φραντζή, το ντεμπούτο του σκηνοθέτη, που έκανε την πρεμιέρα του το 2000. Σ’ αυτήν, την πιο meta ταινία του νεότερου ελληνικού σινεμά, έναν φόρο τιμής σε ό,τι αγάπησε η Generation X, από τα μιούζικαλ του Δαλιανίδη ώς τη γαλλική διανόηση και την indie οξυδέρκεια, το «Σινέ Ψυρρή» έχει τη δική του σκηνή, με την οθόνη να παίζει, φυσικά, την ταινία που σφράγισε την ιστορία της δεκαετίας του ’90, τον «Τιτανικό».

Μια δεκαετία αργότερα, το 2010, ο Παναγιώτης Κράββας έγραψε και σκηνοθέτησε –πάνω σε μια ιδέα του Αντώνη Καφετζόπουλου– την ταινία «Ο θάνατος που ονειρεύτηκα», εμπνευσμένη από την πραγματική ιστορία των «σατανιστών της Παλλήνης». Η πλοκή εκτυλίσσεται στα βόρεια προάστια, όπου η ωραία της παρέας, Δωροθέα, ερωτεύεται τον μυστηριώδη, σκοτεινό νεοφερμένο της περιοχής, Χρήστο.

Το ρομάντζο θα οδηγήσει τους πρωταγωνιστές, τον Ανδρέα Κωνσταντίνου σ’ έναν από τους πρώτους ρόλους του και την Τζένη Θεωνά, σε θερινό σινεμά για να δουν μια ταινία, ομολογουμένως πολύ πιο ατμοσφαιρική, σέξι και τρομακτική από εκείνη του Κράββα, το «Singapore Sling» του Νίκου Νικολαΐδη.

Τα θερινά σινεμά έχουν αλλάξει μαζί με την κοινωνία που τα στήνει και τα γεμίζει, όπως έχουν αλλάξει και τα καλοκαίρια μας. Αλλά υπάρχουν ολοζώντανα, έτοιμα ν’ αποτυπωθούν ξανά στην οθόνη και να τη ζωντανέψουν με την κοινωνικότητα και τη ζεστασιά τους.